Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Zenduro. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)

 

 

Από πού και πώς να ξεκινήσω, για ν' ακουμπήσω ελάχιστα και να εξαντλήσω τα μέγιστα ένα ΤΕΤΟΙΟ θέμα πρωτάκουστο κι εσωτερικό; Είναι-που-είναι τα κείμενά μου «αυτοαναφορικά» «βαριά» «δυσνόητα», όπως οι τεμπέληδες αναγνώστες μού λένε. Πυκνά μεστά δυνατά, αφαιρετικά μεταφορικά υπερβατικά, όπως ο ρέκτης συγγραφέας επιμένω εγώ. Ταιριάζω και πολλές φορές μέσα στις παραγράφους μου τα «αταίριαστα» κι έτσι ουδείς με αντιλαμβάνεται με εννοεί, με καταλαβαίνει μαζί μου βαδίζει, φτάνει στο τέλος και τού μένει και κατιτίς έστω επιφανειακά, (αφού το «μέσα» του είναι εντελώς ανατιναγμένο).


Χα!


Ο τίτλος μου σήμερα-τώρα-εδώ είναι «όλα τα λεφτά» που λένε οι ευρωεξαρτημένοι, «όλα τα κιλά» που λέγαν οι αγροτοπασόκοι, «όλα για όλα» που οι τζογαδόροι και-καλά κλαψουρίζουνε. "Zenduro" ο Φώτος μάς νεολόγισε (sic) κι ο Ντάνης σπεύδει να τα σπάσει και να τα ξαναρίξει: Zen + Enduro είναι τα συστατικά τής καινούργιας λέξης αυτής, ή πώς ο κλάδος τούτος τού Βουδδισμού ουδεμιά σχέση με την εκτός-δρόμου οδήγηση δίκυκλου έχει. (Πάρτε λοιπόν μία βαθεία αναπνοή, για ν' αντέξετε την παρένθεση που ακολουθεί.)


Καμμιά εικοσαριά χρόνια μετά, όταν θα αναπαύομαι όπου θα μ' έχουν πετάξει αυτοί που «με αγαπούν», θα γελώ σατανικά και σαρδόνια με όόόλους εκείνους που τα κείμενά μου τόόότε θ' ανακαλύπτουν. Καθώς θα τον κόβουνε σύρριζα για την πάρτη μου ξαφνικά, αφιερώματα οι free-press σερβιέττες θα κάνουνε (όπου και θα μπαρμπαλάνε αυτοί-ακριβώς που με «θάψανε»), σελιδούλες στο Facebook θα στήνουνε οι καινοί κι εντελώς δόλιοι φρεσκοθαυμαστές μου (α λα μοντ ε μανιέρ ντε Κριστός Βακαλοπουλός) και με ληγμένη λυσσόκαυλα θα ψάχνουνε τα βιβλία μου (αυτά που επιμελώς σήμερα αυτοί αποφεύγουν). To smash a great but long story wide open λοιπόν, ας ξεχορταριάσω εξ αρχής την άσπρη σελίδα μου και ας γράψω ότι off-road μοτοσυκλέττα καβάλλησα για πρώτη φορά το 1972 και zazen έκατσα για πρώτη φορά το 1974 – εσείς σπεύστε αμέσως να κάνετε τον λογαριασμό την αφαίρεση, ώστε ν' αντιληφθείτε τα έτη φωτός που τους ανθρώπους χωρίζουνε, και είναι ΑΥΤΑ ακριβώς που ΜΟΝΑΔΙΚΑ τούς ενώνουν. Ούτε όμως το 1972 ήξερα τί έκανα (μα επέμενα κι ήθελα, ΚΑΙ να μάθω αλλά ΚΑΙ να αισθανθώ), ούτε πάλι το 1974 ήξερα τί έκανα (μα επέμενα και διψούσα, ΚΑΙ να σβήσω, αλλά ΚΑΙ να χαθώ) – εσείς συνεχίστε τις ανάσες βαθειές, γιατί το pilates που ακολουθεί, μόνο για πελάτες δεν είναι. (Διότι για να φτάσω εγώ ως εδώ, μόνος μου έφτασα και για να φτάσετε εσείς ως εμένα, επίσης μόνοι σας ήλθατε – no bullshitting-strings attached and no vested ego-interests exist here.)



