Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Η δική μου προσευχή. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)

[Περιοδικό ΜΕΝ, Απρίλης 1997]

Υπάρχουν δεκάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι μόλις ξυπνήσουν, δισεκατομμύρια μάλιστα όσα είναι κι αυτοί. Άλλος απλώνει το χέρι τα τσιγάρα να πιάσει, άλλος σηκώνεται χαράματα και το ρίχνει στην γιόγκα κι άλλος τις οικονομικές σελίδες στην εφημερίδα διαβάζει. Άλλες ανοίγουνε φύλλο, άλλες ανοίγουν τα πόδια τους, άλλες πηγαίνουν τα παιδιά στο σχολειό κι άλλες εκείνη την ώρα ακριβώς στο κρεβάτι τους πέφτουν. Θα σας πω εγώ τι ακριβώς κάνω.

Μόλις ξυπνήσω βάζω καφέ, η πρώτη μου σκέψη καρφωμένη είναι στην αψιά μυρωδιά του french al arabia που κυριεύει το σπίτι. Κάνω μετά ένα παγωμένο ντους και με την κούπα στο χέρι κάθομαι στο γραφείο μου να δουλέψω. Το πρωί οι ιδέες οι σκέψεις μου τα όνειρά μου, το λεξιλόγιο η γραμματική και το συντακτικό μου είναι απολύτως φρέσκα, οι προτάσεις μου φτάνουν στο πληκτρολόγιο έτοιμες σεταρισμένες κλειστές, σωστές καθαρές πετυχημένες - δουλεύω λοιπόν με όρεξη κι αποτέλεσμα, μπορώ ν' αποδώσω καλύτερα εκείνες τις ώρες. Αυτό λοιπόν κάνω εγώ το πρωί, εκτός. Εκτός αν...

Εκτός αν την προηγούμενη νύχτα έχω κοιμηθεί με γυναίκα. Εκτός κι αν εκείνο το πρωί ξύπνησα, τα μάτια μου άνοιξα και δίπλα μου ένα γυναικείο κορμί άχνιζε ύπνο και ζεστασιά, ακτινοβολούσε έρωτα κι αγκαλιά, μυροβολούσε θηλυκάδα κι ορμόνες. Δεν ξέρω αν σας το έχω πει αλλά ζω μόνος, το διαμέρισμα που μου άφησε ο πατέρας μου το μοιράζομαι εξ αδιαιρέτου με τον τον γάτο μου, ουδείς άλλος δηλώνει στην Εφορία εδώ μόνιμη κατοικία και με το Ε-9 δεν πιστεύω να έχουμε καμμιά φασαρία. Εγώ (είπαμε) κι ο τρομερός τετράποδος βασιλεύς της Θαλάσσης των Σαργασσών Δίνγκο Μπίνγκο (κι αυτό το είπαμε) και ουδείς άλλος. Ένα τυπικό διαμέρισμα αθηναϊκό να περπατούν πάνω του έξι πόδια και να ζουν μέσα του δυο ψυχές, ένας άντρας κι ένας γάτος μόνο και μόνοι τους – άντε, ψυχοπονιάρικο και πιασιάρικο διαφημιστικό τζινγκλάκι το έκανα, «ελεήστε κυρίες και κύριοι τον άμοιρο μπάκουρο μετά του ηλικιωμένου ζώου», τι λέτε μωρέ, μια χαρά είμαι.


Μόλις ανοίξω τα μάτια μου και δω, νιώσω και ακουμπήσω την γυναίκα δίπλα μου, μια κίνηση κάνω. Μόλις συνδεθώ με την πραγματικότητα, γειωθώ με την θηλυκότητα και καταλάβω πού βρίσκομαι, ποιος είμαι και ποια είναι αυτή πλάι μου, μια μόνο κίνηση κάνω: τραβώ ελαφρά και ελάχιστα τα σκεπάσματα και της γυμνώνω το στήθος. Την γυρίζω μαλακά ανάσκελα, την τραβώ απαλά να γυρίσει στην πλάτη της και μένω να την κοιτάζω εκεί κι εκεί μόνο. Αυτά τα απερίγραπτα και το τόσο περιγεγραμμένα τετραγωνικά εκατοστά, αυτό το μέρος του γυναικείου σώματος που ψυχολόγοι και βιαστές, ιατροί και δικαστές, σύζυγοι κι εραστές, περαστικοί και ποιητές έχουν υμνήσει καταδικάσει, αναλύσει και προσπεράσει, θεοποιήσει κι εμπορευτεί – μεροκάματο όλοι να βγάλουνε, οι περισσότεροι ιδιοτελείς και πρόωροι εκσπερματιστές, οι υπόλοιποι άχρηστοι κι αδιάφοροι χρήστες.

