Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Maria Callas. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


 

«ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ ΑΝΘΡΩΠΩΝ» επιγράφεται η κατηγορία κειμένων μου τούτων. «Ανθρώπων» ο δύστυχος και μικρός έγραψα και όχι ημίθεων ή θεών, πόσω μάλλον θηλυκών θεοτήτων. Και ποιό «πορτραίτο» να κάνω εγώ με τις πτωχές λέξεις μου μιάς θεάς, τέτοια στεφανωμένη-μοναδική που γεννήθηκε και μαραζωμένη-θνητή πέθανε, τέτοια γυναίκα που στέρφα στην πυρά στάλθηκε, τέτοια καλλιτέχνις που την αρμέξανε τα κοράκια (όσο έλαμπε) και την φάγαν τα όρνια (όταν αποσύρθηκε), όπως γίνεται στον καννιβαλικό κόσμο ετούτο.


Με τρία τραγούδια δακρύζω αυτοστιγμεί: τον Εθνικό Ύμνο τής χώρας μου, το "Hasta la victoria siempre" τού Kάρλος Πουέμπλα και την άρια "Casta diva" απ' την όπερα "Norma" τού Μπελλίνι. Και την τελευταία – χωρίς να είμαι λάτρης-καν φίλος τού bel canto – την ακούω συχνά και επί χρόνια πολλά, μόνη αυτήν, (μαζί με την τού Σοπέν «Πολωνέζα», την και «Ηρωϊκή» καλούμενη σε Λα ύφεση μείζονα, έργο 53). Άμα έχεις μεγαλώσει με Led Zeppelin και Keef Hartley, Elvis Presley και B.B. King, είναι αδύνατο να πάρεις – έστω και σε τρίτη ηλικία – μετεγγραφή για κλιμάκια πιο υψηλά, για πιο μαρμάρινες σκάλες απ' τα λιγδιάρικα blues-joints τού αμερικάνικου Νότου ή τις μουχλιασμένες dark-alleys των λονδρέζικων boroughs. Χρόνια όμως εγώ σε δυό μορφές θηλυκές κρυφά και επίμονα επιστρέφω και τις ακούω ξανά και ξανά, μυσταγωγούμαι και θεραπεύομαι από τις θεσπέσιές τους φωνές, τρέφομαι στις δύσκολές μου στιγμές και μέσω αυτών των Κυριών αινώ Κύριον and the whole shabbang των λοιπών του αγίων. Και έχουν μάλιστα ονόματα οι δυό τούτες θεές, και θ' αναφέρω το πρώτο τής μίας: Renata Tebaldi. (Γιατί στην άλλη είναι αφιερωμένο ολόκληρο το γραπτό μου αυτό.)


Με τις μηδενικές γνώσεις μου κλασικής μουσικής, τις ελάχιστες επιπλέον ιταλικής γλώσσας, χώρια δε τις ανύπαρκτες σχετικά με την όπερα, αδυνατώ να πω ποιά απ' τις δύο τούτες Madames περισσότερο μού «αρέσει». Ίσως η Τεμπάλντι να είναι σωστότερη τεχνικά και λιγότερο επιθετική εκφραστικά, ίσως όμως η Κάλλας να είναι εκείνη ακριβώς η "Grande vocaca" που επήλασε στις διεθνείς Σκηνές και καθήλωσε το Kοινό, δυσκόλεψε τους δυσκοίλιους κριτικούς, άλωσε παντογνώστες παρατρεχάμενους και ανάστησε όποιον έχει αυτιά προς οδόν σωτηρίας.


Ως εδώ όμως.


Το ντοκυμανταίρ τούτο με την βιογραφία της – βλ. «Maria Callas Biography 1977 part 1-12» στο Youtube – δεκάδες φορές έχω δει, σελίδες επί σελίδων σημειώσεις έχω κρατήσει και κάθε φορά που αργά-βράδυ θα το ξαναδώ, πέφτω για ύπνο απεγνωσμένος θεραπευμένος. Έτσι και χθες. Αύγουστος μήνας τού 2020, απ' έξω καύσωνας και κορωνοϊός και μέσα "La" Κάλλας με δυό μάτια μολυβογραμμένα-βαριά, δέκα δάκτυλα λεπτά-μακριά, έναν λαιμό μίσχου τσιμέντινο κι ένα κορμί σάρκινου σκυροδέματος από κάτω. Την κοίταγα την άκουγα και δεν υπήρχε μέσα μου ούτε σκέψη, καν φωνή έξω μου. Παρατηρούσα το στριφνό ποντικάκι τον Μενεγκίνι να την τριγυρνά, να τον εκμεταλλεύεται τούτη και να την κατευθύνει αυτός και απλώς περίμενα πότε θα σκάσει την κοντοστούπικια-σμυρνιά μούρη του ο Αρίστος ο Τέλης, ο μάγκας ο καραμπουζουκλής να τα κάνει μπάχαλο όλα. ("That's life" Ντανάκο μου, ακόμα εσύ να το μάθεις;) Μία καλλιτέχνις μοναδική κι εκλεκτή σ' έναν πολυπληθή και μπαζοειδή κόσμο δεν έχει ζωή – πώς το είπε η ίδια; "What is a legend? The public made me. I am just a human being."


