Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

Αμοργός. (Η επιστροφή) (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)

 

 

Τί είπε ο κακοποιός Neil McCaulley – ως κινηματογραφικός Ρόμπερτ Ντε Νίρο – στο ανεπανάληπτο φιλμ τού ρέκτη Michael Mann, "HEAT"; Όταν στο τέλος τής ταινίας κειτόταν ημιθανής και ετοιμοθάνατος απ' τις σφαίρες τού alter ego του Lt. Vincent Hanna, τούτου όντος τού Αλ Πατσίνο δε-μαν χιμσέλφ; "I'm never going back" κι εννοούσε στην φυλακή, μίλησε επιγραμματικά για την παγίδευση και την σύλληψη, την καταδίκη τον εγκλεισμό, την απομόνωση και του τέλους εξόντωση.


Εγώ δεν είμαι ηθοποιός, δεν γράφω σενάρια και δεν είχα την τύχη να με αναδείξει ένας δημιουργός κραταιός, σαν τον εμμονικό και χαλκέντερο σκηνοθέτη αυτόν που κατάφερε κι «έσβησε» τα δυό Μεγάλα Αστέρια τού Χόλλυγουντ, ανακατεύοντάς τα κι ανάβοντάς τα ταυτόχρονα στο κλασικό-πλέον έπος ετούτο. (Του 1995 παρακαλώ!) Εγώ ένας συγγραφέας άγνωστος απλώς είμαι, ένας άνθρωπος που αποφάσισε και κατέληξε να κεντήσει αυτά ακριβώς που «δεν έπρεπε», έτσι ακριβώς όπως «δεν κάνει», χωρίς να περιμένει αντίδραση, άσε δε αναγνώριση απ' την Αγορά και την πιάτσα, απ' τα εκδοτικά μαγαζιά και την Κριτική, απ' το πτωχευμένο box-office και το λαλημένο κοινό. ("Anyway honey" που έλεγε η αμερικάνα η θείτσα μου κι αποφάσισε η γυναικάρα να κάνει διδακτορικό στα εβδομήντα της, σ' εκείνη την χώρα όπου όλα γίνονται δυνατά, όλα γίνονται τελικά, όσο πιο δυνατά συ αντέχεις...)


Όταν απ' την Αμοργό αναχώρησα – ένα βροχερό χειμωνιάτικο μεσημέρι, σκέτο σιχτίρι – δεν είπα πως «Εγώ, εδώ, δεν θα 'ρθω, ποτέ, ξανά». Ομολογώ ότι δεν διαθέτω την εκφραστική παλέττα ενός Μπόμπυ Ντε Νίρο, ούτε τις υστερικές μανιέρες ενός Πατσίνο και δη Αλ. Πώς κατέφθασα στο νησί τούτο αρχικά; Ε, με τον απολύτως ανάποδο τρόπο που απ' αυτό αναχώρησα – ένα-ένα όμως να τα πάρουμε, ώστε να μην μπλεχτεί και το τής samsara κουβάρι. (Ή μάλλον καλύτερα, δεν πρόκειται τίποτε να εξηγήσω να αναλύσω εγώ, θα πάω κατ' ευθείαν στο τέλος και από τούτο θα ξεκινήσω εγώ, καθώς έτσι κρίνω.)



Η ολοκλήρωση των οδικών – ανά την Ελλάδα, την χώρα μου – ταξιδιών με άφησε μ' ένα ομολογημένο κενό. Που μου άρεσε κιόλας, καθώς δεν είχα πια τον νταλγκά τής εξερεύνησης, τον πόθο τής ανακάλυψης, την τρέλλα τής επομένης στιγμής τού αγνώστου. Στην «σπηλιά» είμαι μία χαρά και μόλις το αυτοκίνητο-άρμα μου πούλησα, "I settled home" που λέει ο Τάσος. (Ποιός είναι ο Τάσος; Ε, το δικό μου το alter ego... χαχαχα!) Και προτού για το επερχόμενο καλοκαίρι οργανωθώ, αρχίσω τις προετοιμασίες για την νέα – πάάάλι ρε Ντανάκο μας; – τούτη περίοδο τής ζωής μου, είπα να το γιορτάσω με μια κίνηση απότομη κι απροσδόκητη, αιφνίδια και αδικαιολόγητη, ανατρεπτική κι επικίνδυνη μα καθοριστική πάντα. «Θα κατεβώ στο νησί» ένα πρωί αποφάσισα και σηκωθήσαν μπωφόρια στον Ελικώνα. Η οδός Αρμονίας σε χάβρα Ιουδαίων αυθωρεί μετατράπηκε, η οδός Πύθωνος κούνησε την ουρά της εκνευρισμένη ενοχλημένη και η πλατεία Κυψέλης για τον μπουρλοτιέρη μας ναύαρχο έλυσε τής σκούνας του τις πρυμάτσες.