Αυτό κρατά ελάχιστα δευτερόλεπτα – να κοιτάζω μόνο δηλαδή, απλώνω αμέσως μετά να το πιάσω να το χαϊδέψω, να το νιώσω στα χέρια μου να ζεσταθεί η ψυχή μου. Μια πρίζα είναι το στήθος της, μια AC/DC παροχή κατ' ευθείαν στην καρδιά στα νεφρά, στην υπόφυση στα μυαλά, μια γλυκιά πρωινή ένεση τύφλα να έχει η πρέζα. Αφήνω τα δάχτυλά μου ελεύθερα ν' ανεβαίνουν να σκαρφαλώνουνε, να γλιστρούν και να χάνονται, να ίπτανται να προσγειώνονται, να τουμπάρουν να πέφτουν, μπορώ να γεμίσω αυτή την σελίδα μόνο με ρήματα που τα χέρια μου εκείνες τις στιγμές βρίσκουν να κάνουν και πάλι τα μισά θα 'χω πει, θα 'χω γράψει. Περιτρέχουν την βάση τους και πατούν την κορφή τους, τριγυρίζουν τις ρόγες δήθεν αδιάφορα, αποφεύγουν τους μικρούς σάρκινους μελανόχρωμους ιστούς να σηκώσουν. Κατηφορίζουν στην μεταξύ τους κοιλάδα, αυτό το Πάσο Ντόμπλε το φημισμένο και επικίνδυνο, εκεί για μένα βρίσκονται οι πραγματικές Συμπληγάδες, εκεί αληθώς εγκαταβιούν οι ηδονικές Σκύλλα και Χάρυβδις που ο κάθε αγνός προσκυνητής θέλει να πέσει. Βολτάρουν αδέσποτα ο δείκτης ο αντίχειρας ο παράμεσος σ' αυτή την λεία περιοχή την ευαίσθητη – εκδρομείς χωρίς πρόγραμμα, σχολικό δίχως δάσκαλο κι οδηγό, μια ομάδα ασυγκράτητα πιτσιρίκια που τ' αμολύσαν ελεύθερα σ' αυτό το εξαίσιο κι άδενδρο πάρκο κι έχουνε βουβαθεί, τέτοια ηδονή και χαρά, τέτοια άφατη σιωπηλή ευτυχία. Ανηφορίζουν τα χέρια μου περπατώντας στα δέκα τους δάχτυλα – πώς πέφτουν στα πόδια τους οι για Τήνο προσκυνητές οι ταμένοι; – προς τον λαιμό της γυναίκας, δεν απομακρύνονται βέβαια για πολύ του ορμητηρίου της βάσεως, αυτού του δίδυμου κάστρου. Μόνο λίγο κοντά ξεμακραίνουν και ξανά στην φωλιά τους γυρίζουνε, μόνο λίγο κοντά ξαποσταίνουν «και ξανά προς την δόξα τραβούν» λέει ο ποιητής που σίγουρα ήξερε, άλλο αν γι' άλλο πράγμα μιλούσε – κανείς δεν κατάλαβε, κανένας εξ άλλου ποτέ δεν καταλαβαίνει αυτά τα λεπτά μυστικά πράγματα προπαντός.