Αυτό το ίδιο ατέλειωτα-ιερό και μαλακισμένο-συνάμα Κοινό που απ' την μια την θεοποιεί κι απ' την άλλη την ίδια στιγμή την πετά απ' το βάθρο «τους» και την ξεφτιλίζει σε ένα μονόστηλο μέσα. Αλλά ΑΥΤΟ κάνει, κι ΑΥΤΟ είναι ΠΑΝΤΟΤΕ το Κοινό: επειδή «κοινό» είναι ακριβώς – πουτάνα τού οποιουδήποτε καθενός – δεν μπορεί δεν θέλει δεν επιθυμεί κάποιος άλλος να ξεχωρίσει απ' ΑΥΤΟ, να ξεκολλήσει απ' την ανώνυμη υπομετριότητά του και να επιφανεί μεταξύ των αστέρων ο εκλεκτός, ο χριστός, ο ταγμένος. Το χώμα τα σύννεφα τα μισεί, η λάσπη σιχαίνεται την βροχή, οι πέτρες δεν συγχωρούνε ποτέ την θάλασσα που συνεχώς τις χαϊδεύει. Ο κάθε άμουσος τον Απόλλωνα τον έχει να τού φέρνει τις πίτσες, ο κάθε φραγκάτος industriale ψοφάει να διοικήσει ως προσωπικό φέουδο την Σκάλα τού Μιλάνο, ο πας-εις μαουνιέρης κόβεται στην μονεγάσκικη high society να πλασσαριστεί, τον κατραμόκωλό του να κρύψει.


Τί θέλω να πω;


Η Μαρία Άννα Καικιλία Σοφία Καλογεροπούλου για να γίνει Μέγιστη Καλλιτέχνις διάλεξε να απωλέσει την ανθρώπινή της υπόσταση. Εάν ο Φάουστ πούλησε την ψυχή του στον Διάβολο, το Μαράκι τής Κατοχής και η κόρη-εν-διαρκή-δυσμενεία τής μέγαιρας μάνας της πρόσφερε την φωνή της στο Κοινό – τον σύγχρονο κι εμφανή Εωσφόρο τον τρομερό, αυτόν τον αιμοδιψή και αδίψαστο πούστη που τρυγά γονατίζει και εν τέλει σιγά, κάθε-μα-κάθε λεπτούλα ψυχούλα. Κι αν η «νταλίκα» τού 1,74μ. και των 90κ. της οδού Πατησίων 61 κατάφερε σ' έναν χρόνο μέσα και έγινε Κοκό Σανέλ, το τίμημα είναι πάντα βαρύ και ποτέ προκαταβολικά πληρωμένο. (Όταν ο βάτραχος γίνεται πρίγκηπας, την πληρώνει η χοντρέλω που έγινε ΤΟ μοντέλλο!)



Η Callas θυσίασε την Μαρία και η Μαρία θυσιάστηκε για να γίνει η Callas – εκατομμύρια τούτο το 'χουνε πει και πήγαν για τσίπουρα μετά ή για ύπνο, για κατούρημα ή για σεξ, για διακοπές ή στην ουρά την σύνταξη να εισπράξουν. Κι έμεινε ο Νιάνιας ρε, ένας Νιάνιας μωρέ – φορώντας το κοστουμάκι τού σοβαρογελοίου έλληνα υπουργού Πολιτισμού – να παραλάβει απ' τα χέρια τής Νάντιας Στάνσιοφφ την λήκυθο με την σποδό Τής Κυρίας αυτής, για να την σκορπίσει... επάνω του εντελώς, καταπώς την άνοιξε και την άδειασε μωρέ ουχί στο Αιγαίο μα κατάπλωρα στον βοριά, κατευθείαν στην κουστουμιά, έτσι όπως σε κωμωδία το γυρνάει η τραγωδία στον γκρέκο μπερντέ πάντα!