"You said, what?" ο Τάσος μου έσκουξε. «Άι σεντ, δατ» εγώ τού απάντησα, φορτώνοντας πέδιλλα-σκηνή-σλήπινγκ μπαγκ επάνω στο μηχανάκι. Το Blue Star Naxos με υποδέχτηκε με την ίδια αγκαλιά, η μυρωδιά τού γκαράζ ανακατεμένη με την πειραιώτικη λιμανίλα ξύπνησε μνήμες απερίγραπτες-απαράγραπτες κι όταν καβώσαμε Σούνιο και πήραμε ρότα για Τζια, τότε άφωνος έμεινα πάλι. (Μόνο το παλιό walkman έλειπε κρεμασμένο απ' την ζώνη μου όπως κάποτε, να παίζει σφαγιαστικά-σταθερά το "Bird on a wire" των Neville Brothers, μ' εκείνη την αιματοβαμμένη στροφή τού "Ηope you know / It was never to you...")


Τα καλύτερα πράγματα γίνονται άμα δεν τα σκεφτείς» έχει ο Τάσος μου πει κι εγώ τον έχω αποστομώσει με το απλώς-επιγραμματικό «Ναι ρε Τασάρα, έλα να μου τα πεις αυτά, στο μαιευτήριο, εννιά μήνες μετά... χαχαχα!» και τον έστειλα για ύπνο τον μάγκα.) Το Αιγαίο λοιπόν ήτανε, είναι και θα 'ναι πάντοτε ιερό και μαγευτικό, διονυσιακό στην μπουνάτσα και διαλογιστικό στον βοριά, εκκαθαριστικό στο μπουρίνι και εξατμιστικό στο λιοπύρι – μια μήτρα αρχαία ακατάβλητη, μ' ένα σμάρι πιτσίλες βράχινες για νησιά ένα γύρω. Όλη νύχτα στα ρέλια τού καραβιού να κάθεσαι, δεν χορταίνεις να το μυρίζεις να σε ποτίζει, να του μιλάς κι αυτό να σιωπά, να σε ραίνει με αχνώδεις αφρούς και να σε στεγνώνει με σπηλιάδες καυλιάρες. ("What can I tell you" που λέει η Σίντυ Λώπερ, και είναι πιο κούκλα τώρα στα γεράματα, απ' το multicolor φρικιό που στα νειάτα της ήταν.) Πίνω ένα τσάϊ καραβίσιο καυτό και χαζεύω τον σκοτεινό όγκο τής Πάρου. Τρώω ένα φρούτο λειωμένο ζεστό και αγναντεύω τον σκοτεινό όγκο τής Νάξου. (Σημειώστε εσείς ότι ποτέ μου δεν έχω πάει ο μάλαξ σε τούτα τα τόσο σημαντικά νησιά – δεν πειράζει, ουδείς τέλειος, πόσω μάλλον ο Φώτος.) Μα όταν αρχίζει να διακρίνεται το minute και mignon κορμάκι τής Δονούσας, μόνο «Και με πιάνουν τα κλάματα» σαν τον Γονίδη δεν καταντάω. (But let's backtrack a bit, να μη μένει ο αναγνώστης ατάϊστος από κολορατούρα προσωπική, από στοιχειά εκμαυλιστικά κι από βάσανα απανθρώπων αιώνων.)


