Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

"Memento mori". (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)

 

 

Με τον κύριο Θάνατο δεν έχω πολλά-πολλά. Δυό φορές τον συνάντησα: την πρώτη από κάπως μακριά, την δεύτερη από εντελώς κοντά, μα πιο κοντά από τούτην την τελευταία ελπίζω να βρεθώ στον δικό μου τον θάνατο.


Ο θείος μου Τάκης πέθανε στην Ρώμη, από καρδιά, στον ύπνο του μέσα. Σαραντάρης κιμπάρης και κοσμικός, εργατικός ερωτιάρης εκδηλωτικός, κανακεμένος από την μάνα του, καπελλωμένος απ' την γυναίκα του και υμνημένος απ' τις δύο του κόρες – κοιμήθηκε στο ξενοδοχείο μετά από χαρτοπαίγνιο και δεν ξύπνησε απλώς τούτος. Επόμενη σκηνή τού δράματος ήταν όταν μια «καλοθελήτρια και σπιουνομούνα» κουτσομπόλα έσπευσε να το ανακοινώσει στην μάνα μου: χτύπησε το κουδούνι τού πατρικού μας σπιτιού, της άνοιξε πρόθυμα-χαρούμενα-ανύποπτα η μανούλα μου απ' την κορφή τής μαρμάρινης σκάλας κι εκείνη η οχιά, τής πέταξε το οικτρό νέο στα σκαλοπάτια και την κοπάνησε ψυχρά δολερά, σωριάζοντας μια γυναίκα-κομμάτια με το μακάβριο αγγελτήριο να της έχει τυλιχτεί στον λαιμό, να της έχει παραλύσει χέρια κι αναπνοή, να σφαδάζει από αναπάντεχο δάγκωμα Μοίρας.


Τελική σκηνή τού βαρετά καθημερινού, μα ασυνήθιστα αποδεκτού αυτού δράματος; Στο 2ο Νεκροταφείο Αθηνών, μπαίνοντας κάτω και δεξιά, σ' εκείνον τον τριώροφο οικογενειακό τάφο που η γιαγιούλα μου είχε φροντίσει εγκαίρως να χτίσει. (Αν σας πω ότι η αρχιτεκτονική γραμμή του είναι κάτι ανάμεσα σε Πικιώνη και Τάκη Ζενέτο, Άρη Κωνσταντινίδη και Προβελέγγιο δεν θα με πιστέψετε εσείς και πολύ κάνετε. Τί δουλειά είχε η ελευσίνια γραία με τους αφαιρετικούς τιτάνες τού σχέδιου; Καμμία. Απλώς αν και πολύ χριστιανή, δεν γούσταρε το πολύ μαρμάρινο «ταφιλίκι» κι ο νεολογισμός τούτος είναι δικός μου!)


Η εξόδιος ακολουθία τού εγκιβωτισμένου – με ιταλικό άρωμα και φινέτσα – θείου είχε τελειώσει, η χορεία των συγγενών είχε κατακλύσει την είσοδο και τα πέριξ τού τάφου κι εγώ είχα τρυπώσει σε μια γωνιά τού ημιϋπόγειου μαρμάρινου τριώροφου, με κάτι μάτια επταδιπλασιασμένα (sic) μαγνητισμένος απ' την όλη βαρεία τελετουργία. Καθώς πρώτη είχε αποδημήσει η γιαγιά, βρισκόταν ξαπλωμένη-κλεισμένη-τσιμεντωμένη στον κάτω-κάτω όροφο, στο επίγειο ισόγειο ας πούμε τής μακρόστενης και λιτής τούτης απεχθούς «πυραμίδας». Από πάνω της είχε αράξει επιτέλους-μετά και ο σύζυγός της-παππούς μου, που πέθανε δέκα χρόνια από κείνην αργότερα και τώρα πια, στο κενό κι απειλητικά χάσκον φρέσκο τσιμέντινο ρετιρέ θα εισερχόταν ο άρτι-λιβανισθείς θείος. ("Holly shit" θα ανέκραζα, εάν μου επιτρεπόταν να κάνω ένα άκαιρο practice στα φρέσκα-παιδικά αγγλικά μου.)


