Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

Η ιστορία μιας μοιχείας. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


 

Τράβηξε λίγο την κουρτίνα, πρόβαλε ένα μάτι θολό μισό στήθος γυμνό, σιγουρεύτηκε. «Κάτω είναι» μού ψιθύρισε στ' αγγλικά και πήρε το τσιγάρο απ' το στόμα μου απαλά, αφήνοντας πάνω του ένα φιλί γλυκό σαν εσπρέσσο τριπλό. Γύρισε στο κρεββάτι, ξάπλωσε αφειδώλευτα πάνω μου και μου τραγούδησε στο αυτί μ' εκείνην την southern φωνή της ένα μακρόσυρτο «κάτω είν' η δικιά σου, οπότε εμένα βάλε με πάνω του. Πάλι»...


Λένε ότι η αθέτηση, η παράβαση και παραβίαση τής συζυγικής πίστης συνιστούν την μοιχεία. Ισχυρίζονται ότι η αθέμιτη, παράνομη κι εξωσυζυγική σχέση στοιχειοθετεί αυτοτελώς κι ολοκληρωτικώς την μοιχεία. Επιμένουνε δε και συνομολογούν ότι η προσβολή τής τιμής τού συμβίου, η συζυγική απάτη και η αλλοτρία σαρκική μίξη συγκροτούν και επιτομούν την μοιχεία. Για να τελειώνουμε λοιπόν, όλοι ετούτοι που κελαηδάνε τούτα τα λιμοκοντόρικα νομικά – απλώς δεν έχουνε ζήσει δεν ξέρουν, δεν πήρανε γεύση καν, ούτε απ' έξω δεν ακούσανε για «το φόνο». Γι' αυτό κι εγώ αποφάσισα να θέσω την πέννα μου πάνω στα τσαλακωμένα σεντόνια, να τεντώσω το σώμα μου πάνω στην αλλουνού σάρκα, να μιλήσω δηλαδή «από μέσα» κι επάνω στην ίδια την κλίνη τής μοιχαλίδος γυνής. Να συνδυάσω το τερπνόν μετά του επικινδύνου, τα συναισθήματα του κλεψίγαμου με τα άνομα έργα μιάς άπιστης – με την βοήθεια όμως μίας μοτοσυκλέττας κατάλληλης, μιάς μοτοσυκλέττας μοναδικής για δουλειές τέτοιες.


Μια παρέα ζουρλή την βραδυά ήμασταν κείνη. Άσχετοι και λίγοι γνωστοί, πιωμένοι και μερικοί λιάδα, αυτοί μ' αυτοκίνητο, κάποιοι με τις μοτοσυκλέττες μας και καναδυό ξέμπαρκοι μα σοφοί, με ταξάκι. Η συζήτηση τσαλαβούταγε απ' το ποδόσφαιρο ως τις γκόμενες, απ' τα μηχανάκια μέχρι την αφραγκιά, απ' τα ναρκωτικά μέχρι τις πολεμικές τέχνες... κουβέντες ως επί το πλείστον καθαρά αντρικές, να χασμουριούνται άνευ νοήματος κι ακαταπαύστως τα συνοδευτικά γυναικάκια. Εγώ είχα βρεθεί εκεί μόνος μου, μόνος μου με την «Λαβ αβέρτα» μου – καταπώς ο «πρύτανις» Βούλγαρης την αποκάλεσε μόλις την είδε – την γνωστή και μη εξαιρετέα Laverda μου αληθώς. Και ως ασυνόδευτος μπάκουρος, ξεκάρφωτος αρσενικός και ελεύθερος γυναικός, την προσοχή και αδιαφορία μάζευα, την χλεύη των θηλυκών και την ζήλεια αρσενικών – για ακόμη μία βραδυά – μασούσα και έφτυνα και αναρωτιόμουνα στην ζωή μου τί κάνω. (Και δεν πάω στην Λεγεώνα Των Ξένων να καταταγώ ή στα Κατουνάκια στον Άθω να καρφωθώ, απ' αυτήν την μαλακισμένη ελληνική ζωή να γλυτώσω και να σωθώ επιτέλους. Κι ομιλώ για το έτος 1993, μαν! Μιλάω για εκείνην την εποχή όπου όχι μόνο δέναν με λουκάνικα τα σκυλιά, όχι μόνο μπουκώναν με λουκάνικα τα σκυλιά, αλλά υπήρχαν τόόόσα πολλά και παχιά κι εύκολα λουκάνικα που τους τα χώναν και κάτω από την ουρά... για τέτοια φραγκοελληνικά αίσχη μιλάω!)


Μια όμως άγνωστη Tracy με τα γαλλικά της με πλησίασε και με ρώτησε αν βαριόμουν κι εγώ, όσο βαριόταν κι αυτή – μέχρι εκείνην την στιγμή δεν την είχα προσέξει. (Γιατί ο σωστός ο ανήρ, την σωστή την γυνή, ούτε καν ο μαλάκας την βλέπει. Γιατί έχει φρενάρει ως συνήθως μπροστά το λάθος νινί και το σωστό το παιδί, έχει μείνει μαλάκας.) Κι επειδή τόσο εγώ όσο κι αυτή βαριόμασταν το φλύαρο λακριντάκι που είχε στηθεί, μου ζήτησε το κορμί ευθέως να την πάω μια βόλτα μ' εκείνο το πορτοκαλί φασαριόζικο δίτροχο μακρυνάρι με το οποίο είχα αφιχθεί. (Γιατί η σωστή η γυνή, τω σωστώ τω ανδρί(sic), όχι μόνο τον σταμπάρει αμέσως, αλλά μπορεί να του πει και πόσα χιλιοστά τζόγο αποκτήσανε τα ρουλεμάν τού στροφάλου απ' τα απότομα κατεβάσματα μέσ' στην πίστα!) Να πω ότι δεν κοκκίνησα, ψέμματα ίο δεν λέω. Να πω πως τα μάτια χαμήλωσα, είδα τα δικά της έμπλεα φλόγας και τον πυροσβεστήρα τον είχα ξεχάσει δίπλα στην ψησταριά. «Τεά μου» κατάφερα και κάποτε ψέλλισα σε λομβαρδιανά ιταλικά, «ντεκ έκει το μηκανάκι μου φρένα και φλας, ντεν έκει η μάκινά μου σέλα πατάκια, ντεν έκει φως κι αριτμό – πού να σε πάω μωρή καυλωμένη κι υγρή χαράματα μέσ' στη Λεψίνα;»