Έμεινα κι έζησα στην Αμοργό έντεκα χρόνια, (το 'χω αυτό ξαναπεί). Δυό άσσοι δίπλα-δίπλα μού γράψαν τα «ζάρια» μου κι εγώ δεν αρνήθηκα γενναία να τα ρίξω στο χώμα της, δεν δίστασα απεγνωσμένα να τα χάσω στα βάθη της, δεν μετάνιωσα που μαζί τους ένα κομμάτι μου μεγάλο ψυχής έμεινε εκεί πάνω στα δικά της τα βράχια. Αναχώρησα απ' αυτήν με πόνο σκληρό και βαθύ, για την νέα μου περίοδο ζωής πάλι: αυτήν που «τα τρία μι» με διέταξαν, αυτήν που το καινούργιο-τότε βιβλίο μου «ζωή» μεν είχε πάρει μα διψούσε να μου στερήσει το αίμα και τον αέρα μου, τον χρόνο και τον αιθέρα μου, την ζωή μου την ίδια. Κατέφθασα στο νησί το 2001 – αφού το 1999 και το 2000 είχα πάει δέκα φορές επαναληπτικές και διερευνητικές, αχόρταστες κι εξαντλητικές – κι αναχώρησα από κει το 2012, αφού το είχα περπατήσει και ψαρέψει ολόκληρο, το είχα διαλογιστεί και γυμναστεί πλήρως και είχα αντιληφθεί εμβαθώς (sic) ότι το Αιώνιο δεν τελειώνει, το Άϋλο δεν έχει μορφή, το Μεγάλο Κενό τα άπαντα περιέχει. Δεν πήγα στο νησί για να πηδήξω τουρίστριες ούτε να μπαζώσω φραγκάκια, δεν πήγα στο νησί να το παίξω πρωτευουσιάνος-κυρίλα και στην πρωτεύουσα να πλασσαριστώ ως νησιώτης-εξότικα. Δεν άραξα στην Αμοργό για ούζα-στριφτό και πάρλα-κογιόνα από το πρωί, δεν σάλταρα στην Αμοργό να στήσω εναλλακτικό «μαγαζί», δεν όργωσα την Αμοργό να την κάνω «δική μου», γκαστρώνοντας έτσι τον εγωισμούλη μου και πρήζοντας κυκλαδίτικους όρχεις. Πήγα εκεί και με σεβασμό άπειρο κατέθεσα στον κάθετο βράχο αυτόν το βασανισμένο σαρκίο μου, προσκυνώντας και κλαίγοντας μπήκα στο ταπεινό μου δωματιάκι, όπως προσκυνώντας και κλαίγοντας πάτησα στο γλυπτό πρώτο-σκαλοπατάκι τής Χοζοβιώτισσας. (Όλα τα υπόλοιπα είναι έντεκα χρόνια γεμάτα-ως-ξέχειλα ατέλειωτη ευλογία και ευφροσύνη χαρμόσυνη, κίνδυνους πελαγίσιους και εικόνες βυθών ξεμυαλιστικές, σειρές γατιών ψυχοαλωνιστικές και μερικά τρανά λάθη που είχα – ως απεδείχθη – χρέος να κάνω.)


Να ξαναπάω, δεν ρίσκαρα. «Ποτέ μην ξαναγοράσεις NORTON Commando, ή καβαλλήσεις SUZUKI 500 RG. Ποτέ μην ξαναφτιάξεις ένα LAVERDA, ή ένα HUSQVARNA WR μην λασπώσεις» έχω πει. «Ποτέ μην επιστρέψεις από κει που 'φυγες – είτε σε χαλάσαν αυτοί, είτε τους κατάστρεψες εσύ τούτους» έχω συμπληρώσει και επαυξήσει με το «Ποτέ μην κινηθείς πρώτος εσύ, εάν ο 'αντίπαλος' δεν σου επιτεθεί, εάν ο 'μαλάκας' δεν κουνηθεί, εάν ο 'νομιζωέλληνας' δεν σε προσβάλλει.» Μακρά σειρά πολεμοτεχνιτών και μικρά σειρά επιζησάντων σοφών συνηγορούν πως – άμα έχεις βέβαια περάσει σε μια ώριμη ηλικία και τα χιλιόμετρά σου έχουνε πλέον σβηστεί – θα σ' ειδοποιήσουν «τα πράγματα» για το timing, θα σ' ενημερώσουν «τα πράγματα» για το placement, θα σου εξασφαλίσουν «τα πράγματα» το επιτυχές deal όποιο. Γιατί στην περίπτωση τής δικής μου Αμοργού, «τα πράγματα» τα είχα εξαντλήσει και είχαν εξαντληθεί σε σημείο υπερβολής μάλιστα, σε σημείο αποφυγής μάλιστα, σε σημείο αποτρεπτικό πάντως. Ένα όμως μού έμαθε ο διαλογισμός: να περιμένω. Μην κάνοντας τίποτα, αναμένοντας κι αναπνέοντας μόνον... και τούτα είναι ήδη πολλά. Μπορεί τα γόνατά μου να έχουνε κλειδωθεί, η μέση μου να έχει κουμπώσει, το σβέρκο μου ν' αρνείται να περιστραφεί πια – μα ακίνητος αναπνέοντας, σβηστός καταπλέοντας, σιωπηλός αναμένοντας το σωστό πράγμα θα έλθει. (Προσοχή όμως: δεν θα πάτε εσείς σε αυτό, ετούτο μόνο του θα έλθει σ' εσάς και δεν υπάρχει έτερος τρόπος μέσω αυτού, γύρω απ' αυτό ή πέραν αυτού – τέλος.)