Τα συννεφιασμένα «κοράκια» – οποία λέξη αμόρφωτη και χυδαία, για ένα τέτοιο λεπτό και σεπτό λειτούργημα! – παρέδωσαν το εβένινο αλουστράριστο φέρετρο στους χτίστες, εκείνοι βιαστικά το συρτάρωσαν στο θαλάμι του κι επαγγελματικά πιάσαν τα μυστριά και τις λάσπες να κλείσουν τις χαραμάδες γοργά, που άφηνε η κάθετη και βαριά μαρμάρινη πλάκα. Τρόμος. Σκέτος τρόμος. Να έχεις εσύ στα μάτια και το μυαλό σου την εικόνα ενός θείου ολοζώντανου που παίζατε μέχρι-προχτές στο χαλί τού σαλονιού του – επειδή είχε καϋμό ν' αποκτήσει γιό, που ποτέ δεν απέκτησε – και μερικές μέρες μετά να τον συνοδεύεις στην απωθητική την ταφή του. Να τρίζει να σκούζει, να σέρνεται να γδέρνεται το πανάκριβο φέρετρο στο άγριο γρεζάτο πετροκονίαμα και οι χτίστες να το πιτσιλάν με τα τσιμέντα και τα νερά, να το σπρώχνουνε με κουλά βιαστικά, οι συγγενείς να σπαράζουν στο κλάμα κι εγώ κουλουριασμένος σε μία γωνιά να παρακολουθώ σε ζωντανή αναμετάδοση εφιάλτη τεράστιου το «χτίσιμο» – εκτός εισαγωγικών – τού αγαπημένου θείου μέσα στο άφιλο, κρύο και αδιαπέραστο υλικό. «Μαμά μαμά, πώς θ' αναπνέει τώρα ο θείος που την πόρτα τού κλείσανε;», ακόμη θυμάμαι πως την μάνα μου ρώτησα. Εκείνη δεν μου απάντησε, μόνο απ' το χέρι με τράβηξε και με κόλλησε πάνω στο κατάμαυρο φόρεμά της. Άβαφη, κλαμμένη και στον πόνο πελαγωμένη ήταν πανέμορφη, καθώς τής είχε φύγει η θηλυκή επιθετικότητα, η εκρηκτική σεξουαλικότητα και είχε αναδυθεί μια κοριτσίστικη αθωότητα, μια παρθενική παιδικότητα μπροστά στην αιφνίδια εμφάνιση τού πρώτου και τελευταίου Ανδρός, του Κυρίου αυτού επ' ονόματι Χάρου.


Η εικόνα εκείνη τού κρύου και γκρίζου κλωβού όπου παραχώνεται ένας άνθρωπος – έστω ακίνητος, έστω νεκρός, έστω σάπιος – αποτελεί έναν σταθερό τρόμο μου ακόμη και σήμερα, καταραμένος να είναι για χρόνια χιλιάδες εάν κανείς αποπειραθεί να με παραχώσει εμένα έτσι κι εκεί. Το φθινοπωρινό βροχερό μεσημέρι, τυλιγμένο από ένα δίποδο κουβάρι μαύρο πολύκοσμο, βουτηγμένο στο σιωπηλό ερωτηματικό κλάμα. Ο ήχος των μαστορικών εργαλείων, οι στριγκλιές τού φερέτρου κατά την «κατάβαση» και το θρόϊσμα των κυπαρισσιών των πολύξερων σφράγισαν την σκηνή τού δράματος τούτη ως άσβηστη, απαράγραπτη κι αιωνία μέχρι να επιστρέψουμε σπίτι μας και ν' αρχίσει από κει ξανά η ζωή μας.