Enduro – με λίγα λογάκια ευτυχώς – είναι η πολύωρη εκτός-δρόμου οδήγηση τής μοτοσυκλέττας μέσα στην Φύση, αργά-ή-γρήγορα άσχετο, τεχνικά-ή-άτσαλα άσχετο μα με δυό προαπαιτούμενα ισχυρά, αμετακίνητα σοβαρά: σεβασμό στην οικοδέσποινα Φύση και αγάπη στον επισκέπτη Αναβάτη.


Zen – με πολλά λογάκια δυστυχώς – είναι η πολύωρη εντός-κορμιού οδήγηση τού Εγώ μέσα στον Εαυτό, αργά-ή-γρήγορα άσχετο, τεχνικά-ή-άτσαλα άσχετο μα με δυό προαπαιτούμενα ισχυρά, αμετακίνητα σοβαρά: σεβασμό στον οικοδεσπότη Εαυτό και αγάπη στον επισκέπτη Εγώ. (Άντε ακόμα μία τελευταία διαφραγματική ανασούλα, στα όρια υπεροξυγόνωσης.)


Τέτοιους ορισμούς ουδείς θα σας χαρίσει, διότι απλούστατα δεν υπάρχει εντουράς που να 'ναι Ζεν μάστερ ταυτόχρονα (ο κοντινότερος λέγεται Dick Burleson και λίγοι τον ξέρουν), όπως δεν υπάρχει Ζεν μάστερ που να 'ναι και εντουράς (ο μακρινότερος Bodhidharma ονομάζεται, μα τότε δεν υφίστατο το εντούρο). Έρχομαι λοιπόν η αφεντιά μου εγώ, ένας 63άρης γκριζομάλλης και μανουριάρης απ' την επιθανατίως-ασθμαίνουσα Κυψέλη τον οποίον ουδείς γνωρίζει και ουδείς ασχολείται μ' αυτόν και – μεταξύ πολλών άλλων εκκωφαντικά σιωπηλών – αναλαμβάνει να συνδυάσει και να ενώσει τ' «αταίριαστα», αυτά ΑΚΡΙΒΩΣ που ουδείς εκεί έξω κατέχει καν ν' ακουμπήσει. Γιατί; Διότι στην Ελλαδίτσα άπαντες τσουρομαδιούνται και κόβονται ν' ανεβούνε να εξελιχθούνε, να φανούνε να διακριθούν, φράγκα κι ονοματάκι να στήσουνε – δεν συνεχίζω εγώ, αφού δεν βλέπω να διαφωνείτε εσείς. Και ο αγνώστου κοινωνικής-λογοτεχνικής-οικονομικής-πολιτικής ταυτότητας άνδρας αυτός απ' του ναυάρχου Κανάρη το barrio, την φτωχομπινεδολαμέ «κλίμακα» τούτη επιμελώς-ταπεινά την κατέβηκε, μη ξέροντας τί και γιατί τούτο κάνει, τρομάζοντας τον εαυτό του συχνά και ξυπνώντας με ένα χαμόγελο αδιόρατο μέσα στην άγρια νύχτα. (Ας γυρίσω ακόμη λιγάκι το μαχαιράκι στην φρέσκια πληγούλα, σκαλίζοντας δυό παραδειγματάκια εκ του προχείρου γνωστού και βαρετά καθημερινού.)