Δεν το σκέφτηκα, καν αποφάσισα και μπήκα τις προάλλες στο πλοίο. Ο χρόνος είχε αφιχθεί, ο χώρος είχε συρρικνωθεί κι όταν στα Κατάπολα χαράματα έφτασα – η μυρωδιά ήταν εκεί, τα νερά ήταν εκεί, εκεί ήταν κι ο βράχος. (Τον οποίο αγνάντεψα αργότερα, καθώς «ο βράχος μου» είναι η νησίς Άτιμο ή Γραμβονήσι, μια σταλιά πέτρινη κουτσουλιά πίσω απ' την Νικουριά, εκεί όπου πέρασα τις πιο ερωτικές ώρες που άνθρωπος δύναται με γη να συνάψει.) Κατάλαβα ότι ορθώς έπραξα που άφησα τα γαμάτα κι επώδυνα έξι ολόκληρα χρόνια αυτά να κυλήσουνε, όταν δεν έμπηξα τις φωνές με το που πάτησα, στα κλάμματα γοερά δεν ξέσπασα όταν την πέτρινη σάρκα της φίλησα, δεν ξαλάφρωσα από κάτι που ίσως είχα φέρει να απιθώσω ή να ξεπλύνω. (Όταν ο χρόνος είναι σωστός, ελαφρύς είσαι. Όταν ο τόπος είναι σωστός, κενός είσαι. Και όταν τούτα τα δυό έχουν εξαφανιστεί και ζεις μ' ό,τι βλέπεις, πράττεις ό,τι χρειάζεται κι έτοιμος είσαι για ό,τι σ' επισκεφθεί – τότε έχεις ενώσει την Κυψέλη με την Αμοργό, γεφυρώσει το νερό με την άσφαλτο, λειώσει το τσιμέντο με αρμυρίκι.)


Λίγες μέρες έμεινα στο νησί και το διέτρεξα – ξανά, για μιαν ακόμη φορά – όλο. Η πρώτη «δοκιμή» έγινε στον ντόκο τής Γιάλης, εκεί όπου τα σκάφη μου έδενα, εκεί που συνέχεια να τσεκάρω να τριμάρω να σιγουρέψω κατέβαινα, εκεί που τα επισκεύαζα ή έπινα μία μπύρρα. Όχι, τον «ναό» και δωματιάκι μου δεν επισκέφθηκα, γιατί δεν υπήρχαν γάτες τριγύρω. (Βλέπετε, οι φραγκοφονιάδες νησιώτες, όσο «τούς τα σκας» ίίίσως μια κονσερβούλα για τις ψυχούλες αυτές να πετάξουνε, σαν την δασκαλίτσα που επέμενε να αναποδογυρίζει την σερβιέττα της στο πιάτο των γάτων... είτε είχε μέσα της αυτή φακές, είτε είχε κόκκαλα κατσικίσια!) Μπαράκια και μαγαζιά, εστιατόρια ή μεζεδοπωλεία, μπακάλικα ή φουρνάρικα – δεν είχα όρεξη ν' αρχίσω «καλημέρες» γνωστές και «παρόλες» μπαγιάτικες, "I'll take a rain check on this" δήλωσα κι ανάθεμα αν υποψιαστήκανε τίποτα οι νερόβλαχοι ντόπιοι. (Καμμιά δεκαριά με αναγνωρίσαν με χαιρετήσανε, καναδυό μού μιλήσαν και με «τα προβλήματά τους» με λούσανε – μόνον ο Θοδωρής απ' το ΓΙΑΣΕΜΙ στην Χώρα με κέρασε έναν καφέ, καλά να 'ναι.) Μα δεν πήγα για τουρισμό – έστω μασημένο ή μαδημένο – στο νησί.


