Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

Αποσπάσματα από «Τα τρία μι»

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, σελ. 45


ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, σελίδα 45

Παιδάκι υπήρξες Μαρία κάποτε και εσύ, δεν γεννήθηκες ακριβώς κι η σημερινή αγριεμένη νταρντάνα. Δεν ήσουν ανέκαθεν ο σίφουνας που 'σαι τώρα, η ισχυρογνωμοσύνη και η αυθάδεια, το πείσμα κι ο τσαμπουκάς (τα προτερήματά σου), ο ερωτισμός και η πίστη σου, η υπευθυνότητα και η αμεσότητα (τα ελαττώματά σου). Δεν γεννήθηκες έτσι (έγινες), δεν ήσουνα έτσι (απέγινες), γιατί οπωσδήποτε αλλιώς γεννιόμαστε και αλλιώς μεγαλώνουμε, γινόμαστε, καταντάμε. Το μεταξύ; Αν μετρήσει κανείς την ελάχιστη απόσταση από την μανούλα στην οικογένεια, απ' την οικογένεια στο σχολείο, απ' το Λύκειο στο Πανεπιστήμιο κι απ' το μεταπτυχιακό στην δουλειά – η ζημιά έχει ήδη γίνει κι όχι μια φορά αλλά πολλές, πάμπολλες και βαριές, τι να πει και το γνωστό υποζύγιο ο εαυτός που δεν ζητά ανθυγιεινά και βαρέα; Καθώς τα πάντα τούτος υφίσταται δίχως για τίποτα και ποτέ να παραπονιέται, κρατά αποκλειστικά τα λίγα καλά και τα υπόλοιπα τα πολλά τα κακά τα καταχωνιάζει, τα θάβει. Και τρέχει σαλταρισμένος μετά όταν έχουν αφρίσει αυτά να τα βγάλει να τα ξεράσει στον ψυχαναλυτή στον γιατρό ή να τ' ανακόψει να τα σουρντινιάσει με τα ποτά τα ναρκωτικά, τα μουνιά τα λεφτά, τούτων των βασάνων και πόνων ουκ έσται τέλος. Είναι βέβαια όλα τούτα τόσο κοινά και γνωστά που ο κόσμος τα διαβάζει αδιάφορα ξανά-και-ξανά στα πρησμένα κυριακάτικα φύλλα και σημασία δεν δίνει, είναι τα επικρουστικά κι αποκρουστικά προβλήματα τόσα και άμεσα τώρα γύρω του που αναγκαστικά γονατίζει και... συνηθίζει. Να ζει βεβαίως μ' αυτά, να ζει μέσα σ' αυτά και τόσο το χειρότερο, να ζει απ' αυτά. Γιατί ποιο καλύτερο επάγγελμα υπάρχει σήμερα από την αρρώστια; Κάνε εσύ τον αρχιδάτο τον ισχυρό, τον ακλόνητο βράχο τον ακατάβλητο οδηγό, τον «μοιράζω ενέργεια» και «στηρίζω το σύμπαν» και θα πέσουνε όλοι επάνω σου να σε φάνε, (οι λόγοι-τα όπλα-τα κίνητρα είναι βαρετά και γνωστά, τα συμπτώματα είναι βαριά πάντα). Πέσε εσύ όμως του θανατά-και-καλά, ενδύσου Μάρθα Βούρτση και ποδέσου Βασιλάκης Καΐλας, κάνε τον δύστυχο άρρωστο, γλίστρα στην υπαρξιακή ζητιανιά, στρώσε τραβηχτικές στην σειρά και θα δεις όλους τους άλλους να κόβονται, να σε νοιάζονται, να σ' τα χώνουν. Η εξουσία του ελεήμονος είναι αφροδισιακά εξαρτησιακή, το να έχεις κι έναν κακόμοιρο να ταΐζεις σε ανεβάζει εσένα, ξεχνάς τις δικές σου πίπες και βάσανα, «υπάρχουν χειρότερα» λες και συνεχίζεις αμέριμνος τα όποια σκατά κάνεις, στα όποια δυσώδη εγωιστικά αρώματα μέσα ζεις.