Ο πατέρας μου Ξενοφών πέθανε στην Αθήνα από ανεγχείρητο-τότε καρκίνο στο πάγκρεας, κατά τις δέκα το πρωί, σβήνοντας στο #821 δωμάτιο τού ΥΓΕΙΑ. Εξήντα τεσσάρων ετών μονήρης βαρύς, ευαίσθητος αφοσιωμένος κλειστός, σιωπηλός καταπιεστικός αποκαρδιωτικός, διωγμένος απ' τον πατέρα του, άγνωστος στην γυναίκα του κι απλησίαστος στα δύο παιδιά του. Δεν είχε αρρωστήσει ποτέ, δεν είχε πάει διακοπές ποτέ και ποτέ δεν συνήλθαν τα πόδια του από τα κρυοπαγήματα τής Αλβανίας. Έσβησε μέσα σε έξι μήνες ένα μάτσο κόκκαλα μ' ένα μισάνοιχτο στόμα που μύριζε βαριά, δεν κατάλαβε – απ' τον άφατο τρόμο – κατά πού πήγαινε πια, όπως δεν θέλησε ν' αντιληφθεί και την κεραυνοβόλα ανατροπή τής ζωής του, καθώς τον ορρό με τα διάφορα φαρμακευτικά υγρά κράταγε.


Η επόμενη σκηνή τού διόλου-δράματος τούτου – εγώ ΕΤΣΙ το βίωσα – ήταν όταν χαράματα κατεβάσαμε το φέρετρό του απ' τον 4ο όροφο τής πολυκατοικίας στην Κυψέλη, το δέσαμε στην σχάρα οροφής τού αυτοκινήτου σφικτά-μαλακά και μπήκαμε μέσα μουγκή η υπόλοιπη οικογένεια στην Ήπειρο πηγαίνοντας να τον θάψουμε. (Είχα «πατήσει πόδι» γερά.) Γιατί όταν – εκείνου μετρώντας τις τελευταίες ανάσες του – μπήκε το θέμα πού θα ταφεί, η μανούλα μου έσπευσε να δηλώσει μονολεκτικά: «Στο 2ο, να τον έχω κοντά μου.» (Άμα η Ελευσίνα βάλει στο μυαλουδάκι της κάτι, μόνον ένας κατακωλιώτης Λάτσης την βάζει στην θέση της, καθώς μόνον ο Πύργος μιαν Αρβανίτισσα γνωρίζει να κουλαντρίζει.) Και τότε τής υπενθύμισα την δική του τελευταία μισολεγμένη-δειλά επιθυμία του να ταφεί στις Δρυμάδες, σ' εκείνο το ερημωμένο χωριό στο Πωγώνι, όπου πολλές φορές πήγαινε κι από κει αγνάντευε το χωριό το δικό του πέρα απ' τα σύνορα, στην βορειοηπειρωτική κλιτή τής Μερόπης. «Και λέγε-λέγε» που τραγουδούσε ο Διονυσίου, παρ' ολίγον να ξεκινήσει τότε ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος από την Κυψέλη, (αυτός που το ντουέττο Κιμ Γιόνγκ Ουν και Ντόναλντ Τραμπ τώρα ανέστειλαν, αφού υπογράψαν). Για να τελειώνει λοιπόν πάσα συζήτηση, για να τιμηθεί η επιθυμία τού «υπ' ατμόν θανάτου» κατακεκλιμμένου και αναισθήτου πατρός και για πάει για τα μπάζα κάθε αντίθετο επιχείρημα, στην μανούλα μου είπα: «Εγώ κόμμα, τον πατέρα μου κόμμα, στον κρύο τσιμέντινο τάφο τού Τάκη σας κόμμα, ΔΕΝ ΤΟΝ ΒΑΖΩ. Τελεία.»