Σπρωγμένη και συνάμα ξεφτιλισμένη από την μαμμά της η Μαρία καταφύγιο βρήκε στην Elvira de Hidalgo, μια μορφή αρτίστας και δασκάλας μαζύ, μητέρας και οδηγήτριας, εκπαιδευτή και προστάτη συνάμα. Από εκεί ο επόμενος «κρίκος» αναμενόμενος ήταν, είχε μάλιστα και τρανό όνομα στα λατινικά οικονομικά-καλλιτεχνικά και λεγόταν Giovanni Battista Meneghini. (Γιατί ρε παιδιά – ρωτάω εγώ – η Κάλλας όλο κοντοστούπηδες διάλεγε; Μήπως τελικά δεν ήταν και τόόόσο «αγία κι αθώα» όσο – μάς – το 'παιζε; Χάθηκε να βρει έναν άντρακλα ως-εκεί-νά, κάνα κυπαρίσσι βεργολυγερό-ντούρο, κάνα πέος προτεταμένο-ατέλειωτο, καμμιά κορμάρα ξεδιπλωμένη-αναπτυγμένη; Όλο με ευφάνταστες αδερφές χαριεντιζότανε κι από φραγκολιμοκοντόρους τριγυριζόταν, πού να μείνει χώρος και πέρασμα για κάναν Γιώργο Φούντα ή Σων Κόννερυ;!) Αλλά ΕΤΣΙ πάει η ζωή, λέω εγώ πάλι: αυτό που σού λείπει, αν μαζύ του ΕΣΥ δεν ασχοληθείς, θα σ' το φέρει ο ΑΛΛΟΣ. Και τότε, 1ον/ δεν θα είναι δικό σου και 2ον/ δεν θα είναι για σένανε...


Τί θέλεις επιτέλους μωρέ; Να γίνεις «μία Φωνή, σε σώμα γυναίκας» ή «μία σωματένια Γυναίκα, που έχει ΚΑΙ φωνή θεϊκή»; Τί θέλεις επιτέλους μωρή; Να γίνεις διάσημη και να σε χειροκροτούν όλοι ή να μείνεις άσημη και να χειροκροτούν τα έσω χείλη αιδοίου σου, κάθε φορά που ο αφιερωμένος λάτρης σου θα βγαίνει από σένα; Και τί θέλετε επιτέλους μωροί; Να σας γράψει η δισκογραφία κι η Ιστορία, να ασχολούνται μ' εσάς οι φυλλάδες κι οι ιστοσελίδες συνέχεια – λες κι είστε το σιλικονόσογο Καρντασιάν – κι εσείς να λειώνετε στο κλάμα και στην κατάθλιψη μέσα στην avenue Georges Cinq, να 'χετε ν' απολαύσετε πέος απ' όταν πέθανε ο Τζων Χολμς και να καπνίζετε ολημερίς σέρτικα ξεφυλλίζοντας παλιά άλμπουμ;


Ουκ έσται τέλος δυστυχίας ανθρώπινης, εάν δεν ακουμπήσεις καν το μυαλό σου, άσε να το γαργαλήσεις να το ξυπνήσεις εσύ, χώρια δε να τ' ανατινάξεις να το πετάξεις. Τί είπε απολογητικά-εξομολογητικά στον Giuseppe di Stefano η δύουσα-πλέον Κάλλας μας; "Caro Pippo, ogni giorno, per fortuna, un giorno di meno." (Και δεν το μεταφράζω, για να μην βάλω τα κλάμματα πάλι.) Κι αν φθάσεις στο σημείο αυτό, δυό δακτύλιους ΜΟΝΟ κοιτάς πια και διαλογίζεσαι ΠΩΣ να τούς συναντήσεις: ή το στόμιο τής κάννης τού πιστολιού ή το στόμιο τού φιαλίδιου με τα χάπια. Η μόλις-53 χρονών Κάλλας πέθανε από την μαραζωμένη καρδιά της, γιατί αφού ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΗΣ ζωή «πέταξε» στης Τέχνης τον βωμό (και στα πόδια τού Όχλου), «κρεμάστηκε» στους όρχεις τού πλέον δυστυχώς-ακατάλληλου (που την παράτησε για να παντρευτεί την Αμερικάνα χήρα-εθνική Μήτρα, για να τους μπει των γιάνκηδων στο ρουθούνι)! Η Καλογεροπούλου παράτησε την Μαρία τού σώματος, ώστε να καλλιεργήσει την φωνάρα τής Κάλλας και όταν σταδιακά-φυσιολογικά η φωνή της την εγκατέλειψε, ήταν αργά να καλλιεργήσει την δική της ξεχασμένη κορμάρα. (Τί σχέση να 'χει η δύστυχη και πανβρώμικη Πατησίων, με την σικάτη και λουσάτη ΧΡΙΣΤΙΝΑ; Τί σχέση να έχει μία γυμνασμένη ψυχή που επαγγελματικά κι υπαρξιακά λουζόταν στα νάματα τού Κερουμπίνι, με ένα τουλουμπάτο σκαρί που χαβαλεδιάρικα και διονυσιακά ξημεροβραδυαζότανε στού Ζαμπέτα; Τί σχέση να έχει ένα κορμί δοσμένο ολοκληρωτικά στην Τέχνη, με ένα τσερβέλλο δοσμένο ολοκληρωτικά στο Δολλάριο; Κι όμως!)