Μαράθηκε αυτό το δίποδο όνειρο που στεκόταν μπροστά μου μέσ' στο κόκκινο stretch φόρεμα, (που την ελαστικότητά του είχε προ πολλού διαρρήξει). Βουβάθηκε τούτη η καλλονή απ' την απαράδεκτη κι ακαταλαβίστικη άρνησή μου, δεν το πήρε προσωπικά μεν μα σαν να της κόπηκε το string δε, (και όχι από εραστή χέρια). «Δε θα το, δε θα με ξεχάσεις έ;» βουλοκέριασε στα γερμανικά η ξανθιά και την πλάτη μού γύρισε και είδα εγώ μια λεκάνη στητή, μια στήλη φιδίσια καρφί, δυό καπούλια δυό ώμους και κάτω τους δυό πόδια γυμνά που τελειώναν στο πουθενά, (καθώς δεν φορούσε παπούτσια)! Καλοκαίρι ήτανε, στην Ελευσίνα ήμασταν, στο μπαρ τού Αργύρη. Καλεσμένος εγώ, άγνωστή μου αυτή κι όταν κάτι πηγαίνει στραβά κάποια στιγμή, να 'στε σίγουροι πως τούτο λαμπρά κάποιαν άλλη θα πάει. Μόνο που θέλει επιμονή και υπομονή, στοχοπροσήλωση, έρευνα κι αναδίφηση, επιθυμία και πάθος. (Κι από τούτα ΤΟΤΕ εγώ διέθετα άπειρα σπάταλα, καθώς μιλώ για κάνα τέταρτο τού αιώνα νωρίτερα, τότε που το σπέρμα είχε αξία να εκραγεί, σημασία να εκτιναχτεί και σκοπό να πλημμυρίσει κόλπο γυναίκας.)



Έχει τύχει ποτέ σε κανέναν από εσάς να σας ζητήσει «βόλτα» γυναίκα εκτυφλωτική, γυναίκα σάρκινη αληθινή ζωντανή κι εσείς, είτε να κραδαίνετε μία φωτογραφία απ' το μηχανάκι που θάάά φτιάξετε, είτε να έχετε μεν μηχανή, αλλά το σιχτίρι να μην έχει θέση για κλειδαριά καν, let alone για βυζιά Αίτνας, για μήτρα ρήγμα των Οινουσών και για κορμί ευθεία τής Θήβας; Χώρια δε να σκάει αιφνίδια ξαφνικά μια Tracy κανονικά, μέσ' στην αφροδισία και τα ζουμιά, χαράματα-αφεγγάρωτα-εκκωφαντικά κι εσείς ΑΠ' ΤΟ ΘΑΥΜΑ Τ' ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ να τα χάνετε τελικά και τελείως; (Σκέτο δράμα δεν θα πει τίποτα, μωρέ και Κομοτηνή και Αλεξανδρούπολη και Σουφλί μαζί!) Επαναγεμίζω: έχει τύχει ποτέ σε κανέναν από εσάς να σας μιλήσει γυναίκα πραγματική, κι εσείς να μην την ξεχάσετε ούτε μία (1) ελαχίστη στιγμή, για όλα τα υπόλοιπα χρόνια τής ασημάντου και ξεφτιλισμένης ζωής σας;


Για μύρια όσα κακά με κατηγορούν, μα έχω και τα λίγα καλά μου: ένα από αυτά είναι ότι ποτέ δεν ξεχνώ. Ούτε ονόματα ούτε πρόσωπα, ούτε στιγμές ούτε σκηνές. Κι «ένα μεσημέρι» προσπέρασα «της Ακρόπολης τα μέρη» που άδει ο Κόκκοτας, και καβαλλώντας το τελειωμένο Laverda μου κατηφόρισα για Λεψίνα. (Εγώ γεννήθηκα το 1955, η μοτοσυκλέττα ήταν του 1973 κι η Tracy ήταν συνομήλική της, συμμαθήτριά της σε καθολικό σχολείο καλογραιών μάλιστα, από εκείνα που οι πλούσιες βιομηχανικές οικογένειες τού αυστριακού Βορρά στέλνουνε τα κορίτσια τους, ώστε οι αταξίες τους το Χρηματιστήριο και τις Τράπεζες να μην αγγίζουν.) Είχα τις πληροφορίες μου, λίγες μα ορθές, θολές μ' αρκετές – ήξερα πού πήγαινα μα δεν γνώριζα τί θα εύρισκα εκεί, ούτε τί θα αντίκρυζα πλέον. Ήμουν τρελλός τότε: ένα δεμάτι συρμάτινοι μυς, μια ματιά βαθιά κοφτερή, μια ψυχή λυσσασμένη πικρή κι ένα μπουκέττο επιθυμίες προς κατασπατάληση και πότισμα τού σύμπαντος θηλυκού κόσμου. Ο κρίκος που κρεμόταν απ' τ' αριστερό μου αυτί χωρούσε πελαργών οικογένεια, τα πυκνά και μακρυά κατσαρά μου μαλλιά κρατούσαν το αλάτι τής θάλασσας επί μήνες, τα χέρια μου στραμπουλούσαν κλειδωμένα-σφιχτά τα τιμόνια μοτοσυκλεττών και οι μηροί μου κρατούσαν τεντωμένα-ανοιχτά τα στημόνια γυναικών – that was my life then and there, "in so many few words" που λέει κι ο Τζο Πέσι βεβαίως.