Οδήγησα όλη νύχτα, από την Αθήνα ως τις Δρυμάδες. Με το φέρετρο από πάνω μας που περιείχε τον αποθανόντα πατέρα μου μέσα του, το αυτοκίνητό του που περιείχε εμένα, την υπόλοιπη οικογένεια κι έναν φίλο μου ως συνοδηγό-παραστάτη. (Ήμουν τόσο αποφασισμένος πως έκανα το σωστό, που το 'βλεπα κιόλας να άνοιγε το φέρετρο ο πατέρας μου, τα διόδια να πληρώσει απ' την τσέπη!) Και τους κατεβάσαμε – πατέρα και κάσα – στον φρεσκοσκαμμένο λάκκο τους στο χωριό, εγώ και η αδελφή μου. Μόλις εκείνο το νοεμβριάτικο καταγάλανο πρωινό, μαλακά το νιόσκαφτο και παρθένο, βαρύ και χλωρό χώμα το φέρετρο υποδέχθηκε, πήραμε από 'να φτυάρι εγώ και εκείνη και τον πατέρα μας καλύψαμε, σκεπάσαμε, θάψαμε μια-για-πάντα. Να σπρώχνω εγώ με το γόνατο να μπει το φτυάρι βαθιά να καργάρει βαριά απ' το παραδίπλα βουναλάκι βαρύ χώμα, να σταματάει λαχανιασμένη εκείνη προσπαθώντας ένα δάκρυ της να μην στάξει, παραπέρα να 'χει παγώσει η μάνα μας και η Νεμέρτσικα θεόρατη από πάνω μας να 'χει στείλει το πιο ευωδιαστό αεράκι της να μας δροσίζει περονιαστά, να μας χαϊδεύει ενθαρρυντικά, με την «βιά» να μας ωριμάζει. (Is this true magic or what?)


Βάλτε εσείς λοιπόν την μοίρα τού θείου μου, με την μοίρα τού πατέρα μου δίπλα-δίπλα. Ο ένας πράσινο κόκκαλο μέσα στα τσιμέντα τα ψυχρά σπατουλαριστά και ο άλλος, κιτρινοχάλκινος μέσα στα χώματα τα ζεστά, τα υγρά, ζωντανά πάντα. Κι όταν είδα εκείνο το ντοκυμανταίρ για τις καύσεις νεκρών στο ιερό Varanasi των Ινδιών, θυμήθηκα πόσο άσπλαχνοι, ξεπέτες κι αναίσθητοι είμαστε οι τεθλιμμένοι εμείς συγγενείς, προς τους αδύναμους τούς νεκρούς μας. (Για ελάχιστα πράγματα τιμώ και καμαρώνω τον εαυτό μου: για τα βιβλία που έγραψα, τους έρωτες που δεν πρόδωσα, τον πατέρα μου που με τα ίδια μου χέρια εγώ έχω θάψει.) Το σώμα που εν ζωή δεν ακούμπησα, μετά θάνατον η μάνα μου κι αδελφή μου το πλύναν-το ντύσαν-το μύρωσαν κι εγώ το οδήγησα επί 580 ολονύκτια και αξέχαστα χιλιόμετρα, μέχρι να το εναποθέσω στο χώμα.


Έχω πάει σε πολλές κηδείες έκτοτε. Μάλιστα σε μια, ο λατρεμένος γιός τής πολύκλαυτης φραγκάτης και στρίγγλας γριέντζως, μόλις έπεσε η πρώτη φτυαριά, έκανε μεταβολή εύζωνα-στα-Ανάκτορα κανονικά και μπήκε στ' αυτοκίνητό του να φύγει ξερά. Ανάβοντας πούρο, ρουφώντας μυτιά, πατώντας Καρρά, (τον Βασίλη φυσικά και όχι την Ραφφαέλλα). Ρε μιλάμε μέχρι κι ο Αλβανός ο σκαφτιάς έμεινε ξερός απ' την προσβολή, απ' την φτυσιά που είχε μαζευτεί μιαν ολόκληρη ζωή και πετάχτηκε με μιαν ανθρώπινη κίνηση κοφτή επιδεικτική, εκρηκτική πρόστυχη κι εκδικητική, ισοπεδωτική τελειωτική – μία ύβρι. Μια ζωή τον είχε η γριά τον γιόκα στην τσίτα στην εντολή, στην μανούρα στην διαβολή, στον έλεγχο και την γκρίνια και μόλις ετούτη τεζάρισε, τηνε πέταξε ο γιόκας ο λεβέντης ο ζετεμιάρης στον λάκκο της με τα λέλουδα και πήγε την διαθήκη ν' αποσφραγίσει, έμπροσθεν cohiba & malt. ("Ain't that a man" θα τονε μούτζωνε ο Muddy Waters!)