Στο νησί πήγα για να διαπιστώσω εάν ήμουν – και είμαι – εντάξει εγώ, εάν υπήρξα σωστός που 'φυγα όταν έφυγα, και ορθός τώρα που επέστρεψα κι ήλθα. (Στην ξιφασκία – θέμα αγαπημένο μου, το ομολογώ, συγχωρήστε με – δεν είναι άμα τού έκοψες τού άλλου το λαιμουδάκι, αλλά πώς το έκανες αυτό. Η κοψιά είναι αλφαδιά, τα αίματα τρέχουνε μαλακά, ο νεκρός έπεσε με αξιοπρέπεια κάτω; Η katana ακούστηκε το δείλι χαράζοντας, ο ήλιος σκοτείνιασε εσένα κοιτάζοντας, εσύ κέρδισες κάτι που φόνευσες κάποιον; Χαχαχα, με κάτι «πράγματα» που κάθομαι κι ασχολούμαι εγώ βρε παιδιά, αντί να γράψω για τους ΑΝΕΛ και τον Τσίπρα, την Μέρκελ και το προσφυγικό, το Μουντιάλ και το γκομενικό – ό,τι γενικώς την Ελλαδίτσα μας «ενδιαφέρει» ίσα-ίσα για τίποτα να μη νοιάζεται αυτή, την παραμικρή μαλακίτσα να μην αφήσει και ξεβολευτεί, από τούτες που αγαπάει να κάνει και να επαναλαμβάνει.)



Και το νησί «μου» με τίμησε με την απάντησή του, ευθέως. Κουβέντα δεν έβγαλε, άχνα του δεν ηκούσθη. Έβρεξε δυό μέρες συνέχεια, φύσαγε διαλειμματικά συνεχώς, τα σύννεφα άλλοτε συνέλευση είχανε και άλλοτε είχαν λακίσει για σιέστα. Οι βράχοι δεν καίγανε, οι σαύρες βιαζόντουσαν να τρυπώσουνε και το σκαφτό εκκλησάκι τής Θεοσκέπαστης, τις ευχαριστίες και ευλογίες μου απεδέχθη. Τέσσερα μπανάκια ετόλμησα, στα δικά μου απολύτως επιλεγμένα και σφραγισμένα τα μέρη: στην «καβού» τής Αγίας Άννας και στα «σκουπίδια» τής Καλοταρίτισσας, στην «σπηλίτσα» τού Άγιου Παύλου και στην ασμένως-γνωστή παραλιούλα στα δεξιά, φεύγοντας απ' την Γιάλη. Τα νερά ήτανε όπως πάντοτε ήτανε, ΑΥΤΑ τα νερά: μεθυστικά μαγευτικά, μυστηριώδη και σιωπηλά – όλα τα υπόλοιπα είναι επενδύσεις και κολορατούρες ανθρώπων. Μπήκα λοιπόν μέσα τους αδαής και γυμνός, επιμελώς και καταληφθείς, συγχωρεμένος και ηγιασμένος κι ΑΥΤΟΣ ήταν ΟΛΟΣ ο λόγος και αφορμή, το script και το soundtrack τού ταξιδιού μου ετούτου. Θα με δεχθούν τα νερά; Θα αντέξω να μπω μέσα τους, δίχως στην μέση εγώ να σχιστώ; Εγώ και αυτά, είμαστε ΑΚΟΜΗ ΠΙΑ ζωντανά, ή εγώ είμαι νεκρός και αθάνατα τούτα; (Καλός ο πολύς διαλογισμός, μα άμα έχει κέφι και πέννα ο συγγραφέας τότε ουδείς να τον διαβάσει μπορεί, περαιτέρω να τον καταλάβει.) Ο Ανάργυρος σταθερά στα Θολάρια βρισκότανε μα με προβλήματα τώρα υγείας, η ταβέρνα τού Νίκου στην Λαγκάδα σκιερή ήτανε, με την ίδια ακίνητη «παροικία» Εγγλέζων να μιλά να διαβάζει. Στην Καλοταρίτισσα και στον Άγιο Παύλο ξαπλώστρες αναπτυχθήκανε, οι οικοδομές ανά το νησί έχουν πάψει, το φαγητό γενικώς έχει βελτιωθεί και δεν εντόπισα πουθενά τον αεικίνητο Σπυρίδωνα, τον ηγούμενο τής Χοζοβιώτισσας με το ξανθό γένι. Ίσως να βοήθησε ότι η «σεζόν» – λόγω τέλους Ιούνη – δεν είχε καν αρχίσει, άσε δε «ζεσταθεί». (Εδώ ρε ο απερίγραπτος Μίμης τής ντίσκο "ΤΗΕ QUE" τώώώρα τις καρέκλες του έβαφε, τώώώρα ξεκουβάλαγε τα μπάζα απ' της κουζίνας την ανακαίνιση – χαχαχα, πείτε μου κάτι που δεν έχω δει και θα σταματήσω το ευτυχές γέλιο.) Οι Αμοργίνοι μέσα σε δυό μηνάκια περιμένουνε «να μπαζώσουνε» την προκοπή ενός ολόκληρου έτους κι αγωνίζονται να το πετύχουν αυτό, με τον μοναδικό νεοελληνικό τρόπο: «γαμώντας» τον διπλανό, «πηδώντας» τον συγχωριανό, «χαλώντας» όποιον τύχει και μπροστά τους καθ' οδόν για τα φράγκα σταθεί, για ν' αρπάξουνε και την μπουκιά τού παιδιού του απ' το στόμα. (Ξέρω για ποιό πράγμα μιλώ, κι όλα τα άλλα είναι «αυτιάδικες» τηλεοπτικές μαλακίες, ρεπορτάζ τού μπάφου και της μπύρρας που διάφορα άσχετα και απάτητα, μα πρόθυμα και πιασοκώλικα φρικοχιπστεράκια στις free-press φυλλαδούλες τους γράφουνε, για να κρατήσουνε ζωντανά κι ασφαλή τα κονέ τού πρωκτού και της άκρης τους – «ασουπή» λέω!