Πάρκαρα έξω απ' την πόρτα της, χτύπησα το κουδούνι της και περίμενα στην μέση τού δρόμου. Μια κουρτίνα τραβήχτηκε, μια Tracy εμφανίστηκε κι αμέσως το «κάδρο» αυτό άδειασε. Για να μετασχηματιστεί αργότερα-δυό λεπτά σε ένα δερμάτινο κοντούλι-στενό τζάκετ, ένα τζηνάκι στενό και λειψό που τέλειωνε δυό χιλιόμετρα πριν δυό πάνινα παπουτσάκια δετά κι όλα ετούτα μετέφεραν από πάνω τους την ξανθιά χαίτη τής Tracy αυτοπροσώπως και εν σαρκί, που κρατούσε ένα κράνος! Η φλασιά ήτανε τόσο δυνατή, που δεν διέκρινα τίποτα: άκουσα μόνο μια βαριά προφορά τού σκανδιναβικού βορρά, με τις εξής σημαντικές τέσσερις φράσεις: «Γειά σου κούκλε (πρώτη). Το κράνος είναι του Μπάμπη (δεύτερη). Λείπει τώρα αυτός (τρίτη). Πού πάμε λοιπόν; (τέταρτη)»


Γυρίσαμε αργά το βράδυ πυρακτωμένοι κι οι τρεις, ανεβήκαμε μόνον οι δυό, για το ατέλειωτο ακόμα-ένα.


Ξέρω ότι οι ρέκτες και αναγνώστες μου διψούν για τις ανά-το-πανελλήνιο γνωστές σεξουαλικές αναμεταδόσεις τού Φώτου. Σόρρυ γκρίνγκος μου, σας συλλυπούμαι γριέγος μου, μα την φορά τούτη... "no honey". Επειδή από την Ελευσίνα κατάγομαι κατά το ήμισυ, επειδή η Ελλαδίτσα ένας μπιντεδάκος στενός και μουρμούρης είναι ακατάπαυστος κι επειδή στην Κυψέλη – την δική μου Π.Ο.Π. χρονιά – βαρελιάσαμε ΜΟΝΟΝ Κυρίους, εγώ λέξη για την κυρία δεν λέω. Άλλη απ' το ότι there's no other Tracy than this one, Tracy σαν αυτήν ούτε η Αυστραλία ούτε η Ιαπωνία διαθέτουν, ούτε περπάτησε ποτέ της στο Σαν Τροπέ, ούτε στην Μύκονο σαμπάνιες απ' τις γόβες της ήπιαν. «Διορθώστε με αν κάνω λάθος» που έλεγε σαχλοπούστικα ένας παπάρας συνάδελφος, «αλλά εγώ λάθος ΔΕΝ κάνω» τον συμπληρώνω εγώ, μόνον λάθη-στον-πληθυντικό εγώ κάνω. Μα λάθος σαν κι αυτό που τα αντράκια συνέχεια κάνουνε, να τονε ψιλοτσαλαβουτάν σε σχισμή και μετά να στήνουν αναπαράσταση λεπτομερή στην παρέα με τα κολλητάρια... εγώ επ' ουδενί πράττω. Το τί κάνει ο άντρας και η γυνή – ιδιαίτερα εάν η γυνή είναι αλλουνού άντρα – αποτελεί ριψοκίνδυνη μεν μα πάντοτε προσωπική επιλογή, κι εγώ ντουντούκα δεν βγάζω. Μπας και ποντάκους προσθέσω στο ασθενοσπερμικό τσουτσουνάκι μου, μπας και διατρανώσω τί μπήχτης-φονιάς είμαι, να κρύψω τί καλησπεριζτής-πελατάκος πιάνομαι φυσικά από παν και τυχόν στραβοκαβλαντισμένο κι αλλού-δοσμένο αιδοίο.


Κατεβαίνω συχνά πια στην Λεψίνα. (Έτσι πρώτος ο Μ. Καραγάτσης την έγραψε κι εμένα μ' αρέσει η φιλολό «αρβανιτιά» τούτη.) «Έχω κάτι ξαδέλφια εκεί» λέω και καθαρίζω, μισοθάβω υπόνοιες και σκοτεινιάζω υποθέσεις, σκορπάω τις ύπουλες πονηρεμένες ματιές και διαπερνώ τον κατηφορικόν ισθμό τού Δαφνιού πνιγμένος μέσα σε μια ξερή «πέμπτη». Με ξέρουνε οι τρελλοί και στα κάγκελλα βγαίνουνε, ουρλιάζουν κι αυτοί όπως ουρλιάζω ιπποτικά-θριαμβευτικά κάθε φορά που περνάω – ας κάτσω λίγο εδώ, για να πω τούτα. Τί κάποτε, ένας ποινικός μού 'χε πει; «Είσαι εσύ έξω εκεί, γιατί είμαστε μέσα εμείς, μην το ξεχάσεις αυτό, να το ξέρεις.» Κυκλοφοράνε εκτός οι γνωστικοί σαν τρελλοί, αφού κι επειδή «μέσα» βρίσκονται κλειδωμένοι με τις ενέσεις στις φλέβες τους και τα ψυχοφάρμακα στα συκώτια τους οι τρελλοί γνωστικοί. Το γνωρίζω κάλλιστα τούτο λοιπόν και μόλις «καθαρίζω» απ' το Παλατάκι, κουρμπάρω δεξιά την ψιλοανηφορική και καθώς περνάω μπροστά απ' το Ψ.Ν.Α., τελικιάζω το εκκωφαντικό μου Laverda όσο μπορώ, χαρακώνω και υπογράφω την νύχτα με την ύβρη τής ελεύθερης Conti μου, με το βαθυλάρυγγο ρούφηγμα των αφίλτρων Dellorto μου, κρατώντας και τις δυό βελόνες των NipponDenso μου στο κόκκινο μέσα. Γιατί ΑΥΤΑ συντονίζουνε το κορμί, ΤΟΥΤΑ συγκλονίζουνε την ψυχή, ΕΚΕΙΝΑ ξεσηκώνουνε την καρδιά που πολλών έχει πλέον δειλιάσει, βουλιάξει. Και ΤΕΤΟΙΑ, ΜΟΝΟ τρελλοί τα καταλαβαίνουνε, οι ψυχασθενείς μέσα στο Ίδρυμα κλειδωμένοι-χαπακωμένοι κι ο τελευταίος σαλός εγώ έξω ελεύθερος-σπηνταριστός, που πήγα και τούτες μοτοσυκλέττα και γυναίκα καβάλλησα και διέπραξα τέτοια μοιχεία.