Στην χώρα τού φαιδρού σύγχρονου διανοήματος μα λαμπρού μυθικού εκτοπίσματος, η συγγραφέας-ιστορικός σινεμά-φαρμακοποιός Σώτη Τριανταφύλλου συγγράφει για Διεθνή Πολιτική (ενώ τα βιβλία της είναι για νομιζογκαγκάν γκομενίτσες, τύπου σεξουλιάρες Ζατέληδες) και ο συγγραφέας-σκηνοθέτης σινεμά-μαθηματικός Απόστολος Δοξιάδης γράφει για ελληνική πολιτική – τα μικρά αρχικά γράμματα εδώ δεν είναι τυχαία – (ενώ τα βιβλία του είναι για μερακλαντάν ινστρουχτόρια, τύπου συννεφιασμένοι Θεμέληδες), έξεστι τής χώρας τούτης λοιπόν μαζικώς και συστηματικώς αεροπαπαρολογείν, και μην φωνασκείτε μετά άμα τρακάρει κάνα τούρκικο F-16 στον Παρθενώνα. Στην χώρα όπου βουλεύεται και υπουργούσε ένας Ζουράρις μπουρδοροδοκόκκινος (πού 'σαι ρε Μοιραράκη θεά!), που υπουργεί και διαπραγματεύτηκε μια Αχτσιόγλου κουκλίτσα αριστερή (πού 'σαι ρε Βαρουφάκη σκληρέ μπάουνσερ!), ΑΥΤΗ η χώρα ΑΥΤΟΥΣ θέλει: γιατί μ' αυτούς ακριβώς την αμάθειά της κι αυθάδειά της κρύβει και πλασσάρει, παρλάρει και ντηλάρει, τζογάρει και χάνει ΠΑΝΤΟΤΕ, ΤΕΛΙΚΑ. Γιατί σε τούτη την χώρα εκείνος που γνωρίζει, τονε βάζουν να «τον πίνει» κανονικά, ενώ εκείνοι που δεν ξέρουνε καν από πού το καναρίνι αερίζεται – let alone πόσο πάει το δολλάριο – τις Moët et Chandon εν σειρά κι εν παραλλήλω ανοίγουν. (Αλλαγή όμως επιτέλους... δισκοπλατώ.)


Οι χειμωνιάτικες μέρες στην «σπηλιά» μου είναι ακίνητες, ήσυχες, ολόϊδιες και καυτές. Κι ένα πρωί ξαφνικά ένιωσα ότι μού λείπει η Φύση αφάνταστα αβάσταχτα, άμεσα ανεξήγητα, αφού τα ταξίδια τα ξεκινώ άνοιξη και τ' αυτοκίνητο είναι παρκαρισμένο με τις πινακίδες κατατεθειμένες. Όσες βόλτες ή εκδρομές κι αν με την «σαύρα» μου έκανα (το Kawasaki ZRX 1200R that is), δεν ήταν το ίδιο: εξαρτιόμουν εντελώς απ' την άσφαλτο κι αφού – λόγω παύσης τού ψαροντούφεκου – η θάλασσα ήτανε πλέον εκτός θέματος όσο και κάδρου, έμενα να κοιτάζω βραχάκια και πεύκα αλάργα, με ψυχική σιελόρροια κάργα. Πηγούλες να κελαρύζουνε, πουλάκια να κελαηδάνε κι εξωκκλήσια ερημικά εμένα να με καλούν, την ώρα που εγώ στεκόμουν καμαρομαρμαρωμένος πάνω στα PIRELLI Diablo Rosso Corsa μου – ελαστικά μοτοσυκλέττας είναι αυτά, δια τους ακοινώνητους των δίκυκλων μυστηρίων.


Έτσι έκανα πάντοτε στην ζωή μου εγώ: άπαξ και μού έμπαινε μια ιδέα μια «υποψία», μια θεωρία ένα «όνειρο» – έσπευδα και το έκανα, την πραγματοποιούσα, τα ζούσα. Είτε μετά χρόνια, είτε μετά ολίγα λεπτά – το έκανα το όποιο/ό,τι ΑΥΤΟ ήτανε, ΠΑΝΤΟΤΕ κι έτσι ΑΚΡΙΒΩΣ όπως μού είχε εμφανισθεί-υπαγορευθεί, ενσαρκωθεί και κατσικωθεί. (Ακολουθούν μερικά παραδείγματα, για όσους δεν με γνωρίζουν: Μού βρώμισε κυριολεκτικά το Υπουργείο Εξωτερικών; Παραιτήθηκα από τούτο μέσα σε ένδεκα λεπτά. Μού μύρισε μεθυστικά η Αμοργός; Εγκαταστάθηκα εκεί για έντεκα χρόνια. Με ξενέρωσε εντελώς η θεά-γκόμενα; Αναχώρησα τις πυργώδεις βυζάρες στο κρεββάτι-αμανάτι εγκαταλείποντας, δυό χείλια μισάνοιχτα ηδονικά και δυό ποδαράκια ατέλειωτα και 24/7/4/12/365 ανοικτά, σαν τα δυό περίπτερα στο Σύνταγμα. (Να συνεχίσω μίστερς καυλιάρηδες;) Με θάμπωσε αντιθέτως και εντελώς το αγαλμάτινον και πολυοργασμικόν γύναιον; Κρεμάστηκα αυθωρεί από δυό ρόγες-καρφιά στο κεφαλάρι αλυσοδεθείς, με δυό χέρια τρεμάμενα να σφίγγουν κορμί αφροδισιακά παραναλωματικό και με τα δυό πόδια μου σε μια Brazilian Ju-Jutsu κλειτοριδοπνιχτική λαβή, που την είδε ο Hélio Gracie και την πεφημισμένη σχολή του σε αφτεράδικο κεμπαπτζίδικο την μετέτρεψε. (Ως εδώ η προσωπική έκθεσις όμως.)