Αυτό είναι η σκρόφα η θεά η Ζωή: στήνει τόσο εντυπωσιακά-αντίθετα τα άκρα της και σ' αφήνει εσένα τον άνθρωπο να τα φέρεις κοντά, άσε δε να τα ενώσεις, πολλώ μάλλον να τα μονιάσεις. Και προσπαθώντας τα άφταστα συ, το μόνο που καταφέρνεις είναι τον εαυτό σου να γωνιάσεις να τσακιστείς – όσες τιμές και λεφτά κι αν ντανιάσεις. Το δίλημμα η ποινή και το επίγραμμα στο περιώνυμο σταυροδρόμι παραμένει – δίκην θεσφάτου Σφιγγός – απαράλλαχτο ίδιο: «Από δω ξένε, ή εσύ θα περάσεις ή το χαβαδάκι σου η μαλακιούλα σου, το τιτάνιο έργο σου και η αναγνώριση των ασχέτων – ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ΣΑΣ ζαμαί»! Πού συναντώνται μωρέ οι Rolling Stones με τον... Keef Hartley;! Στο ότι οι πρώτοι τραγούδησαν το "You can't always get what you want" και ο δεύτερος έπαιξε το "You can't take it with you"... και πιο καθαρό μήνυμα από τούτα τα «άσχετα στοιχεία» δω δεν παίζει, δεν γίνεται, δεν υπάρχει. (Για όσους-ελάχιστους αναγνώστες μου θα κάτσουν ν' ασχοληθούν, θα σκεφτούν προβληματιστούν, θα βάλουν πλυντήριο νοημάτων σε κύκλο για τα «ευαίσθητα» – all rinse and no bleach.)


Ή θα σε μάθουν αυτοί ή θα μάθεις εσύ τον εαυτό σου. (Πώς το 'πε τού ΣΥΡΙΖΑ το πόμολο; «Ή θα τους τελειώσουμε, ή θα μας τελειώσουν»!) Ή θα γίνεις γνωστός και δακτυλοδεικτούμενος από τους πολλούς, ή θα μείνεις άγνωστος και πασίγνωστος στον εαυτό σου. Ή θα μάθεις μια τέχνη και με τούτην θα πορευτείς, ή θα ξεχάσεις τα πάντα και θα γίνεις Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΓΩΪΣΤΗΣ, ώστε να ξεχάσεις τον εαυτό σου. Και Βούδδας και Γκέητς δεν γίνεσαι ρε, παρά μόνο σε τούτην την χώρα όπου οι αριστεροί είναι πάμπλουτοι και οι πάμπλουτοι είναι αριστεροί. Εδώ όπου οι χοντρές-και-κουβάδες πηδιώνται αβέρτα κι αχόρταστα, ενώ οι αδύνατες-και-κουκλάρες έχουν να κάτσουν σε πέος από του αγίου Ασήκωτου, οσίου τού Μικροφαλλικού και μάρτυρος προώρου Εκσπερματιστού – μεγάλη η χάρη Τους όλων. Εδώ όπου όλοι οι γύφτοι φοράνε γυαλιά, σπουδάζουν στο Harvard, πλένονται ημερησίως τρις και δεν κλέβουν απ' την Θήβα καλώδια ή στον Ασπρόπυργο χαλκό λειώνουν.


Θες να γίνεις εσύ δυστυχής; Κυνήγα την ευτυχία. Θες κι εσύ επιτέλους να διακριθείς; Σάλτα σε κάνα σκάμμα βαθύ και εντός αυτού κρύψου. Θέλεις να γίνεις διάσημος και να σε σταματάνε στον δρόμο γι' αυτόγραφα; Γίνε με τον εαυτό σου εχθρός και θα σε φρενάρει ετούτος κάποια ανυπόπτου στιγμή, dead on your tracks hombre! Για ποιό λόγο ήλθες στην γη βρε μαλακισμένο αριστούργημα τής θεαρέστου Δημιουργίας; Για να κάνει τζίρο το Νew York Stock Exchange; Για να σε φωτογραφίζει στην Μύκονο ο Κωστόπουλος; Για να σου δώσει η Μενδώνη το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας; Πόσο μωροφιλόξος και κενόδοξος πρέπει να είσαι εσύ, πόσο ματαιόδοξος αξιακά και φιλάργυρος ψυχικά πρέπει να επιμένεις να τριγυρνάς, ώστε με τους άλλους συνεχώς να ασχολείσαι; Κι αν «κάτσει στη βάρδια σου η στραβή» (που είπε αυτή που έβαλε στα σαράντα της σιδεράκια στα δόντια), αν σε γεννήσει η μανούλα σου με ένα/όποιο/κάποιο ταλέντο (αυτό ακριβώς που βαρέθηκε να καλλιεργήσει αυτή και σ' το κληροδότησε στανικά σένα) – τότε είναι που κάηκες κυριολεκτικά, πρόσεξέ το ετούτο!