Στην λίμνη τού Κουμουνδούρου κόβω δεξιά και γλυκά, παραστάτης μου η φλόγα τής ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ, προπέτασμά μου η τσιμεντόσκονη τού ΤΙΤΑΝ, οδηγοί μου τα φουγάρα τής ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ, μπαίνω στην ιερή πόλη τής Δήμητρας και σταματώ κατ' ευθείαν στην πόρτα τής Tracy. Στήνω το Laverda μου δίπλα της, τα κλειδιά – προσέξτε – τα αφήνω επάνω επίτηδες ως κάρφος εν τω παντεπόπτη οφθαλμώ τού κουτσομπόλη μικρόκοσμου τούτου, σαν ένα στεφάνι τιμητικό στον τάφο τού συζυγάτου, σαν αγκάθι ξερό στην παστάδα τής συμβίωσης, σαν πρόκα ανίερη στο κιβούρι μιας νεκρής σχέσης. Κι ανεβαίνω δυό-δυό τα σκαλιά, όπως ακριβώς κι ήδη ξεκουμπώνω δυό-δυό τα κουμπιά, μέχρι την πόρτα τού διαμερίσματος που ανοιχτή μ' αναμένει, μέχρι να πετάξω τζην και δερμάτινο στον καναπέ, μέχρι να διασχίσω το χωλλ όπου θα κλωτσήσω τις μπόττες μου, ώστε με μια καρφωτή-αριστερή γυμνός στο κρεββάτι το συζυγικό τής Tracy να πέσω. (Με την Tracy μέσα του αυτό φυσικά, μια Tracy απαράλλαχτη και θερμή, αναμένουσα και υγρή... σαν την τελευταία φορά πάλι.)


Όπισθεν, για μια μικρή αναδρομή τώρα: όταν η Tracy με είδε ξανά, μετά την άτυχη-τζούφια πρώτη φορά, μού 'πε: «Αν εσύ είσαι αυτός που τότε, τότε εγώ είμαι εκείνη που τώρα.» Κι όταν δύο λεπτά αργότερα αντίκρυσε και το Laverda, έκατσε στριμωχτά-αγκαλιαστά-αποπνικτικά στην μιάμιση σέλλα του και οργάστηκε με τους ενδοστροφαλικούς κραδασμούς του κατ' ευθείαν στην μήτρα της, σε απλά και μπαμπινιώτικα ελληνικά δήλωσε: "If looks could kill, you should be wanted for mass-murder". (Και άντε να το μεταφράσω: «εάν η 'μούρη' σκότωνε, εσένα θα σε ψάχναν για κατά συρροήν φόνους».) Έτσι λοιπόν την δευτέρα φορά η Tracy εκείνο το μεσημεροαπόγευμα στην Λεψίνα το κράνος τού Μπάμπη της φόρεσε, τους μηρούς της διάνοιξε κι ανεβαίνοντας στο Laverda με κράτησε τόσο χαμηλά και τόσο σφιχτά, που μου πεταχτήκαν τ' αρχίδια απ' τα μάτια. (Ας ιατρικώς το τσιχλώσω λιγάκι κι εδώ.) Ενώ στα σκάρτα-σαράντα μου κανονικώς και φυσιολογικώς το αίμα κάάάποια στιγμή περνούσε ΚΑΙ απ' τους όρχεις μου, με το που καβάλλησε η Tracy το Laverda, με το που πέρασε τα χεράκια της στην μεσούλα μου, αίμα και σπέρμα βαρέσαν «εξόδου» βιαία και υπερχείλιση στιγμιαία, αφρίσανε τα υγρά, τινάχτηκαν οι βαλβίδες αποπιέσεως, «ο κύριος τρίτος, επειγόντως στο κατάστρωμα τώρα» ακουστήκαν τα μεγάφωνα μέσα στο πλοίο. (Διότι Γυναίκα φίλοι μου είναι ΑΥΤΗ που σ' τα πετάει προτού τονε βάλεις μέσα εσύ και ΟΧΙ εκείνη που, αφού έχεις τελικιάσει και καεί στο «σπρώξε και σκάψε» εσύ, καταδέχεται να της το στάξεις κομμάτι.) Και γιατί χρησιμοποιώ ναυτικά παραδείγματα, όρους καραβίσιους και του Εμπορικού Ναυτικού; Γιατί εκείνην την ίδια στιγμή που έπεφτα εγώ στην Ελλάδα στην Αττική στην Λεψίνα επάνω στην Tracy, κάπου ανάμεσα Kόμπε και Ρόττερνταμ, ο σύζυγος και κατά το ήμισυ κάτοχος τής ανόμου κλίνης ετούτης τρίτος μηχανικός Κρανάκης Χαράλαμπος θα ένιωσε μιαν απροσδιόριστη μα σαφή σουβλιά διπλή στο κούτελο πάνω. (Για πονοκέφαλο δεν νομίζω, για πάρεση είναι νωρίς, για ημικρανία... πού τέτοια τύχη – κέρατο είναι και λέγεται τούτο μωρέ και δεν είμαι γιατρός να βγάλω συμπέρασμα, εραστής και λάτρης τής μοιχαλίδας γυναίκας του είμαι.)