Αποφάσισα λοιπόν και αμέσως αγόρασα ένα Yamaha TTR 600 όπως το 'θελα και όπως τ' ονειρευόμουν: με μεγάλο ντεπόζιτο για πολύωρες ξένοιαστες-από-ανεφοδιασμό διαδρομές, μανιβελλάτο-αποκλειστικά ώστε να ιδρώνω για να το βάζω μπροστά, του έκανα δυό services ολικά-λεπτομερειακά-ακριβά και ξεχύθηκα ΣΑΡΑΝΤΑΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ, στις αρχαίες διαδρομές τις χωματερές μου. Δεν βγήκα για να «πλακωθώ» (1). Δεν βγήκα για να σκοτωθώ (2). Δεν βγήκα για να διαπιστώσω εάν τα ματάκια μου – μετά από αμφιβληστροειδούς αποκόλληση, μερικά ραπτικά lazer, υψηλή ενδοφθάλμια πίεση, γλαύκωμα και καταρράκτη – μπορούνε ακόμα να διακρίνουν την πέτρα κάτω από το ρυάκι, τον βράχο μέσα στο χαντάκι, τον πεσμένο κορμό πίσω από την στροφή ή την τσίτσιδη Άρτεμι απ' του λόφου την κορυφή με πορνό σκέρτσο να μου γνέφει. Όχι και όχι απλό, ξερό αρσενικό καθαρό, απόλυτο σταθερό και κοφτό έτσι όπως οι Άντρες το ρίχνανε κάποτε και τραβιόταν η άμπωτη, χλώμιαζε η σελήνη, έπηζε το αίμα περιόδου στο σύμπαν το θηλυκό το καλλίπυγο. Βγήκα ξανά, σαρανταέξι (46) χρόνια μετά στις λάσπες και τα βουνά, για δυό λόγους: Πρώτος και κύριος, για να μην πω ΚΑΙ ΕΔΩ, ότι δεν έκανα αυτό που αισθάνθηκα ότι ήθελα εγώ να το κάνω, (κι ας μην φαινόταν να ξέρω τί θέλω και τί ζητώ). Και δεύτερον το κυριότερον, δεν θέλησα ν' αποφύγω αυτό που να αποφύγω επέμενα... μα ας το εξηγήσω εκτενέστερα και ιδιαιτέρως τούτο το τελευταίο, αφού εσείς αφ' ενός δεν πληρώνετε τίποτα κι αφ' ετέρου εγώ για σαλός τα clip-ons έχω στρέψει.