Δίχως το bel canto, η Callas μιά απλή Καλογεροπούλου τής γειτονιάς θα 'τανε και θα δούλευε στην καλύτερη ως μοδίστρα, στην χειρότερη ως ταξιθέτρια. Δίχως ΤΗΝ καλλιεργημένη κι εκπαιδευμένη φωνή, η συγκεκριμένη Μαρία άλλη-μία Μαρία/Μαιρούλα/Μαρίτσα θα ήτανε και δεν θα τής έβαζε χέρι ούτε ο περιπτεράς τής πλατείας. Δίχως το όλο πακέτο και συρφετό τής Όπερας των Χρημάτων τής Διασημότητας, η Maria Callas ούτε πίσω απ' τον Ωνάση θα έτρεχε, ούτε μπροστά απ' την Τζάκυ θα περπατούσε. Όταν όμως είσαι κυρίως και κυρία στην μέση τής ζωής σου εσύ – και σε χειροκροτούν κιόλας, αυτοί ακριβώς που το κάνουν αυτό για να κρύψουν τον θόρυβο απ' τις αξίνες και τα φτυάρια που κουβαλούν ήδη – έχεις ξεχάσει εσύ την αρχή κι έχεις ξεκοπεί συ από το οικτρό τέλος. Τί λέω εγώ, εγώ που δεν έκανα τίποτα στην ζωή μου; «Αν επιτύχεις σ' αυτήν την ζωή, την ζωή σου θα 'χεις χάσει εσύ» και τούτο το σφράγισα μόλις χθες ή προχθές, τόσο πρόσφατα πάντως.


Σε τούτο στέκομαι τυχερός, που αντιλήφθηκα τί σημαίνει για μένα το «σταυροδρόμι» που βρίσκομαι εγώ εδώ-τώρα. Κοιτώ γύρω μου στην «σπηλιά» και δεν υπάρχει παρά ερημιά, μέχρι κι οι κατσαρίδες διακοπές πήγαν, αλειμμένες Mπαϋγκόν-με-αλόη. Ανοίγω τα βιβλία μου και είναι ΟΛΕΣ οι σελίδες τους άδειες λευκές και γυμνές, πιο τέλος από τούτο το τέλος δεν υφίσταται, δεν υπάρχει. Μόνον εάν εκκενωθεί λόγω υπαρ(α)ξιακής «πανδημίας» ΟΛΗ σου η ζωή και μείνεις ΟΛΟΣ εσύ μια εξατμισμένη δροσοσταλίδα πάνω στο αναμμένο «μάτι» τής ηλεκτρικής κουζίνας, ΜΟΝΟΝ τότε μπορείς στο μηδέν συ να μπεις και να ζήσεις τα πάντα σε μία στιγμή – ΑΥΤΟ είναι η Ζωή. Προσοχή προσοχή, όμως: το ταλέντο είναι ακριβώς το ΑΝΤΙΘΕΤΟ τάλαντο, όπου «τάλαντο» δεν είναι μονάδα βάρους τής αρχαιότητας ή το χρηματικό ποσό που αντιστοιχούσε σε χρυσό ή ασήμι αυτού του βάρους. «Τάλαντο» δεν είναι η έμφυτη ικανότητα, το φυσικό χάρισμα, η πέραν τού συνηθισμένου επιδεξιότητα που παρουσιάζουν ορισμένα άτομα σε έναν τομέα. Και «τάλαντο» δεν είναι το χειροσήμαντρο στις Ορθοδοξίας Μονές, κατάλοιπο τής οθωμανικής απαγόρευσης κρούσης καμπάνας.



Τάλαντο είναι ΚAI τα τέσσερα-ανωτέρω αυτά, αλλά με την αντίθετή τους έννοια και σημασία, κυρίως όμως είναι κατεύθυνση κι οδηγία. Αυτιών εγερτήριο και αμόνι ψυχής, ψυχρολουσία μυαλού κι αντανακλαστικά πούμα. Το αστειάκι μας όμως τώρα λοιπόν, πάντα στην ώρα του, να εικονογραφούμε και δια τους ράθυμους: παίζεις καλή μπάλλα εσύ; Γίνε πυρηνικός επιστήμων. Σε πήρε η NASA και σ' έκανε πρόεδρό της; Σπεύσε σε φαβέλα εσύ και ρακένδυτος κλώτσα τόπι όλη μέρα. Είδες ότι οι λογής αδερφάρες οι Ιταλοί και οι διαλογής λόρδοι – αδερφάρες επίσης – οι Βρεττανοί, οι πρώτοι σε διαλέξαν να σε λατρέψουνε και οι δεύτεροι σε επιλέξαν για να σε θάψουνε, επειδή τραγουδάς εσύ όπως ΜΟΝΟΝ ο Θεός μπορεί να σ' ακούσει; Αχ Μαράκι κακόμοιρο, έπρεπε στην Αστόρια στο Queens να μείνεις εκεί και ως άλλη Cindy Lauper – πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια νωρίτερα – μουσικούλες λατίνικες να σαχλοτραγουδάς, τσιχλόφουσκες να μασάς, για γκόμενους να μιλάς, δουλεύοντας στο λόκαλ ρέστωραντ ή μπακάλικο τού μπαμπάκα. Κι άσε τον αλανιάρη Αρίστο – πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια αργότερα – Πρώτες Κυρίες να κυνηγά να πηδά, για να συλήσει-βωμολοχύσει [sic] το ιρλανδικό-προτεσταντικό των Κέννεντυ τζάκι.