Το προαναφερθέν "memento mori" για μένα δεν είναι θρησκευτικό προγαμιαίο σύμφωνο μετά τού Θεού, μια νεκροφιλία καβατζωτή τής μαύρης δαντέλλας, ούτε κλαψομουνίαση ώστε μετά στον κουμπαράκο να γείρει η χήρα γλυκά, ίνα εντός προσεχώς τής τον ακουμπήσει κομμάτι εκείνος. «Θυμήσου ότι θα πεθάνεις κι εσύ» ραπάρει το λατίνο ρητό, λες κι εμείς νομίζουμε ότι θα ζήσουμε για εκατομμύρια χρόνια. (Που οπωσδήποτε μερικοί εξ υμών το νομίζουνε, ασχέτως τί προφασίζονται και το σύμπαν ψεκάζουν.) Ο θάνατος είναι μία στιγμιαία κατάσταση εκλεκτή που κατά την διάρκεια τής ζωής διαθέτεις επανειλημμένες ευκαιρίες να γευθείς να μασήσεις, ν' αποκτήσεις να εμπεδώσεις – είτε στο χιλιοστό αποφεύγοντας το μοιραίο τρακάρισμα, είτε στο εκατομμυριοστό γλυτώνοντας το εγκεφαλικό τ' απευκταίο. Είτε πετώντας στεγνά την καργιόλα που σου «τα 'φαγε» από το παράθυρο (και μπουκώνοντας ως δισεκατομμυριούχος Αρχές και όργανα την «υπόθεση» να καλύψουν), είτε καταφεύγοντας στους μάγους τής Ιατρικής (αλλάζοντάς σου συκώτι και μυελό, αίμα και λέμφους, καρδιά νεφρά και σκατά ακόμη αν χρειαστεί), τόσο τον θάνατο τον φοβάσαι.


Θυμάμαι καλά τούς δυό μήνες-σχεδόν, που εντελώς τυφλός έμεινα κι απ' τα δυό μάτια, όταν έπαθα αποκόλληση αμφιβληστροειδούς. (Μπορεί στο ένα μάτι να έκανα την επέμβαση, μα γιάάά προσπαθήστε εσείς να κρατήσετε και το άλλο ανοικτό, όταν το πρώτο έχει temporarily μπει "out of order"!) Διπλωμένος όλη την μέρα και την μισή νύχτα στην ειδική καρέκλα αποθεραπείας, με κλειστά τα μάτια και ωτοασπίδες στ' αυτιά – άμα δεν βλέπεις, είναι μαρτύριο να ακούς και άμα δεν ακούς, ούτε να μυρίζεις δεν θέλεις! – πέρασα ένα μαρτυρικό όσο και «επιφοιτηστικό» (sic) δίμηνο που άλλος ή τον Χριστιανισμό τον Κομμουνισμό, τον τζόγο την κόκα το αλκοόλ, τον ΣΥΡΙΖΑ το ΑΚΟΕ το #MeToo θα 'χε ασπαστεί, ή μέσα του εντελώς θα 'χε σπάσει. Κι όταν καλά έγινα και ξαναβρήκα το «φως» μου, δυό πράγματα έκανα: 1ον/ το ζαζέν μου δυνάμωσα και 2ον/ την διαθήκη μου υπέγραψα. Και στην δεύτερη ανυπέρβλητο κι αδιαπραγμάτευτο όρο έβαλα, όποιος πούστης τολμήσει να με θάψει στο «2ο», να του πέσει ο πούτσος στο χώμα. Κι όποια πουτάνα αντιστοίχως διανοηθεί στην πυρά να με παραδώσει εμέ, το μουνί να της ανεβεί στο μυαλό και το μυαλό στο μουνί της να της κατέβει. (And I'm pretty much done with my "French"-vocabulary class!)