Μία από τις αρχές μου τις απαράβατες είναι ΠΟΤΕ να μην ΚΑΝΩ το ΙΔΙΟ πράγμα, ΑΚΟΜΗ-ΜΙΑ φορά. (Εκτός από το σεξ και το φαγητό, το σπαθί και το γράψιμο, τον διαλογισμό και την μαλακία – and these are ALL my exceptions and vices folks!) Ας σπατουλάρω πάλι με μερικά – πάντα προσωπικά – παραδείγματα, για όσους με γνωρίζουνε άριστα, μα επιμένουν την ούγια στις κουρτίνες να ψάχνουν: Έκανα έντεκα χρόνια απερίγραπτες και πανέμορφες ελεύθερες καταδύσεις στην Άνυδρο στα Χτένια στο Κίναρος; Ε, δεν λέει να πλατσουρίζω τώρα με τα carbon μου πέδιλλα στην Βουλιαγμένη στην Μύκονο, στην μπανιέρα μου ή στης Φατσόβιβλου τις σελίδες. Έκανα αμέτρητα χρόνια εντούρο στην μισή Ελλάδα και σε όλην την Αττική; Ε, δεν λέει τώρα στα γεροντάματα να χτυποκοπανιέμαι ανυπόφορα σε ό,τι οι ακατάβλητοι μαλάκες οι Έλληνες αφήσαν δίχως αυθαιρέτως να χτίσουν. Έκανα Tάεκβόν-Ντό όταν τα πόδια μου ανοίγαν πετούσαν και χτύπαγαν, αφήνοντας τα στόματα ανοικτά και τα χέρια των θεατών να χειροκροτάνε; Ε, δεν λέει να το παίξω Γκραν Μάστερ με καράφλα και κοιλούμπα τώρα στην σύνταξη, να σηκώνω πατούσα μόνο για κλάσιμο και να διδάσκω ένα μαντρί από openly πελάτες και secretly μαθητές χάχες. (Γκέγκε ή να συνεχίσω τον κατήφορο, κι έχει πεθάνει κι η Λάσκαρη κάποια χρόνια;) Έτσι λοιπόν τοξεύω ευθέως τον στόχο μου, "arrow-straight" που τραγούδησε ο Bob Seger.


Όλα και όλοι μού έλεγαν πως δεν χρειάζομαι ΜΙΑΝ-ΑΚΟΜΗ μοτοσυκλέττα, ιδιαίτερα ΤΩΡΑ μάλιστα, και ιδίως μιαν εκτός-δρόμου ΞΑΝΑ. «Μην ντουμπλάρεις Ντανάκο ό,τι πρωτόκανες κάποτε» δεν είναι το motto σου; Τί το θέλεις λοιπόν τώρα και πάλι εσύ το χωματερό μηχανάκι; Rules are rules and YOUR rules are NOT to be broken or bent γιατί, ΜΙΑ ΦΟΡΑ εγώ-ο-μαλάκας-τού-αιώνα τον δικό μου νόμο παράβλεψα, και το πλήρωσα πανάκριβα-εκπαιδευτικά και πάνσκληρα-συναισθηματικά. Όμως. Όμως... κι ακολουθεί ένα-ακόμη τού Ντάνη μαργαριταρένιο κοψιματάκι: Άμα «βλέπεις» ότι επιμένεις εσύ φίλε μου κόντρα σ' αυτό που ο εαυτός σου σού λέει να αποφύγεις, πήγαινε κάνε το. Πραγματοποίησέ το. Στήσ' το και ζήσε το, φάτο και άφησ' το, μπες μέσα του κι έβγα απ' αυτό, μόνον όταν αυτό σε τελειώσει αφού το 'χεις τελειώσει κι εσύ. Με ύλη και σάρκα, με πνεύμα ψυχή, με συκώτι και χέρια φωνή ΑΥΤΟΥ δώσ' του εσύ και ΓΙΝΕ ΑΥΤΟ... και ΤΟΤΕ ΜΟΝΟ θα «μάθεις». (Εάν «σωστά» έκανες ή εάν έκανες πάλι ένα – ή ίδιο το – λάθος.)


Όπως το χιλιάρικο παλιά έγραφε επάνω αδιαπραγμάτευτα και σοφά «πληρωτέες χίλιες δραχμές, άμα τη εμφανίσει», έτσι κι εσύ Ντάνη μου για να αντιληφθείς ποιός είσαι τώρα και εδώ πού το πας, οφείλεις να στραγγίξεις και τα τελευταία σου ευρώ-σε-χιλιάρικα, ώστε στο δάσος να βρεθείς μια στιγμούλα ξανά, και ΕΚΕΙ-ΜΟΝΟΝ-ΕΚΕΙ να/θα ανακαλύψεις τί «θέλεις». Τί και ποιό ήταν αυτό που εδώ σε οδήγησε, τούτον τον «δρόμο» – ξανά – εσένα σού άνοιξε και σ' έκανε να σβήνεις τον κινητήρα μέσα στο δάσος πριν απ' τα Σκούρτα ώστε τα ελαφάκια να μην τρομάξουνε, οι καρακάξες να πλησιάσουν πολυλογούδες σεινάμενες-κουνάμενες κι εκείνη η μουρίτσα η φουντωτή αλεπού, για ένα πολύτιμο και υπέρλαμπρο δευτερόλεπτο εσέ να κοιτάξει.