Τάλαντο είναι αυτό-ακριβώς που ο Κύριος – ή όπως αλλιώς τονε λένε οι άνθρωποι επί γης – σού δίνει εσένα προσωπικά ώστε με τούτο να ΜΗΝ ασχοληθείς, όσο κι αν οι άλλοι σ' ετούτο σε σπρώχνουν, σε διευκολύνουν, σε χειροκροτούν. Μην πιαστείς αθώος κι αφελής ΚΑΙ εσύ, αγαθιάρης και δουλευτής, φιλότιμη και υπεύθυνη, περήφανη και σκληρή και στρωθείς στην δουλειά και στο χαμαλίκι άριστη για να γίνεις. Τί μού είπε κάποια στιγμή και πολύ νωρίς ο πατέρας μου, σε ανύποπτο χρόνο και με άσχετη αφορμή; «Γίνε καλύτερος» και μού πήρε εξήντα πέντε συναπτά κι ανελέητα χρόνια για ν' αντιληφθώ ότι με τούτες τις δυό λέξεις ο αμόρφωτος κι εκδικητικός τούτος τύπος... απλώς μ' εξετέλεσε!


«Γίνε καλύτερος» ο πατέρας μου με επρόσταξε, όχι για να γίνω χρηστότερος τού Χριστού, παραγωγικότερος τού Χένρυ Φορντ, εξυπνότερος τού Αϊνστάϊν και πλουσιότερος τού Τζεφ Μπέζος. Όχι. «Γίνε καλύτερος» ο πατέρας μου είπε και με τούτο με καταράστηκε, για να με ξεφορτωθεί επιεικώς τούτος. «Γίνε καλύτερος» σημαίνει – όταν το λες αυτό μάλιστα σε ένα παιδί 8-10 χρονών – ότι όπως είσαι, δεν είσαι καλός, δεν είσαι αρκετός, δεν είσαι εγκεκριμένος. Μά ο μαλάκας με το ζετεμάκι του-τρομάρα του σε γεννήσανε, μά μετά πλακωθήκαν το ζευγαράκι να σε τσαλακώσουνε ώστε, είτε να γίνεις αυτό που δεν έγινε αυτή (από καθαρή τεμπελιά), είτε δεν τόλμησε τούτος (από ξεφλουδισμένη δειλία). And I'll rest my home-brewed σκατά, to save you the stink and κυρίως my ξεφτίλα.


ΤΟΥΤΟ είναι για μένα το Μέγιστο Μάθημα τής Μαρίας Καλογεροπούλου. (Το δώρο τής ιδίας ως Maria Callas αποτελεί bonus-track, αντίδωρο και φιλοδώρημα ταυτοχρόνως, ανέλπιστο χάρισμα κι ευλογία αιώνων.) Πρόσεξε τί σού χώνουν οι άλλοι ως αρετή ως ταλέντο, τί οι άλλοι σού σπρώχνουν ως υποχρέωση και αποστολή – αυτό είναι όλο και όλο είναι αυτό. Γιατί στον χαζό τούτον κόσμο – και στην ηλιθία Ελλαδίτσα ιδιαίτερα – εάν είναι βιομήχανος ο μπαμπάς, βιομήχανο θα σε κάνουν κι εσένα. Εάν έχει περίπτερο η μαμμά, περιπτερού θα σε κάνει κι εσένα. Μα λόγω ατέλειωτου και ασύνορου «ξύλου» το πήγα το «μάθημα» παρακάτω εγώ, καθώς η αφέλεια κι η αγνότητα, η ειλικρίνεια κι η ακεραιότητα έχουν και την καλή τους πλευρά: δεν φτάνει λοιπόν μόνο εσύ ν' αρνηθείς ό,τι σού δώσαν αυτοί, πρέπει να αρνηθείς ΚΑΙ ό,τι φέρεις μαζί σου εσύ, μέσα σου πάνω σου, στα χέρια σου και στα πόδια σου, στο μυαλό στην ψυχή σου.