Όσο μεγαλώνει κανείς και δεν κάνει την καθιερωμένη – και τόσο κοινωνικώς αποδεκτή – ζωή, τόσο τον θάνατο αγαπάει. Είτε επειδή πρόκειται για την Μεγάλη Ανάπαυση ("The Big Sleep" καταπώς τιτλοφόρησε ο Raymond Chandler), είτε επειδή πρόκειται για τον Μέγιστο Τρόμο (καταπώς ουδείς απ' εκείθεν επέστρεψε, να μας πει «τί παίζει» πέρα απ' το χώμα, το τσιμέντο, την θράκα). Άμα η ζωή σου δεν είναι σύζυγος και ποδόσφαιρο, καφενείο και μεροκάματο, μοτοσυκλεττίτσα και καμμιά γκομενίτσα, μερίσματα μετοχές και εξαγορές, χιλιόμετρα κόκας και βιάγκρα κιλά, μικρόφωνα που ξεπετιούνται απ' το ορθόν σου και μεγάφωνα που μας ξεκουφαίνουν απ' τον πρωκτό σου – τότε μάλλον τον έχεις κοντά σου τον θάνατο, φίλο συμπαίκτη και κολλητό, ισόμαχο παραστάτη και «ζευγάρι» ΟΥΚάδικο και δεν σε φοβίζει με τίποτα τούτος.


Τί είπε μέγιστος-μεν, άγνωστος-δε ξιφομάχος μπροστά στον τραυματισμένο γονατισμένο, ετοιμοθάνατο κι ηττημένο αντίπαλο, ; «Μπααα, δεν έχεις πεθάνει ακόμα. Γιατί άμα ακόμα βλέπεις την ζωούλα σου ως ταινία τρελή να τρέχει μπροστά στα ματάκια σου, ζωντανός είσαι ακόμα. Νεκρός θα 'σαι μόλις νιώσεις ένα κρύο σύννεφο πάνω από το κεφάλι σου, μια υγρασία σπηλιάς μέσα στα χέρια σου κι ένα φτερούγισμα λάμψης μέσ' στην καρδιά σου.» (Με τόσες λίγες λεξούλες!) Καθώς ο θάνατος – ευτυχώς, ευτυχέστατα βρε – η τελευταία προσωπική υπόθεση είναι, όσοι έχουνε λοιπόν στην ζωή πολλές υποθέσεις και θέματα, δουλειές κι ασχολίες, μπίζνες και νταραβέρια τρανά, μ' ετούτον τον κύριο δεν επιθυμούν ν' ασχοληθούν καν. (Πώς τραγουδούσε το Κατερινιώ η Στανίση; «Υποθέσεις έχεις, υποθέσεις κάνω» – έτσι ααακριβώς!) Κι αντιθέτως, όσοι στην ζωούλα τους «αποτύχανε», δεν κάναν λεφτά δεν κάναν παιδιά, δεν κάναν ζημιά δεν τα κάναν σκατά – με τον κύριο Θάνατο πρόβλημα κανένα δεν έχουνε κι αφήστε την κυρία Γραμματική να επιμένει ότι δύο αρνήσεις μία κατάφαση κάνουν.


"Memento mori" δεν σημαίνει να πλακωθείς στα ευχέλαια ή τα μνημόσυνα, στις αγαθοεργίες ή τις ιεραποστολές, στην φιλανθρωπία ή τις δωρεές, στις ΜΚΟ ή στο απλό «σάς γαμώ». "Memento mori" είναι ένα λεκτικό φυλαχτό, δυό λέξεις στα λατινικά που απηχούν αιώνων σοφία ένθεν-κακείθεν Θανάτου-Ζωής... για όσους ενδιαφέρονται και λίγο έξω απ' το φερμουάρ τού παντελονιού τους, πίσω από τα δοντάκια τους και πέρα από την τσεπούλα τους να κοιτάξουν. (Πόσω μάλλον όταν εκεί, ειδικά εκεί, τα προηγούμενα «δε μετράνε».) "Memento mori" είναι η στιγμή που όλα ακινητούν, δεν υπάρχει φως μα ούτε σκοτάδι πια, τα κύμματα έχουν στον Όλυμπο ανεβεί και οι στέπες έχουν κατρακυλήσει στην τάφρο των Μαριανών, τα φύλλα των δένδρων σπάλες γίνονται φαλαινών και οι άνθρωποι, χιόνος νιφάδες. Χώρος και Σύμπαν, Χρόνος κι Αιωνιότητα δραπετεύουν απ' την Britannica και πλατσουρίζουν στην Wikipedia, ο κ.κ. Βαρθολομαίος κι ο Ταγίπ Ερντογκάν αγοράζουν την Τράπεζα τού Βατικανού, Κουτσούμπας και Τσίπρας στην Λέσχη Μπίλντενμπεργκ γράφονται και ζήσανε εκείνοι καλά κι εμείς, στην Ελλάδα μας ερείπια σκέτα.