Το Βιόκαστρο αρμένιζε καρφωτό, ο προφήτης Ηλίας είχε χαθεί μέσ' στα σύννεφα, το Βρούτσι είναι πάντοτε έρημο και τα σπαρτά τής Κάτω Μεριάς ρυτιδιάζουνε όπως τα νερά τού περήφανου Κίναρος, όταν τα ξύνουνε τα τούρκικα F-16. Το κάμπινγκ στα Κατάπολα ήταν άδειο και πεντακάθαρο, το ψωμί απ' τον φούρνο τής Χώρας ήταν βαρύ και μυρωδάτο όπως παλιά και ο Πέππας στο μυθικό βιβλιοπωλείο στα Κατάπολα έχει πλέον πεθάνει. Το προσαραγμένο πλοίο ΟΛΥΜΠΙΑ έχει πάρει ακόμη περισσότερη κλίση, εάν θες ξύρισμα άντε στην Μαρκιανή να σ' τα πάρει το ξεροβόρι λιγάκι, εντόπισα μόνο ένα γαμάτο οκτάμετρο εγγλέζικο φουσκωτό που απ' την συγκίνησή μου την μάρκα του δεν συγκράτησα και ο καπετάν-Γιάννης Βεκρής απουσίαζε, είχε βγει με το τρεχαντήρι του για Βλυχάδα. Είδα όμως τον «Κύμα» και τα 'παμε, χάρηκε που με είδε ο Νίκος Κουτσουμάδης – πρώην Αθηναίος και παλιός-πια Αμοργιανός, μια «μούρη» και «φάτσα» τής Γιάλης μοναδική, τον αναφέρω και στο βιβλίο μου «τα τρία μι».