ΟΚ ΟΚ, I'll blast it finally here: Κάνω zenduro γιατί μόνο ΜΕΤΑ κι απ' ΑΥΤΟ, μπορώ να ζυγίσω ποιός ήμουν-ποιός είμαι. (Το ποιός θα 'μαι ποτέ δεν μ' ενδιέφερε, το μέλλον είναι η αχίλλειος πτέρνα τους, αφού το δικό μου πεντικιούρ είναι πάντα στην πένα.) Κάνω zenduro γιατί η μοτοσυκλέττα off-road με φέρνει γρήγορα-γλυκά, απολαυστικά κι άνετα, στην Φύση όπου σταματώ και ακινητώ... κι από κει ξεκινά το αληθινό το εντούρο! Απ' αυτό που αρνιόσουν μα έκανες, απ' αυτό που ήξερες πως δεν ήθελες μα γιατί το θέλεις δεν ξέρεις! (Και γιατί δεν παίρνεις ρε μεγάλε την BENTLEY Bentayga σου ή το λεωφορείο τού ΚΤΕΛ;) Διότι όσο οδηγείς, οδηγείσαι. Όσο κρατάς το τιμόνι εσύ, νομίζεις ότι εσύ οδηγείς και όσο δεν θες να κρατάς τιμόνι εσύ, τόσο περισσότερο το μαγκώνεις. (Έτσι απλά κι επιγραμματικά, are you catching my drift?) Όσο κάνεις - αυτό που γελάς και εαυτόν ειρωνεύεσαι που το κάνεις - ΤΟΤΕ αντιλαμβάνεσαι ποιός είναι αυτός που επιθυμεί και ποιός είναι αυτός που αρνείται. Ποιός είναι εκείνος που σού επιτάσσει να μην κουνηθείς από το σκαμνάκι σου τού ζαζέν και ποιός είναι εκείνος που σ' ανατινάζει εάν δεν ξεκουνηθείς και δεν καβαλλήσεις την σέλλα. Όσο κάνεις και πράττεις, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν χρειάζεται τίποτα να κάνεις εσύ αλλά αυτό θα το αντιληφθείς, μόνο ΑΜΑ και ΕΦ' ΟΣΟΝ το πράξεις. (Σέρνοντας μάλιστα πίσω σου-μέσα σου ένα υπερωκεάνειο tanker σχεδίων και σκέψεων, μια φλούδας pirogue επιθυμιών προβολών, ένα κινέζικο sampan πλάνης και όνειρων – όλων κι απάντων τόσο ναρκωτικά ψευδών, όσο και διεγερτικά αληθινών.)


Τί είναι το enduro; Μια αργοσχόλων δραστηριότητα, εκτός τού Graham Jarvis και λοιπών επαγγελματιών. Τί είναι το zen; Μια αποστόλων κενότητα, εκτός τού Omori Sogen και ολίγων χριστών. (Μαλακώνω λίγο την προφόρτιση στο πειρούνι και μανιβέλλα ξαναβαρώ.) Τί είναι το enduro; Μια υπέροχη μέρα στην εξοχή, μια αθλητική-οξυγονωτική-ανατασιακή δραστηριότητα όπου οδηγώντας – κυρίως αργά – έχεις τον χρόνο να ανοίξεις το πνεύμα ΚΑΙ τις αισθήσεις σου, να ποτίσεις την ψυχή σου με βροχή και κυκλάμινα, να σβαρνίσεις την Γη να κοιτάξεις τον Ουρανό, να φας λιμασμένα ένα λιτό κολατσιό και να πνίξεις το όλον σου μέσα στο νεράκι μιας βρύσης. Και να είσαι. (Μαλακώνω λίγο την απόσβεση επαναφοράς στο αμορτισσέρ και ξαναβαρώ μανιβέλλα.) Τί είναι το zen; To zen είναι να κάνεις αυτό που λες πως δεν θες, και να μην κάνεις εκείνο που θέλεις να μην πεις σε κανέναν. Και zen είναι ακριβώς το αντίθετο απ' αυτό που νομίζεις και επιμένεις εσύ. Ζazen είναι να βιώνεις επί ώρες ατέλειωτες μουσκεμμένες καταπονητικές, πόσο ακίνητος είσαι επάνω στην σέλλα. Και zazen είναι να ξεχνιέσαι υπάρχοντας, να γκαζώνεις καθισμένος με μισόκλειστα μάτια, να ευλογείς κλαίγοντας και να ζεις πεθαίνοντας ΚΑΘΕ στιγμή, υπάρχοντας ήδη επί ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ χρόνια.