Ποιά χρονιά σάς είπα πως γίνονται αυτά; Το 1993 σάς έγραψα, τότε που κατείχα τόσες μοτοσυκλέττες that I don't care to remember no more, την έχω γυρισμένη την σελίδα αυτή πλέον. Κι αν το Laverda μου εσπευσμένως το τέλειωσα, του έβαλα φώτα και πινακίδα τού βίδωσα, στα φρένα έκανα πλήρη εξαέρωση και αγόρασα σπέσιαλ σέλλα, ήταν για να κατεβαίνω Λεψίνα ΜΟΝΟ Μ' ΑΥΤΗΝ και να βρίσκομαι – συνευρισκόμενος – με την Tracy. Το γεγονός ότι διέθετα τόσες άλλες μοτοσυκλέττες ουδόλως με «έψηνε», το γεγονός ότι υπήρχαν και άλλες γυναίκες στην ζωή μου εκείνη την εποχή ουδόλως με αφορούσε. Γιατί – όπως ο Μέλιος εδήλωσε – «άμα κάτσει η μοιχεία, τί να σου κάνει και το στεφάνι;» A very distant second? Άμα καβαλλήσεις ΤΟΥΤΟ το Laverda, τί να σου πουν Kawasaki 900 Νinja και Suzuki 500 RG, Moto GUZZI Le Mans και Norton Commando, BSA M20 και Scrambler Ducati, Husqvarna 400 WR και Kreidler Florett; Και για να το σκουπίζουμε: άπαξ κι έχει κάτσει μεσημεριάτικα ή χαραματιάτικα μια Tracy εκεί επάνω, ΕΝΑ πρέπει να κάνω εγώ και το είπε ο φίλος μου Γιώργος: «Μπράδερ» μού σκάει μια μέρα που με είδε να κοιτώ το Laverda ξεζουμισμένος κι ανοϊκός, «τούτη τη δερματίνη τής σέλας, μόλις σπατσάρεις με την καυλιάρα τρελή, να την ξηλώσεις και να τη ράψεις δυό αλλαξιές σώβρακα κι αν σου βγει, μια φανέλα. Έτσι για να το φορέσεις επιτέλους κατάσαρκα αυτό το μουνί και για πάντα, κατάλαβες;» (Τέτοιους φίλους κυρίες και κύριοι διέθετα εγώ στην ζωή, και οι μεν κύριοι δεν το αντέξανε, οι δε κυρίες τούς την πέσανε και χαθήκαν απ' την ζωή μου κι οι δύο.)


Δίκιο έχει αυτός, δίκιο έχετε και εσείς, εγώ το δικό μου το δίκιο θα το βρω πότε; Ποιός να με καταλάβει εμένα που είχα παρατήσει μοτοσυκλεττάρες γκαγκάν και τραβιόμουν με το ιταλικό τρικύλινδρο που βενζίνες μού έφτυνε, πρόστιμα για ηχορύπανση μ' έραινε, μυρμήγκια απ' τους κραδασμούς στα χέρια μού γάζωνε και την μπαταρία του άδειαζε κάθε λίγο; (Και πού να βρω το κουράγιο να το σπρώξω εγώ, μετά το άλλο το σπρώξιμο το εκείνο;) Ποιός να με καταλάβει εμένα που είχα παρατήσει γυναικάρες αναντάν-μπαμπαντάν και τραβιόμουν με την ισπανοαμερικάνα, την σουηδοκρεολή, την αφρικανοκινέζα την Tracy; Που απόθετε τους μαλακούς βαριούς και καυτούς της μαστούς πάνω στο στέρνο μου κι αισθανόμουν εγώ σαν τον κομμουνιστή και Πρώτο Αντιστασιακό τον Μέγιστο Κώστα τον Κάππο, που του βάζαν οι Εσατζήδες στο στήθος επάνω ένα τσιμέντο σακκί και τον αφήναν εκεί ξεψυχώντα για ώρες; Που της έφραζα με το σεπτό συζυγικό μαξιλάρι το στόμα τής ουρανομήκους κι οργαζομένης μήτρας αυτής – αφού δεν βγαίναν μόνο οι γειτόνοι στα μπαλκόνια και τα παράθυρα, δεν βγαίναν μόνο οι σμηνίτες απ' την 112 Πτέρυγα Μάχης στ' αεροδρόμιο, μα ακόμα κι αυτοί οι τρελλοί από το Δαφνί το γαμήσι στον αέρα το πιάνανε και «βαράγανε» άρνηση συσσιτίου! (Γιατί όταν η Tracy έμπαινε σ' οργασμό, έβγαινε η Γκεστάπο μαζύ με την ΚαΓκεΜπε, κυκλοφορούσαν οι Μαύροι Πάνθηρες αγκαλιά με την Κου Κλουξ Κλαν, σεριάνιζαν οι Χίτες αγκαζέ με την ΟΠΛΑ – να το δυναμώσω ακόμη λιγάκι το volume τού κείμενου ή σας αρκεί μέχρι επόμενης παραγράφου;)