Αυτά όμως δεν τα ήξερες Μαρία εσύ, γιατί και πώς να τα ξέρεις; Εσύ γελούσες κοιμόσουν και πεινούσες μικρή, έτρεχες φώναζες κι έκλαιγες όταν ήσουν παιδούλα. Ένα απέραντο λιβάδι αστικό το σπίτι στα πόδια σου κι εσύ το αλώνιζες όλο, τους αναποδογύριζες άπαντες κανονικά και τους έκανες ό,τι ήθελες – άλλος ένας ανέμελος, ανορίωτος και ασύδοτος τύραννος, άλλη μια κουκλίστικη κατσαρίδα να χώνεται παντού και συνεχώς να τα χώνει. «Αϊ μωρή κατσαρίδα» σφύριξε αηδιασμένη σ' ένα βλαττοειδές κάποτε η γιαγιάκα σου και του έδωσε μία με την παντόφλα, εκείνο το αξέχαστο όσο και σιχαμερό κλιάτς εσένα σού έμεινε, σου 'χει μείνει, θα μείνει. Κι όποτε με το θαυμαστό τούτο έντομο, το κριτσανιστό νευρικό ερπετό συναντηθείς, έτσι και λάχει να πέσετε φάτσα-κάρτα μ' αυτό το μίγμα ρομπότ, Μαθουσάλα και συλλογικό ράφι αηδίας – κάθεσαι και γενναία το παρατηρείς, το θαυμάζεις τέτοιο το σχήμα του δικτυόπτερου, οι σπαστικές κινήσεις του και η εμφανής του νοημοσύνη, χώρια η ξακουστή ικανότητά του επιβίωσης. Ένα φιαλίδιο δηλητήριο πάνω στην κατσαρίδα να χύσουνε κι αυτή για λακ κομμωτήριου το περνάει. Χιροσίμα και Ναγκασάκι να καταιωνίσουν στην πλάτη της κι εκείνη απλώς γυρίζει ανάποδα, να της αλείψουνε και την κοιλιά, καλύτερα έτσι για να μαυρίσει. «Αϊ μωρή κατσαρίδα» λοιπόν έγινε κι εσένα το αγαπημένο σου επιφώνημα, η χαβαλεδιάρικη και ειρωνική πολεμική σου κραυγή όταν ήσουν μικρή κι έπαιζες μόνη στο σπίτι, καθώς άλλα παιδιά δικά σου αδελφάκια οι γονείς σου δεν κάνανε για λόγους που μόνο εκείνοι κατέχουν κι εσύ φυσικά ποτέ δεν τους ρώτησες, πάντα υπάρχουν λόγοι σημαντικοί όταν δεν συντρέχει κανείς ακριβώς λόγος. (Ή μάλλον όταν τρέχουν τόσοι πολλοί, μπλεγμένοι και μη καθαροί, το αποτέλεσμα είναι πάντα μια τάφου σιωπή, μια κεφαλής κούφια στροφή, δυο μάτια άδεια που στάζουν κραυγή μα ποτέ δεν μιλάνε.) Κι όσο κι αν κρούεις εσύ τις κλειστές πόρτες επειδή θέλεις να μάθεις, τόσο οι πόρτες αυτές οι βαριές μένουνε σφαλιχτές, τα μάνταλα σκουριασμένα, τα κλειδιά δεν γυρίζουνε και οι μεντεσέδες τους έχουν κολλήσει. Τότε σε έπιανε εσένα η τσαντίλα Μαρία η αρβανίτικη φούρκα, βάρδα μη σου αντιστεκόταν κανένας ή τίποτα γιατί άμεσα άναβες κόρωνες και μουλάρωνες, αγωνιζόσουνα να γκρεμίσεις ό,τι μπροστά σου στεκότανε – αδιαφόρως αν ήτανε κάστρο ή η γλυκιά σου μανούλα, ένα ντουβάρι σπετσιώτικο αλεξίσφαιρο στα καπρίτσια σου ή του Χρυσόστομου η υπονομευτική αγκαλίτσα. Ξεσπούσε τέτοια μανία και βία από μέσα σου ξαφνικά, που ήσουν αποφασισμένη και έτοιμη ν' αντιμετωπίσεις τρανών βασιλιάδων στρατεύματα, φανατισμένα τάγματα μοναχών κι εθνοφυλάκων οπλιτών στίφη – ό,τι σε κόντραρε το κόντραρες σταθερά, μονομανιακά κι επιθετικά μέχρι τέλους.