Beware my friends though, because anything more is "deception and treachery" and everything less is "ego at its deadliest ugly". (Και δεν υπάρχει ύβρις χειρότερη.) Μόνον ετούτος ο άνθρωπος που εδώ τα πληκτρολογεί, έζησε γεύτηκε και γράφει αυτά, γιατί τόλμησε. Διότι τίποτε ως δεδομένο-γνωστό δεν θεώρησε και με κίνδυνο για μιαν-ακόμη-φορά γραφικός ειδικά στους ασχέτους γελοίους να γίνει, έμαθε κάτι ΞΑΝΑ. Γιατί αυτός που σ' αυτήν την ζωή ονομάζεται Ντάνης ΦΩΤΟΣ, έφτασε αντιλήφθηκε και γράφει ξανά πως ό,τι κι αν είσαι, δεν είσαι τίποτα. (Καλά, αυτό το ψιθύρισε κι ο Λάο Τζου.) Πως ό,τι κι αν ξέρεις, δεν ξέρεις τίποτα. (Καλά, αυτό το έσταξε κι ο Σωκράτης.) Πως ό,τι κι αν κάνεις, δεν κάνεις τίποτα. (Καλά, αυτό το έφτυσε και ο Μποντιντάρμα.) Και όλα ετούτα τα παροιμιώδη γαμάτα – που τσιχλοφουσκώνουνε διαφόροι «δασκάλοι» σε πανάκριβα σεμινάρια, σε νησάκια φορμιντάμπλ κοσμικά, σε γυναικάκια κρεββατάμπλ ξωτικά – γίνονται ΑΛΗΘΩΣ κατανοητά και ΑΤΟΜΙΚΩΣ χωνευτά, μόνο άμα έχεις κάτσει ακίνητος για καμμιά σαρανταριά χρόνια, (οπότε και θα ρευτείς ότι ποτέ σου εσύ δεν έχεις καν «κάτσει» λεπτό). Μόνο εάν προβείς στην σκοτεινή κι απονενοημένη, «ακαταλαβίστικη» και «γελοία» κίνηση π.χ. ν' αγοράσεις – στα, όσο γυμνασμένα κι αν είναι, εξηντατρία σου χρόνια – μια εκτός-δρόμου μοτοσυκλέττα, θα δέσεις την ναρκωμένη Φύση τής χειμωνιάτικης Βοιωτίας με την παγωμένη ακινησία τής φλεβαριάτικης Αμαλθείας. Την δυνατή βροχή τής οργαζόμενης εξοχής με το ράθυμο καζανάκι τού αγάμητου διαμερίσματος από πάνω. Το επιθετικό γαύγισμα τού τσοπανόσκυλου με το ξετάπωτο παρακαλετό τής εξάτμισης απ' του ντελιβερά το παπάκι. Βγάζοντας επιτέλους λοιπόν το προφυλακτικό θα σας πω πως, ΜΟΝΟΝ εάν φέρεις με τόλμη κουράγιο και πόνο, ρίσκο λύσσα και προσοχή, ειλικρίνεια ακεραιότητα και αγάπη τα ανύπαρκτα και φαινομενικά αντίθετα, σε αληθινό κι υπαρκτό ένα – μόνο τότε το «θα» δεν θα γίνει «να», αλλά «είναι» θα γίνει. (Ό,τι δηλαδή πάντοτε ήτανε, κι οτιδήποτε πέραν αυτού είναι απλώς εμμηνόπαυσης φιλαυτία.)