Ο μόνος που με είδε, που την είδε, που μας είδε μαζύ ήταν ο Μέλιος. Ψυχή δικιά μου πολύ, ένα βασανισμένο παιδί που στρίβοντας με το ποδήλατό του απ' την γωνιά, Ελευσίνιος ων από γέννα και τα κατατόπια τα πονηρά από λίκνου γνωρίζοντας, μόλις μπάνισε το Laverda κάτωθεν παραθύρου και επάνω του τα κλειδιά, όταν με βρήκε μού είπε: «Ξάδερφε μπράβο σου, ΑΥΤΟ είναι μηχανάκι για μοιχεία». Εγώ υποδύθηκα τον ανήξερο μπας και σώσω την σύζυγο απ' τα περιώνυμα «μανταλάκια του περίπτερου» που οσονούπω οι κακίστρες θα τηνε βγάζανε κρεμασμένη, μα ο Μέλιος σωστά μού το 'στρωσε πάλι. «ΤΕΤΟΙΑ γυναίκα, ΜΟΝΟ με ΤΕΤΟΙΑ μηχανή μπορείς να την πάρεις.» (Κι ώρες-ώρες ανησυχώ μήπως μόνον εγώ έχω μείνει ως συγγραφέας καλός, ευτυχώς όχι. Όλοι μα όλοι οι άνθρωποι έχουν κάτι εκπληκτικό θεαματικό, άρρητο κι άπαιχτο να σου πουν κι ο Μέλιος την έσταξε την κουβέντα του, τον πριτσίνωσε εκεί στο πυρακτωμένο ελευσίνιο λερό πεζοδρόμιο έκτοτε τον χρησμό του δια βίου.)


Κι αφότου εκείνο το πρώτο μεσημέρι προκλητικά το Laverda παρκάρισα και την Tracy καβάλλησα, άλλη μοτοσυκλέττα και άλλη γυναίκα εγώ δεν ακούμπησα. Μέχρι σήμερα. (Έτσι.) Αφότου ακούστηκε ΑΥΤΗ η βροντή στο Δαφνί κι ΑΥΤΟΣ ο σουμιές στην Λεψίνα, εγώ «παντρεύτηκα» κύριοι, ΚΑΙ γυναίκα ΚΑΙ μοτοσυκλέττα. Σπάσανε τα τηλέφωνα απ' τις δίμετρες, γέμισαν σκόνη οι δίτροχες – εγώ μόνο «στενάχωρο» που δεν έβαλα, μόνο δίγαμος που δεν έγινα. Εκείνα τα στακάτα των βαλβίδων της χειροκροτήματα, εκείνα τα μελάτα των βυζιών της αντιμάμαλα με έχουν για πάντα στοιχειώσει. (Αnd I'll stretch it a bit more, σαν το τεζαρισμένο φόρεμά της τής πρώτης φοράς που την είδα.) Εκείνοι οι τεκτονικοί κραδασμοί τού τρικύλινδρου ξερά-βιδωμένου στο σιδερένιο πλαίσιο πάνω μού θυμίζαν αυτούς τους γεωπλακών οργασμούς μας πάνω στο ξύλινο τελάρο τής κλίνης. Εκείνη η γκαζιά τού Laverda με χάραξε, όπως ακριβώς αυτή η νυχιά τής Tracy με όργωσε κι ας μου μηνύσαν ότι «σε ψάχνει ο Μπάμπης, για να σε σφάξει». Ότι «άμα δει πάλι τη μηχανή από κάτω, θα σ' την κάψει αυτή» τα μαντάτα με φτάνανε, και να 'μαι εγώ επάνω καβάλλα κι ανέμελος με ένα μπουκάλι νερό στα πόδια τού κρεββατιού, ένα μπουκάλι νερό στην μέση τού κρεββατιού κι ένα μπουκάλι νερό στο κεφαλάρι τού κρεββατιού... γιατί όποιος κύριοι ανέλαβε την Tracy να γλείψει – η Σαχάρα, Ανθοκομική Έκθεση Κηφισιάς θα του φανεί, το δίωρο γαμήσι μαζί της ένα εικοσαήμερο Παρίσι-Ντακάρ θα αποδειχθεί, θα κινδυνεύσει ΚΑΙ από εκσπερμάτιση, ΚΑΙ από αφυδάτωση – για τέτοια χιλιόμετρα σάρκας μιλάω. (Γι' αυτό άφηνα επάνω τα κλειδιά μου εγώ: ΚΑΙ ως μήνυμα ΚΑΙ ως μέτρο ετοιμότητας, ΚΑΙ ως προθέσεων δήλωση ΚΑΙ ως τεχνική διαφυγής – τί να λέμε ρε όμπρες μου, μ' ένα "those were the days" θα κλείσω.)


«Άμα σε βρει πάνω, θα σε φάει αυτός» επιμένανε, «μα δεν υπάρχει κανένας επάνω ρε πείτε του, τον έχει φάει όλον η Tracy» απαντούσα εγώ, μα ουδείς ήτο διατεθειμένος να καταλάβει. «Άμα τη δει τη μηχανή κάτω, θα σ' τη λαμπαδιάσει» επαναλαμβάνανε, «ρε πείτε του πως η φωτιά έχει ήδη επάνω συμβεί, επάνω να στείλει την Πυροσβεστική, δεν του φταίει το Laverda»! (Άσ' τα να πάνε, αλήτικες κουβέντες αυτές και συμφωνώ: ας όψεται η μοιχεία κι εμένα τα τζιέρια μου δεν ήταν για ομηρικές ναυμαχίες με απουσιάζοντες τρίτους μηχανικούς, ούτε για οδομαχίες με σόγια παρόντα και τσαμπουκαλευόμενα, την τιμή τής αλλοεθνούς συζύγου άσπιλη να κρατήσουν.) Κάθε φορά που στην Κυψέλη ακουγότανε το τηλέφωνο, έλεγα πως δεν το σηκώνω και δέκα-λεπτά-μόνο αργότερα, τσιγάρα μού δίναν και καλό κατευόδιο οι τρελλοί τού Δαφνίου. Όλο έλεγα πως βαρέθηκα το σκληρό γκάζι τού Laverda και θα διάλεγα το μαλακό γκάζι τού Ninja, μα ποιός είπε αλήθεια στον εαυτό του ποτέ και ψέμμα στις πράξεις του; Και κάθε φορά που περιπλέω τον Σκαραμαγκά, κάθε φορά που διαπερνώ αδιάφορος-βιαστικός το βιομηχανικό νέφος τού Θριάσιου, κάθε φορά που επισκέπτομαι το σοδομημένο χωρίο τού Λάτση χαμογελώ και ομολογώ ότι η τωρινή μου ζωή δεν αξίζει παρά μόνο για να οδηγώ το Laverda μου και για να πηδάω την Tracy. Η απονενοημένη εκείνη μου η ζωή είχε ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ διχαστεί ανάμεσα σε μία Μοτοσυκλέττα και μία γυναίκα και είχε ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ενωθεί από μία Γυναίκα και μία μοτοσυκλέττα, τελεία. (Ακόμη κι εγώ, καλύτερα δεν θα μπορούσα να το 'χα πει.)