And that's pretty much all, folks. Τα υπόλοιπα είναι προσωπικά: εάν τα πω δεν θα καταλάβετε (γιατί θα «την ακούσετε») και εάν τα γράψω, θα τα προσπεράσετε (γιατί έχετε κι εσείς τα προσωπικά σας)! Πήγα λοιπόν στο νησί ώστε με τον εαυτό μου να μετρηθώ και ουχί ν' αναμετρηθώ, όπως κάνουν όσοι τούς λείπουνε πόντοι. (Βρε άμα το πουλί σου αγναντεύει το... πάτωμα, δεν σου φταίνε οι ελλείποντες πόντοι. Φταίει το «μπάζο» που πήγες και να παντρευτείς διάλεξες, φταίει η «δουλίτσα» στην οποία παρέμεινες επειδή τα λεφτά ήταν «σίγουρα και καλά». Δεν φταίει η πεθερά που πρέπει να τής κάνεις «τα γλυκά μάτια» ώστε τα δίδακτρα τού παιδιού να πληρώσει, ούτε ο πεθερός που «σου ακουμπάει» τον Ο.Α.Ε.Ε. στανικά, αφού του ξεχορταριάσεις εσύ το εξοχικό, του επισκευάσεις το αντλητικό στο μποστάνι, του κατεβάσεις μοτέρ απ' τ' αγροτικό και τον κουράρεις καθ' όλη την εγχείρηση τού προστάτη.) Επέστρεψα στο νησί ώστε – καταπώς ο ποιητής ψέλλισε – «για να δω καταπού προχωράω». Γιατί μόνο άμα έχεις τακτοποιημένο το πίσω σου, μπροστά και σωστά μπορείς να πηγαίνεις. Μόνο άμα το αρχείο σου είναι σένιο και καθαρό, μπορείς ν' αρχίσεις βιβλίο. Μόνο άμα οι γυναίκες που άφησες σε έχουνε διαγράψει εντελώς μπορείς να ξαναγνωρίσεις εσύ, να ξαναγαμήσεις εσύ, να ξαναχωρίσεις εσύ. (Αλλιώς οι καργιόλες σε γλωσσοτρώνε είτε κοντά-δίπλα τους σ' έχουνε, είτε σε έχουν διαολοστείλει.) Κι όσον αφορά στα μέρη, στην γη στα νησιά, στα βουνά στα χωριά, στις θάλασσες και τις πεδιάδες, στις κοιλάδες και νεροσυρμές – απ' ΑΥΤΕΣ εντολή και πορεία θα πάρεις να συνεχίσεις εσύ. Καταπού και πότε θα γυρίσεις εσύ το τιμόνι σου, ή θα στηρίξεις αποφασιστικά στο κούτελο την κάννη τής καραμπίνας.


«Τέλος καλό, όλα καλά» – σωστά και αρμονικά επέστρεψα στην Αμοργό και μου σφράγισε αυτή σιωπηλά, pay-book και δελτίο τροφίμων. Ημερολόγιο οδοστρώματος και αρχείο αμαρτιών, λαθών αποσόβηση και κλαυθμών λήξη. «Μόνο άμα δεν ξέρεις, ξέρεις εσύ» έχω πει και οι άλλοι που ξερόλες το παίζουνε, δεν γνωρίζουν ούτε του ΑΤΜ τους την τρύπα. Επί έξι χρόνια ολόκληρα η αμφιβολία και η απορία με δάγκωναν, η ανησυχία με έτρωγε και η υπόσχεση με τάϊζε αναβολή διαρκώς. Ο οικείος φάκελλος στο αρχείο δεν έμπαινε κι εγώ έπρεπε όλο να τ' αναβάλλω. "It's a gut thing, not a balls thing" στο ανήψι μου έγραψα, όταν αυτό με ρώτησε τί να κάνει. "It's a balls thing, not a brain thing" τού απάντησα, όταν πήγε και τα 'κανε όλα μαντάρα. Γιατί πρέπει να 'σαι υπομονετικός κι έτοιμος "To chew the proverbial leather and bite the infamous dust", που λένε οι Εγγλεζάρες ολόσωστα, γι' αυτό βαρέσανε BREXIT. Πρέπει να ξέρεις πότε τον εαυτό σου ν' ακούς και πότε να μην ακούς ούτε τον εαυτό σου. Θέλει όρχεις τιτάνιους και έντερα από ανθρακόνημα ώστε να ζεις επί έξι (6) χρόνια επί πνεύματος κρεμάμενος, επί ξυρού ακμής κοιμώμενος, από τριχός αλωπεκής οσμιζόμενος έως ιωβείου υπομονής μαστιγωνόμενος... για να πατήσεις ένα πρωί εις την νήσο των στεναγμών και να μην τα μυαλά σου τινάξεις.