This, and this only, is Zenduro φίλες και φίλοι, γρήγοροι και αργοί, σχετικοί κι άσχετοι, ξερόλες και μύστες. Τα χέρια σας είναι οι ρόδες μου, η σέλλα μου είναι το zafu σας και η καταπονημένη μέση μου από τα άλματα είναι τ' αγκυλωμένα σας γόνατα απ' την του λωτού στάση. And I'll grant you one more but the same pearl, as a hint: Όταν πριν δέκα ακριβώς αξέχαστα χρόνια έκανα ολημερίς ψαροντούφεκο στου Αιγαίου τις σειρηνιασμένες βραχονησίδες, κρεμούσα κάποια στιγμή στην σημαδούρα το όπλο μου και επέπλεα ακίνητος-ελαφρύς-ξένοιαστος πάνω στο κυματάκι. (Η καταδυτική στολή μού εξασφάλιζε πλευστότητα έμβρυου, ο ήλιος μού εξασφάλιζε ζωή στιγμιαία και η παρατεταμένη υποξία έναν αιώνιο θάνατο.) Κι όμως, μέσα σ' ΕΚΕΙΝΕΣ τις ΘΕΙΕΣ στιγμές, πεταγότανε το μαλακισμένο μυαλό και πούστικα με ρωτούσε: «Τί κάνεις τώρα ρε Ντάνη εδώ;» «Μήπως έχει ξεσύρει το σκάφος;» «Μπας και σού γαμιέται η γκόμενα;» «Παίζει να 'χουν φουντάρει οι μετοχές σου;» Ξενέρωνα – το ομολογώ – αμέσως και τον εαυτό μου σκυλόβριζα, γιατί καταλάβαινα πόσα αμέτρητα καντάρια μαλάκες ως άνθρωποι είμαστε και τί ύπουλα παιγνίδια μάς έχουνε χώσει στο μυαλουδάκι μας – κι εμείς happy to oblige βεβαίως, με το αζημίωτο πάντα και προπαντός τίγκα στην ευγένεια.


Γι' ΑΥΤΟΝ τον λόγο λοιπόν αγόρασα τώρα-ξανά εντούρο μοτοσυκλέττα! Για να αποκαλύψω βαθιά κραταιά, να εξοστρακίσω σιωπηλά και οριστικά εκείνην την «φωνή» μέσα μου κι έξω μου, που πάντα θα πεταχτεί να με μπερδέψει, να με ανατρέψει, να με κοροϊδέψει. Να σου ξαναπεί πως δεν ξέρεις καν τί σου γίνεται, να σε εμποδίσει το δικό σου να κάνεις, να σου ξεδιπλώσει ένα δεξιώσεως χαλί κατακόκκινο από νομίσματα ψέμματα, από θεωρίες και λόγια, από σύμβολα πίστεως κι ιερές βίβλους. Για να αγκαλιάσω εγώ αυτόν που τόσο δίκαια-άδικα έχω λειώσει στο ξύλο, για να φιλήσω κατάματα και κατάκαρδα αυτόν που 'χω διώξει σκληρά, ενώ έχω τόσο αναζητήσει. Για να αποκαταστήσεις εσύ αυτό που 'χεις κυνηγήσει, να περιθάλψεις αυτό που έχεις τραυματίσει και να ενώσεις αυτό ακριβώς που – χάριν ζωής και δίκην εξάσκησης – σε τόσες χιλιάδες κομμάτια έχεις πετσοκόψει εσύ.



Έναν-ακόμη μικρόν κι άρρητο κανόνα θεμελίωσα σήμερα, καθώς αργά-βραδυνά στην σπηλιά μου επέστρεφα από ένα ολοήμερο, παγωμένο και μουσκεμμένο, ζημιάρικο και τουμπάρικο, πετρώδες λασπώδες, μυοδιαλυτικό και αρθρωσπαστικό zenduro. Κι ο κανών τούτος που δεν σκαλίστηκε σε Μωϋσή πλάκες, ούτε σε Μάο ρυζόχαρτο, καν σε Μπέζος συμβόλαιο απλά κι αδιαπραγμάτευτα λέει:


KANE MONO και ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ το ΔΙΚΟ ΣΟΥ εσύ, κι EΣΥ δεν θα χάσεις.


(Γιατί θα χαθείς.)


Καθότι ετούτο είναι το ύψιστό σου εφόδιο, διόδιο, κατευόδιο.


(Γιατί δεν χρειάζεσαι εσύ πια, τίποτε άλλο.)


Ούτε zen κάθισμα, ούτε endurο μοτοσυκλέττα, χαχαχα!


(Γκάζια γκάζια γκάζια λοιπόν και Gate gate paragate parasamgate, bodhi svaha!)

 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2018

Διαβάστηκε 865 φορές Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018 15:26