Η γυναίκα στον ύπνο της μέσα αναδεύει, βογκά ελαφρά και τεντώνεται, νιώθει-δεν νιώθει αισθάνεται, θέλει πλευρό να αλλάξει. Και μιλάει παραμιλά. Κάτι λέξεις κουβέντες κοφτά μουρμουρητά τής ξεφεύγουνε, προτάσεις και φράσεις χωρίς νόημα – ο φόβος κάθε ανθρώπου, ομολογίες μισές, απερίγραπτα όνειρα και ανέκφραστες σκέψεις, γυρνά αυτή να με πιάσει. Καμμιά πολεμική τέχνη ποτέ όσο ανατολική και προχωρημένη κι αν είναι δεν μπόρεσε ν' αποφύγει αυτά τα χέρια, αυτή την λαβή της γυναίκας που θέλει να σ' αγκαλιάσει, να σε πιάσει στον ύπνο της, να διαπιστώσει αν εσύ ακόμα εκεί είσαι. Μα της ξεφεύγω εγώ της γλιστρώ προφασιζόμενος παράδοση ακριβώς, προσποιούμαι ότι ενδίδω, σκύβω και προσκυνώ. Υποκλίνομαι την κεφαλή κλίνω, πλησιάζω τα χείλη μου που καίνε και φιλώ το στήθος της γυναίκας που κοιμάται, την διπλή και αγία εικόνα αυτού του αναβράζοντος κι αναδεύοντος θεού που συσπάται, αλλάζει σχήμα κάθε φορά και με τραβά μαγνητικά, με καθηλώνει με υποδουλώνει εμένα τον ανεξίθρησκο, τον συναισθηματικά άπατρι τον ψυχικά εξοστρακισμένο – ας είναι, καθενός τού αναλογεί μια προσευχή και τούτη είναι η δική μου.


Δυο γραμμές χείλια που σέρνονται γδέρνονται, πάνω σε δυο θημωνιές από ζεστούς κόκκους σάρκας. Δυο πόρτες τού στόματος ενός άντρα που ψιθυρίζει ευλαβικά, καθώς τιμά φιλά προσκυνά τα δίδυμα όσια κι ιερά, (μήπως το παρακάνω;). Άγομαι φέρομαι μεταφέρομαι, ακολουθώ την άμπτωτι και παλίρροια αυτής της λείας μάζας, δεν είναι νερό (κι όμως βράζει), δεν έχει κόκκαλα (κι όμως είναι σκληρή), δεν ησυχάζει στιγμή (κι όμως ακινητεί), είναι η ώρα της δικής μου λατρείας. Με το πρόσωπο χαμένο θαμμένο σκυφτό, με την μύτη ιχνηλατώ τις στρογγυλεμένες γωνιές, τις ιδρωμένες λόχμες και τις σκιές, το απέραντο πέραν, (πάλι το παρακάνω;). Παίρνω βαθιές εισπνοές, γεμίζω τα πνευμόνια μου μ' αυτό τον μοναδικό σαρκικό αέρα που τυλίγει την κοιμώμενη γυναίκα – αχ έρημος του Σουδάν, υψώματα του Κορντοφάν ο δικός σας αέρας στην Κυψέλη έχει φτάσει, μια φορά μπήκε μέσα μου κι από τότε μ' έχει πάρει μαζί του, με τυραννά. Προσγειώνω επιτέλους το στόμα μου και γλείφω ανιχνεύω την πιπιλώ, σαλιώνω υγραίνω και δεν μιλώ, πίνω και τρώω. Ναι, πίνω αυτή την σάρκα που έχει ξυπνήσει και μου μιλά, τρώω αυτή την σάρκα που περιμένει και με κοιτά, χαίρεται και συνάμα ελαφρά φρικιά, (η γυναίκα ακόμα κοιμάται). Αυτή η σάρκα που είναι χώμα και πέτρα μαζί, νερό και φωτιά, αέρας και ήλιος, (μπορώ να τα εξηγήσω αυτά). Χώμα εύφορο κρουστό σβωλιαστό Θεσσαλίας και πέτρα Ηπείρου γέφυρας τοξωτής. Νερό, ένα του Αιγαίου αφρισμένο θαλάμι και φωτιά σαν κι αυτές που καίν' τα σπαρτά στις πεδιάδες της Κρήτης. Αέρας και ήλιος μαζί, σαν τον αέρα τον ήλιο όλης της γης, αυτοί που μας τυλίγουνε ξαφνικά και μας παίρνουν, μας παρασέρνουν μαζί τους μας μεταφέρουνε, αλλού μας ταξιδεύουν κι αλλού μας αφήνουνε, τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε εμείς παρά να το νιώσουμε, να το ζήσουμε αληθινά μια φορά.