Πολλές φορές έκτοτε έγραψα για «δαντελένια κλιπόν», για «γόβες καμπύλων αισθήσεων», για «στήθη αλουμινένια βαριά και στροφαλοφόρους οργασμούς ατελείωτους» και ελάχιστοι καταλάβαν. (Αυτό το 'χω λύσει και λήξει: είναι ΠΑΝΤΟΤΕ οι λίγοι, οι εκλεκτοί, που θα καταλάβουν. Γιατί ΑΥΤΟΙ ψάχνουν και ψάχνονται, οι πολλοί μασάν ό,τι βρούνε και ό,τι τούς δώσουνε.) Κι αν ήξερα να γράφω καλά, άντε λίγο καλύτερα θα έπαιρνα ξανά το μολύβι και το χαρτί και δεν θα 'γραφα μα θα ζωγράφιζα πια, να χρωματίσω μοναδικά λέξεις και ώρες. Σκηνές και στιγμές, κινήσεις και πράξεις, ήχους βογκητά μυστικά, πουλιά που τιτιβίζουν χαράματα και κινητήρες που βρυχώνται τις νύχτες. Μια γυναίκα που δίνεται φανερά απ' τον άντρα της κι ένας άντρας που δίνεται ανοιχτά στην γυναίκα. Μια μοτοσυκλέττα που περιμένει υπομονετικά από κάτω με τα κλειδιά πάνω της, ένας άντρας που έχει ανέβει επάνω σε μια γυναίκα αρπαγμένα βίαια δυνατά και μια γυναίκα που έχει κατέβει στα υπόγεια ψυχικά τού άντρα και τα ανατινάζει και τα σκορπά ένα-ένα. Ξέρω πως είναι απαγορευμένα αυτά, απ' την Ζωή όλα καταδικασμένα «στο πυρ το εσώτερον» διορθώνω εγώ κι ανταπαντώ, πως η κυρία αυτή που την λένε Ζωή... δεν καβαλλάει Laverda. Κι ούτε αντέχει – γυναίκα αυτή – να τολμήσει να καβαλλήσει την Tracy και ΤΟΤΕ να έρθει για να μου πει, να με κρίνει, να μου τ' απαγορέψει. Να σβήσει το όνειρο ωμό ζωντανό, να εμποδίσει το ασυλλόγιστο αρσενικό και το θηλυκό το πορνικό να μαντρώσει.


Πώς απολογούμαι εγώ; (Μα δεν έχουμε δα στήσει και δικαστήριο κιόλας!) Ένα μόνο θα πω: πόσοι στάθηκαν τυχεροί σε ΑΥΤΗΝ την ζωή, ΚΑΙ τις δυό να γνωρίσουνε με την μία; ΚΑΙ μια Laverda, ΚΑΙ μία Tracy να καβαλλήσουνε – και τις δύο ταυτόχρονα με μερικά λεπτά μόνο διαφορά ώρας; (Δεν ρωτάω εγώ και απάντηση δεν θέλω εγώ.)


Είναι αλησμόνητη απλώς η φορά που, κατεβαίνοντας απ' ΑΥΤΗΝ την μοτοσυκλέττα κι ανεβαίνοντας σε ΑΥΤΗΝ την γυναίκα, νιώθω σαν να μην υπάρχει καμμιά διαφορά. Είναι επώδυνη απλώς η φορά που, κατεβαίνοντας απ' ΑΥΤΗΝ την γυναίκα κι ανεβαίνοντας σε ΑΥΤΗΝ την μοτοσυκλέττα, νιώθω σαν να μην υπάρχει καμμιά διαφορά. Γιατί τούτες οι δυό θηλυκές είναι η γραμμή ΑΚΡΙΒΩΣ που ο Ουρανός ενώνεται με την Γη και τον ορίζοντα τούτον δεν τον βλέπεις ποτέ, δεν τον νιώθεις ποτέ – ΜΙΑ φορά στην ζωή σου θα τον ζήσεις ασύγκριτα κι αλησμόνητα κι από τότε θα τριγυρνάς σιωπηλός, παραλοϊσμένος. Ένα σώμα ομοούσιο κι αδιαίρετο είναι οι δυό τους – γυναίκα και μοτοσυκλέττα – ζεστό γεμάτο καμπύλες και γωνιές, σάρκινα σίδερα και μέλη κραμάτων, λάδια ζουμιά, αίμα νεφρά, σάλια και γράσσα. Φιλιά δαγκωτά όπως μαγκώνουν οι σιαγόνες τα φρένα της, σφιξίματα τεχνικά όπως κλειδώνουν οι μηροί μου την λεκάνη της, θολώματα συντελειακά όπως σκοτεινιάζουν τα μάτια μου τα μαλλιά της. Ντίζες και νήματα, χέρια και νύγματα, παραισθήσεων χρώματα και βερνίκια κορμιών, αρθρώσεις σε παρατεταμένους σπασμούς και μυς παραδομένους σε υπερβατικούς ήχους. (I know, I'll call it a day, λίγοι αντέχουνε.)