Τί υποβάλλει το Ζεν, στον κάθε ψαγμένο αναζητητή και φιλέρευνο τεμπελάκο; «Βρες το αληθινό πρόσωπό σου, αυτό που είχες ΠΡΟΤΟΥ γεννηθείς»! (Γιατί ΑΦΟΥ γεννήθηκες βρε μαλακισμένο, «πρόσωπό σου» είναι αυτό το χυσόχεσμα μπαμπά και μαμμάς, δασκάλου κι αφεντικού, στρατηγού και πολιτικού, ηγέτη και διοικητού, μανατζεράκου και εμποράκου – τέλος! Άπαξ και εξήλθες εμβρόντητος-κλαίων τού μπελαλίδικου αιδοίου εσύ, είναι ΗΔΗ και ΠΟΛΥ αργά πλέον για σένα! Και έχεις μιάν ολόκληρη «δική σου» ζωή ώστε απ' την Μαρία Καλογεροπούλου να ΜΗΝ φτιάξεις την Maria Callas, γκέγκε; Ώστε να πιάσεις πελάτη πρώώώτα τον χειριστικό Μενεγκίνι εσύ, για να σε πιάσει πελάτη μετάάά ο σταρχιδιστής ο Σμυρνιός σένα. (Χα!) Όσο και εάν απ' το λαμπρό αδερφάτο Visconti-Zeffirelli-Pasolini τυφλά αρπαζόσουν εσύ, τόσο στους λαμπρούς χασάπηδες Meneghini-Bing-Onassis έπεφτες αναπόφευκτα. Τί λέει το «χαζό» Ζεν; «Η παροιμιώδης γέφυρα πάνω στην οποία καμαρώνεις και αερίζεσαι, στις απέναντι όχθες στηρίζεται, κι αυτές σιγά-βασανιστικά-νομοτελειακά απ' το νερό διαβρώνονται αιωνίως.» (Και ναι, δεν την λέει το Ζεν την παπάρα αυτή, εγώ τηνε γράφω.)


Ξημερωμένος-χαράματα τέλειωσα την ακρόαση – και βγήκα απ' την όαση – τής βιογραφίας ετούτης. Και με ποιό mantra κοιμήθηκα; «Παράδωσε το χάρισμα στην χάρι Ντανάκο μου, αυτό μόνο έχεις να κάνεις.» Εδώ που 'φτασες σήμερα – έστω κι αργά, έστω κομμάτια – τουλάχιστον αντελήφθης το μάθημα, καθώς το μήνυμα μάσησες συναπτά κι επιμελημένα επί 65 χρονάκια. Το «χάρισμα» σού δόθηκε – όχι ΕΣΥ για να κολλήσεις σ' αυτό και να το καλλιεργήσεις χάριν-και-δίκην των ΑΛΛΩΝ, αλλά για να το συνειδητοποιήσεις απλώς, και να το επιστρέψεις αυτό ασφαλώς, προπαντός στην Πηγή του. Τί διαφορά θα έκανε για το Σύμπαν ολόκληρο εάν η Μαρία Καλογεροπούλου τραγουδούσε στο μπάνιο της το «Ούτε τώρα, ούτε αύριο, ούτε ποτέ / Άκου με, κοίτα με, μίλα δειλέ» στο αδιάφορο συζυγάκι της που λειωμένο στην τηλεόραση θα έκλανε θα ρευόταν; Καμμία! Ποιά διαφορά όμως η Maria Callas στον κόσμο-στην κοινωνία-στο ντουνιά έκανε, τραγουδώντας στην Επίδαυρο την Norma τού Μπελλίνι, εκείνην την θεϊκή βραδυά τού Αυγούστου 1960; Μην αυταπατάσθε ως άλλοι... τσιπρικοί [sic]: ουδεμία! Γιατί ο κόσμος «κουτά μου» – που έλεγε το πολυϋμνημένο χαϊβάνι το χαλκιδέϊκο – είναι ακριβώς το παροιμιώδες «νερό» τού Ζενικού kōan μου τούτου. Ο σημερινός κόσμος-η κακούργα κενωνία-ο απλούς και αθώος λαός είναι το ποτάμι που αχρόνως κυλά και παρασέρνει ΤΑ ΠΑΝΤΑ στο διάβα του – άντε να σταθεί ν' ακούσει αυτός ΕΛΑΧΙΣΤΑ και ΓΙΑ ΙΣΟ ΧΡΟΝΟ, τόσο την Rita Ora όσο και την Monserrat Caballé!


Δεν υπάρχει γέφυρα, δεν υπάρχουνε όχθες. Δεν υπάρχει κοσμάκης λαός, δεν υφίσταται τέχνη, κουλτούρα. Δεν κυλάει ο Χρόνος δεν ακινητεί ο Χώρος, δεν υπάρχει Θεός. Τί υπάρχει ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ, και μάλιστα ΑΝΑΠΟΔΑ φυσικά; Μόνον η Χάρις που στους ανθρώπους ως Χάρισμα έχει δοθεί – μεταφράστε το εσείς καταπώς σάς βολεύει: είτε ως δώρο είτε ως δωρεάν, είτε ως κεφάλαιον επενδύσεως είτε ως κατάρα δια βίου. Η απερίγραπτη αυτή «ιδιότητα» σε «ιδιώτες» έχει δοθεί, σε idiots δηλαδή, σε κοινούς χάνους. Και γι' αυτό «το χάνουν» τούτοι συνέχεια, και μ' αυτό μεροκάματο βγάζουνε οι λογής επαγγελματίες μανούλες τύπου Ελμίνα Ευαγγελία «Λίτσα» Δημητριάδου. (Να σάς θυμίσω εδώ ποιός έγραψε «τα τρία μι»; Περιττεύει νομίζω...)