Αυτό κάνω εγώ το πρωί όταν ξυπνώ με γυναίκα. Ούτε ντους ούτε καφέ, ούτε γράψιμο ούτε ιδέες, ούτε τηλεφωνήματα κι εντολές, τρεχάματα έννοιες. Εκκλησία πηγαίνω εκείνο το πρωί – έτσι όπως είμαι, άπλυτος άντυτος διψασμένος, εγώ ο θρησκευτικά αναλφάβητος, ο πανθεϊστής, ο αντίχριστος ηδονιστής καταπώς μ' ονομάζουν. Προσκυνώ ευλαβικά εικονίσματα – της γυναίκας το τέμπλο, το χαϊδεύω το φιλώ τ' αγαπώ, μόνος μου είμαι εκείνη την ώρα ολομόναχος, εγώ και το στήθος της εγώ κι ο θεός μου, (δεν μ' ενδιαφέρουν των άσχετων κι άπιστων οι ερμηνείες, τα λόγια). Στέκω και στέκομαι σιωπηλός μπροστά σ' αυτό το καμπυλόγραμμο τείχος, σ' αυτό το σάρκινο ύψωμα από αναμνήσεις κι ευλάβεια, παλμό και ανάταση, θεραπεία και πρόκληση, το χέρι μου δεν τολμάω ν' απλώσω. Μόνος μπροστά του κι ανώνυμος, αποσβολωμένος κι αμίλητος ούτε κερί δεν ανάβω, καμμιά έτοιμη προσευχή δεν υπάρχει να πω. Ο χρόνος κυλά τα λεπτά προχωρούν οι ώρες διαβαίνουν – εγώ εκεί, δεν γράφονται πολύ περισσότερο δεν περιγράφονται αυτά, εδώ θα τελειώσω.

Αφού περιδιαβώ αυτό το χιλιοπατημένο και όσιο ιερό, αφού κάνω ό,τι κάνω καθαρά προσωπικό, ξυπνώ την γυναίκα μετά. Και κάνουμε έρωτα φυσικά. Έναν έρωτα μ' εκείνη που δεν ξέρει γιατί, τα πριν δεν γνωρίζει. Έναν έρωτα κάνουμε που με φέρνει στον οργασμό, οι αισθήσεις μου προσπερνούν τον παροξυσμό, κοντεύουν να με ξεκάνουν εμένα. Αυτή η αγκαλιά που ξεκινά και γίνεται πάλη μετά, από αθλοπαιδιά το γυρίζει σε μάχη, ο ίδιος κάθε φορά τελευταίος αγώνας απ' την αρχή ξανά και ξανά. Χέρια και πόδια να χάνονται, ψυχές και μέλη να μπλέκουν, σάλια και χείλια, μαλλιά και φιλιά – είναι δυο άνθρωποι εδώ που παλεύουν ν' αγαπηθούν, να νιώσουν ό,τι μπορούν, ν' αρπάξουν ό,τι κρατούν, αυτό ακριβώς είναι.

Αυτή είναι η λατρεία που διάλεξα, η μόνη θρησκεία που θα επιθυμούσα να προσκυνήσω, να καρώ εν θεώ και σ' αυτή ν' αφιερωθώ. Το γυναικείο το στήθος. Αυτό το μόνο ζεστό μάρμαρο, το μόνο υγρό γάργαρο θηλυκό και καθόλου πικρό τέμπλο, λιμάνι κόλπος κι υφαλισθμός, όρμος και καταβαθμός, σαρκικός λουτήρ σωτηρίας. Αγία τράπεζα λυτρωμού, πηγή ανάπαυσης φωτισμού, πόθων κι ανάτασης του σπασμού – η αρχή της Ζωής είναι, η τροφός της ψυχής μου ο σκοπός της ζωής μου, η μόνη σπάνια κι άξια προσευχή μου εμένα.

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2014

Διαβάστηκε 1129 φορές Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013 09:55