Δεν μιλάω, παραμιλώ. Δεν γράφω, μα τραγουδάω. Πώς άκουσα μία μόνο φορά μέσα στην νύχτα αηδόνι; (Και ήταν τυχαίο που ήμουν με το Laverda ξανά;) Άμα λοιπόν ζήσεις μία στην ζωή σου φορά ένα Laverda μια Tracy ένα αηδόνι μια σκοτεινιά, θα ουρλιάζεις συνέχεια παραδομένα οργασμικά από εντελή ευτυχία. Από άμετρη χαρά, από άφατη ηδονή, από άκοφτη – επαναλαμβάνομαι – ευτυχία. Δεν ξέρω πώς έχουν ταιριάξει τούτα τα τέσσερα μέσα μου, μα το αηδόνι μού θύμισε το Laverda μου, το οποίο με κόλλησε με την Tracy, η οποία με πάντρεψε με το σκότος.



Αυτή είναι όλη-κι-όλη η ουσία τούτης της παράξενης ιστορίας. Μπορεί απ' την απροσδόκητη εξέλιξη μιάς μοιχείας να ξεκίνησε, μπορεί στην έκφραση μοτοσυκλεττιστικών αισθημάτων να αναπτύχθηκε, μα σ' ένα αηδόνι μέσ' στο σκοτάδι κατέληξε κι εδώ είναι όλο. Σκότος και αηδών να με προειδοποιήσουνε θέλουν πως "you're on the clock boy", ότι «κάποια πρόσωπα είναι πολύ δυσαρεστημένα μ' εσέ και δεν μπορούν να συγκρατηθούνε», πως «το παράκανες κι εσύ μωρέ, ν' αφήνεις τα κλειδιά φόρα-μπροστά, πάνω στο μηχανάκι»! Γιατί κάποια στιγμή ο σύζυγος και τρίτος μηχανικός τού Εμπορικού Ναυτικού θα έρθει μαζί με το σόϊ του καβαλλώντας τις λοιπές μου μοτοσυκλέττες – ορίστε ο μπατζανάκης επάνω στο Thunderbolt, ο αδελφός επάνω στο 3HW, το κολλητάρι θα γκαζώνει να μην του μπουκώσει το Maico κι από πίσω κι ένας πορτιέρης ενίσχυση-για-τα-δύσκολα να παντιλικιάζει το Bol d' Or μου. Και όλοι ετούτοι ΜΟΝΟ ΕΝΑ έχουνε στο μυαλό: ότι «η επί μοιχεία δίωξις χωρεί μόνον επί εγκλήσει των προσβληθέντων», παρ' όλον ότι το αδίκημα σήμερα έχει απωλέσει το ποινικό του υπόβαθρο παραμένει όμως μια απαράδεκτη ανθρώπινη διαστροφή, μια τσογλανοειδής όσο κι ανόσια παρεκτροπή, ένα φτύσιμο στο πρόσωπο όσων έχουν βολευτεί με γλυκά ψέμματα κι αυταπάτες αθώες. Όποιοι στοιβάξαν πίσω απ' τις πόρτες τους «μισθούς και συντάξεις» κι αφήσανε τις γυναίκες τους μόνες τους, λαλημένες και εύκολες, τρυγήσιμες και αγάμητες, σαλταρισμένες κι αχόρταγες, κυκλοφορούνε και κάποιοι που «Λαβ αβέρτα» τις νυχτιές καβαλλούν και είναι πρόθυμοι κι έτοιμοι ν' απαρνηθούνε, να κινδυνεύσουν.


Τίποτε πλέον δεν με νοιάζει εμέ. Στα ολοστρόγγυλα και στραγγισμένα μου τέτοια μου η όποια μανούρα, μαζί με την όποια κουλτούρα. Εγώ θα συνεχίσω συνεπής στον δρόμο που μου άνοιξε το Laverda μου και τον τοίχο που μου έστησε η Tracy του. Γιατί έχω τους «τρελλούς» απ' το Ίδρυμα εμένα να με κρατούν, αυτοί είναι σαν τον αρχαίο χορό μέσα στην αττική τραγωδία που τους θεούς συγκρατεί, τους ανθρώπους φρενάρει. Τις Εκκλησιάζουσες μαζί με την Λυσιστράτη κάπως περιορίζουνε, τις Τρωαδίτισσες μαζί με τον Οιδίποδα επί Κολωνώ ορμηνεύουν – «θεοί από μηχανής» δεν υπάρχουνε πια, παρά μόνο είς Κυψελιώτης πάνω σε ένα Laverda. Που πηγαίνει για μια τελευταία φορά να γαμήσει την Tracy με όχημα ένα μοιχευτικό δίκυκλο, συντρίβοντας υπεσχημένα και κεκτημένα, όρκους πίστης αιώνιας, ψεύτικης αγάπης συζυγικής κι στυγνής αιματηρής προδοσίας. "Who knows" δεν έγραψε και τραγούδησε ο Χέντριξ; «Κανείς» απαντάω εγώ ως άλλος ομηρικός Οδυσσεύς, κι απλώς σηκώνω την αριστερή μου γροθιά και με την δεξιά χούφτα σκάβω το γκάζι. Κι αμέσως πετάγονται στα παράθυρα πάλι οι αληθινοί ζωντανοί στο Δαφνί να χαιρετίσουν τον μελλοθάνατον άνδρα, χτυπιούνται στα κάγκελλα αφιονισμένοι-χαροκαμένοι οι τρελλοί, αποδίδοντας τις τελευταίες τιμές σ' εκείνον που δεν δίστασε ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ το ανδρικό ΔΙΚΟ ΤΟΥ να κάνει. Ιδιαίτερα προς, κάτω, δίπλα, μέσα και πάνω σε μία Tracy φονική, που είχε τον αποφασισμένο σύζυγο με την πριονισμένη κοντόκαννη από ώρα ειδοποιήσει.

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2013

Διαβάστηκε 1141 φορές Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017 20:31