Γι' ΑΥΤΟ υπάρχει ο θάνατος: την βλακεία – ζωής – ν' ανακόπτει. Να πετσοκόβει των δίποδων τα «νομίσματα», μέχρις ότου αντιληφθούν ποιός είναι ο παραχαράκτης ο αληθινός, (και ουχί ο Διογένης). Ο θάνατος έρχεται για να ξαναστρώσει χαρτί, να φιλάρει την κουπ, το μπότοξ να ξεφτιλίσει. Να αναστρέψει τα δάκρυα να καταιονίσει τα έμμηνα, να πήξει τα κόπρανα να σήψει το αίμα. Ο θάνατος επέρχεται ετσιθελικά, αφού ελάχιστοι τον υποδέχονται πρόθυμα και κανένας δεν τον χωνεύει στ' αλήθεια. Όσο κι αν μύστες μεγέθους Σωκράτη και Ιησού, Μποντιντάρμα και Ρούμι, Όσσο Γκουρτζίεφ, Νίτσε και Ντάλκε – to name just a few of this bunch – περπάτησαν πάνω στην γη, μίλησαν στους ανθρώπους κι ανελήφθησαν τελικώς εις τους ουρανούς, ο θάνατος είναι ο μόνος που ενώνει τούτο το «σάντουιτς». Με ψωμί τα φυσικά στοιχεία και γέμιση «βρώμικου» το μοναδικό έλλογο-έμβιο ον τού πλανήτη – για Έναν αυτό φτιάχτηκε και Ένας αυτό το μασάει ανέτως. Το παίρνει πάντα μαζί του στις εκδρομές στην δουλειά, στο γήπεδο στο γιαπί, στο μπουρδέλλο στην εκκλησιά, στο γραφείο στο νεκροταφείο, ξεφλουδίζει τ' αλουμινόχαρτο αργά τελετουργικά και πεινασμένος ισόβια, μια χαψιά του το κάνει. Και τ' ονοματάκι του αυτουνού είναι «Θάνατος», η ταυτότητά του «Χάροντας» γράφει κι ΑΦΜ – σαν το πονηρό το ΠΑΣΟΚ – ένα δεν έχει.


(Πίσω πάλι λοιπόν, απ' όπου αρχίσαμε ή μάλλον εγώ άρχισα έτσι. Με εκκίνηση τις δυό μου «ταφές», την κρύα την μια και την θερμή την δευτέρα. Αλλαγή σκηνικού, αλλαγή θυμικού, αλλαγή και ανάσας.)


Είναι ώρες τρυφερές και σκληρές που μέσα στην κυψελιώτική μου σπηλιά αναμιμνήσκομαι τού νησιού μου, κι ιδιαίτερα τής μικρούλας βραχονησίδας μου, εκεί που εύχομαι κάποτε να τελειώσω. Δυό παραλιούλες όλες κι όλες κατά τον νοτιά, δεκαπέντε μέτρα η μια και μόνο πέντε η άλλη. Με νερά παγωμένα και κρεμαστά, τα μαγιάτικα να σκίζουνε και να ράβουνε τα βαθιά, τα γλαριά να καταχέζουνε στα ρηχά και τα καβούρια να ψειρίζουν τούς βράχους. Για μένα, για τον μίστερ τίποτα μουά – ΑΥΤΟ είναι η θανάτου ενθύμησις: ένα απόγευμα αφημένος λησμονημένος εκεί, πάνω στις υγρές πέτρες. Ένας φλοίσβος γαλίφης, ένας χρόνος σερίφης κι ένας χώρος λειμώνας νεκρών. Αέρας θυμαριού από την πλαγιά, αλάτι ιώδες καυτό στην καρδιά κι ένα νεύμα ζωούλας λεπτής π' αναδεύει. Και να δύει τούτη γεμάτη χαρά που εκεί βρέθηκε, που εκεί έζησε, που εκεί κάποτ' υπήρξε. Να ευλογεί το "memento mori" αυτό ως το πλέον δώρον Κυρίου χριστό: ένα boarding-pass αποβίωσης, μια απόδειξη διοδίων λαϊκή και VIP, μία υπόσχεση ότι ο μόνος ένθερμος και πιστός πάνω στην γη είναι ο Χάροντας – παρ' όλη την βάρκα του και την μίζα του, την μπεργκμανική τρομάρα του και την μεταφυσική διάστασή του.