Ίσως καταπώς λέν' "Devious are the ways of the Lord and magical are the Devil's dislikes", μα άμα στο νησί κάποτε ικέτης προσέπεσες για να σωθείς, πρέπει ως οριστικώς και επιτυχώς διασωθείς σε τούτο να επιστρέψεις. Να μην έχεις προδώσει στο μεταξύ ό,τι το νησί σού 'δωσε, να μην έχεις ανταλλάξει με οτιδήποτε φτηνό ό,τι ακριβό τούτο σού πρόσφερε και κυρίως, αυτό το καινούργιο που πλέον έχεις γίνει εσύ, να «κουμπώνει» διαχρονικά με τα απαράλλαχτα και αμετακίνητα βράχια. ("No small thing this" έχω πει κι απ' αυτό δέχομαι να κριθώ, για αυτό είμαι πρόθυμος να θυσιαστώ και μ' αυτό ευλογώ να τελειώσω.) Και πολλές στιγμές πρόσφατες μού στάθηκαν παραστάτες και αρωγοί, δορυφόροι σωματοφύλακες, σκευοφύλακες αναμνήσεων και αρχείων καταστροφείς: τα κατσίκια που ροβολούσανε στον Χρυσόστομο, τα θυμάρια που έτριζαν στο Ξενοδοχειό. Η θάλασσα που χλουχλούκιαζε στα Χάλαρα, τα σύννεφα που μουτρώνανε στην Γραμβούσα. Ένα αναμμένο κεράκι εδώ, μια μπουκιά παξιμάδι πιο κει. Ένας καφές καυτός δυνατός μέσ' στην σκηνή την ώρα που αδειάζαν οι ουρανοί, η μοτοσυκλέττα που έπαιρνε μπροστά με την πρώτη. Το ουράνιο τόξο που μεγαλόπρεπα αναπτύχθηκε καθώς απέπλεα απ' την Γιάλη, μέχρι την γνωστή μπουρδελιάρα μανούρα τού Πειραιά, όταν έφτασα χαράματα πάλι.



Τί λένε στις Ειδικές Επιχειρήσεις; "It's never over, 'till it's over" και τα κομμάντα πάντοτε ξέρουνε, αφού έχουν μετρήσει και θάψει δικούς τους. Όταν λοιπόν επιστρέφεις κάπου εσύ, οφείλεις να έχεις κλάψει τιμήσει και να θυμάσαι τους δικούς σου «νεκρούς», ιδιαίτερα άμα είναι κομμάτια αξέχαστα και λαμπρά τού εαυτού σου. Μην διανοηθείς να ξεκινήσεις εσύ εάν το Άγνωστο, το Μυστήριο και το Θαυμαστό δεν σε διαβεβαιώσουν προσωπικώς ότι οι οιωνοί είναι σωστοί, all the maras and the arhats, the avataras and kalpas συμφωνούν, και τα πανιά σου φουσκώνουν. Και ποιό είναι το αστείο, το θανατηφόρο και επικίνδυνο; Ότι ποτέ τους δεν θα σ' το πουν: πότε να πας και πότε να μην καν το σκεφτείς, πότε να ξεκινήσεις και πότε μολύβι να καταπιείς, πότε να πεθάνεις και πότε να συνεχίσεις να ζεις. Γιατί όλα ΔΕΝ κρίνονται στην ΑΠΕΥΚΤΑΙΑ στιγμή, αλλά όλα παίζονται στην ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ εποχή και τούτο είναι το μόνο που δεν θα μπορέσεις να μάθεις. Ξεκίνα λοιπόν εσύ όταν δεν θα το νομίζεις εσύ, κι από δω δυό περιπτώσεις υπάρχουν: ή μόλις νιώσεις το γνωστό σφίξιμο στην κοιλιά να ξέρεις ότι ήρθε το φιλότιμο τέλος, ή άμα επιστρέψεις δίχως να βγάλεις φωνή, τότε είσαι χρισθείς προικισμένος. Και τότε ίσως σού επιτραπεί, τις λεπτές γραμμές τούτες να σύρεις ως ίχνους κατάθεση, ευγνωμοσύνης ανάθεση κι ευχαριστιών ικεσία. Για το νησί που σου στάθηκε σωσσίβιο πέτρινο και εγκόλπιο αφανές, σταυρός απογείωσης και γη μαρτυρίου, ύδωρ αναστάσιμο και παραμυθία οσία.

 

 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2018

Διαβάστηκε 244 φορές Σάββατο, 01 Σεπτεμβρίου 2018 05:13