Εάν δεν προλάβεις ν' αντιληφθείς εσύ ότι δεν χρειάζεσαι ούτε εγώ ούτε ταμπέλλα, ούτε ταλέντο ούτε φήμη, ούτε έργο ούτε επιτυχία, τότε θα σπεύσουν οι αμέτρητοι-αδιάφοροι και αθάνατοι-αιμοδιψείς και θα σ' τα φορέσουν ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΥΤΑ «τα δικά τους» εύκολα πρόθυμα. Τί είπε επικά η b-actor εκείνη στο The Devil's Advocate; "Behold, I send you out as sheep amidst the wolves", (απ' τον Ματθαίο 10:16). Λίγη προσοχή ΣΤΗΝ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ ΨΥΧΗ χρειάζεται, για να μην καταλήξουμε στα 53 μας χρόνια ένα φαιό φάντασμα λαμπρού αστεριού, με καπέλλο πλατύγυρο, μεγάλα μαύρα γυαλιά και δυό κανισάκια στον σπάγκο να περπατάμε μπαϊλντισμένα-ξεπνοημένα στις σικάτες παρισινές λεωφόρους. «Ουδείς γλύτωσε», η μπουρού τής Κυψέλης έχει από ετών πει: Οι αδερφές διασκεδάζουν τον κόσμο, ο κόσμος καταναλώνει την Γη και οι άγνωστοι άγιοι, ρυπαροί και δαιμονικοί, σιωπηλοί φλογεροί τον Ουρανό ακόμη βαστάνε. Πώς και γιατί; Διότι αρνηθήκαν γενναία αυτοί το ΙΔΙΟΝ χάρισμα – το «ίδιον θέλημα» είναι νόμισμα για να σου πούνε οι πονηροί, ΑΥΤΟΙ τί να κάνεις ΕΣΥ – και δεν έκατσαν καν να δουν και να περιμένουνε, να ανταλλάξουν να εκταμιεύσουνε, να επενδύσουν και να τοκίσουνε την θεία την Χάρι.


Δεν είναι μωρέ λογοπαίγνιο, και στο φινάλε κι αν είναι τέτοιο απ' την ατελή μου πέννα αυτό, μην κολλάτε στο χειροκρότημα εσείς πάλι. Γιατί όπως λέει ο Ζήκος, «Παλαμοκροτάνε αυτοί που πληρώνουνε, όχι εσείς που θέλουμε τρεις κιμωλίες στο 'γράψε-σβήσε' τη βδομάδα»! Το αστείο και εδώ και παντού, το τραγικό κρύβει καλύπτει. Η διεθνής επιτυχία, την ατομική αποτυχία παραλλάσσει και αποκρύπτει. Η τέχνη το έργο η κάθε δουλειά, την αναγνώριση την διάκριση στην κορυφή σε τραβά, μα ως άτομο ως άνθρωπος και ως σάρκα περισσότερο θα πονέσεις όταν πέσεις από ψηλά, ιδιαίτερα εάν σε έχουν ανεβάσει και κρατήσει εκεί ΟΙ περιώνυμοι ΑΛΛΟΙ. Θα το πω, εγώ, ΚΑΙ εδώ: στην ζωή δεν έχεις έλθει για να σε φτιάξουν αυτοί, ούτε καν για να φτιαχτείς συ. Στην ζωή – και εσύ – έχεις έλθει ώστε πανηγυρικά να «χαθείς», φανερά να εξαφανισθείς, το προπατορικό «χάρισμα» να ξεφορτωθείς, προκειμένου εις την χάρι να εμβαπτισθείς και ν' αναληφθείς – ας μην πλεονάσω κι επαναληφθώ άλλο. Κι ας παραθέσω ως νανούρισμα αφιερωματικό, το σπαρακτικό όσο και θεραπευτικό τούτο απόσπασμα από την "Vissi d' arte" άρια, απ' την "Tosca" τού Πουτσίνι.


"Vissi d' arte / Vissi d' amore / Non feci mai male ad anima viva!
Con man furtiva / Quante miserie conobbi aiutai.
Sempre con fè sincera / La mia perghiera / Ai santi tabernacoli salì.
Sempre con fè sincera / Diedi fiori agl'altar.
Nell'ora del dolore / Perchè, perchè, Signore / Perchè me ne rimuneri così?
Diedi gioeilli della Madonna al manto
E diedi il canto agli stri, al ceil / Che ne ridean più belli
Nell'ora del dolor / Perchè, perchè, Signor / Ah, perchè me ne rimuneri così?"

 

 

 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

 

 Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2020

Διαβάστηκε 75 φορές Δευτέρα, 03 Αυγούστου 2020 07:05