Όταν δύει ο ήλιος στην βραχονησίδα μου, τα νερά κάπως μουχρώνουν, ρυτιδιάζουν, ζεσταίνονται. (Όπως όταν ακόμη-άδειοι χάσκουν οι τάφοι.) Και στα δικά μου μάτια τα γλαυκωματικά, τα τραυματισμένα τυφλά, τα παρόντων διερευνητικά – τίποτα πιο κοινό κοντινό κι απολαυστικό απ' την ώρα τής δύσης. Του θανάτου. Όταν μάλιστα έχει κάποιος εργαστεί, αποσπαστεί και αντιληφθεί πόσο θεϊκή είναι η στιγμή, απεκδύεται αυτοστιγμεί ΚΑΙ τσιμέντα ΚΑΙ χώμα, ΚΑΙ φωτιές που τσιρίζουν μερόνυχτα ΚΑΙ κλιβάνους που Νταχάου θυμίζουν. Η ιερότητα είναι θέμα ενόρασης και η ενόραση είναι θέμα υποταγής: ξέρεις πότε είναι η ώρα σου κι έχεις ήδη βρει τον χώρο σου κιόλας. Από πολλού έχεις πάψει να υπάρχεις εσύ, η δική σου φωνή έχει με των φυκιών ενωθεί και το πέλαγος φρουμάζει στα πλεμόνια σου μέσα. Η νύχτα επέρχεται, τα ύδατα κυματίζουν διακριτικά, τα κουνούπια αποκομίζουν ό,τι ζωντανό σου ακόμη είναι χρήσιμο για αυτά και η ψύχρα είναι το γλυκό σάβανό σου.


Αν πεθάνεις με χαρά κι εν ζωή, ο θάνατος πύλη απογείωσης νέας-επομένης-λαμπροτέρας ζωής είναι. Εάν όμως ζεις κρεμασμένος από την ζωή, αρπαγμένος απ' την πηγή ληστεύοντας και βυζαίνοντας, προκαλώντας και εκβιάζοντας, κλέβοντας κλαίγοντας – τότε ο θάνατος ένα ανεπανόρθωτο shock είναι. Εάν πηγαίνεις τακτικά στο περίπτερο κι αντί για τσιγάρα και προφυλακτικά, εφημερίδες και τσίχλες λες πανηγυρικά «Ένα 'memento mori' μού δίνετε παρακαλώ;», τότε τάφος δι' εσέ δεν υπάρχει. Ούτε στο χώμα καν στο νερό, αέρος ιπτάμενος, σύμπαντος περιλαμβανομένου. Κι αντί ως χούφταλο σπαζαρχίδον ν' αποδιώχνεις τον θάνατο – ως καρατέκναρος τον γαργαλάς, σαν θεόμουνο τον πιλατεύεις, τον προκαλείς ως διασταύρωση James Dean κι ανωνύμου mujahideen και τον διεγείρεις ως μετεξέλιξη Scarlet Johansson και φερωνύμου «νυν με απόλυσον» – τότε πολύ καλά πας. Και γύρω σου μην κοιτάς, δεν θα πεθάνεις ποτέ σου.

 

 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2018

Διαβάστηκε 251 φορές Κυριακή, 08 Ιουλίου 2018 06:56