Το πείσμα ήτανε η βενζίνη σου, μπουκάλι ήταν το μπέμπας σώμα σου, στουπί η στριγκή σου φωνή και σπίρτο η ιδιοτροπία σου που τα ξεκίναγε και τα άναβε όλα. Και τούτο το – από αστείο έως απερίγραπτο – παιδικό κοκτέιλ μολότωφ ήταν ακριβώς που σφεντόνιαζες ασυλλόγιστα κατά παντός έκρινες εσύ ως υπεύθυνου καθώς με προφυλακτήρες τα σιδεράκια σου, φανούς τα μυωπικά σου γυαλιά, πατώντας πάνω στα ορθοπεδικά σου μποτάκια για την εκκολαπτόμενη πλατυποδία σου, έσκυβες μπρος και δεν έβλεπες ποιον έπαιρνε ο δικός σου ο Χάρος. Κάτι ξέσπαγε μέσα σου, απ' την κοιλιά σου πρώτα ξεπήδαγε και σ' έβαζε εσένα να θέλεις να κάνεις να ράνεις, να γίνει το δικό σου αποκλειστικά προπαντός, δεν λογάριαζες κανέναν και τίποτα προκειμένου. (Εδώ και σ' αυτό έβαλαν το απαραίτητο και μοιραίο χεράκι τους φυσικά οι δικοί σου γονείς – όπως πάντοτε, όπως παντού, όπως πάντα.) Ο Χρυσόστομος έβλεπε σε τούτο το πολεμικό σου χαρακτηριστικό την δική του ταξική και προσωπική εξέγερση, αυτό που οι άλλοι τού τάπωσαν και πήγαν να τον φάνε κι όταν κατάφερε, το καναλιζάρισε και το τούμπαρε τελικά, έγινε τούτος όπως σήμερα είναι. Η μανούλα σου έβλεπε σε αυτό το σιχτίρικό σου χαρακτηριστικό την έκφραση της δικής της ισόβιας καταπίεσης, αυτό που εκείνη ποτέ της δεν έβγαλε κι ακολούθως κατάπιε, αυτό την έκανε όπως σήμερα είναι. Και στην ούγια βέβαια στην ραφή η Σπετσιώτισσα έβλεπε σ' αυτό το αντιδραστικό σου χαρακτηριστικό το αρβανίτικο αίμα, την φάρα που τόσοι-και-τόσοι χαϊβάνια αλλόθρησκοι και τσακάλια ορθόδοξοι βαλθήκαν να ξεπαστρέψουνε μα δεν μπόρεσαν δεν το πετύχαν, έμειναν οι Αρβανίτες εκείνοι όπως σήμερα είναι. Μ' αυτά και μ' αυτά, λανθασμένα σωστά, το παιδί είναι πάντοτε σαν το στρωμένο τραπέζι, αθώο και έτοιμο που όλοι πάνω του πέφτουνε, τρώνε και πίνουνε, χορταίνουνε ρεύονται, γιορτάζουνε και γλεντάνε. Κι ευκαιρίας δοθείσης κι άμα το κρασί είναι καλό, τραβάνε κι από 'ναν δεκάρικο, διδάσκουν νομοθετούν ηθικολογούνε, αποκαλύπτουνε αναλύουνε και καταδικάζουνε, στο τέλος καταθέτουνε για τις επόμενες γενεές και την συμβουλή και την εντολή, μια εκλεκτή όσο και μαλακισμένη παρακαταθήκη. Βλέπεις γονείς που παινεύονται πως υπήρξανε τέλειοι, το παίζουνε άνετα ντόκτορ Σποκ και Μαρία Μοντεσόρι αβέρτα, ενώ ξεχνάνε ένα και το βασικό: την ιδιοκτησία. (Ποια;) Την ιδιοκτησία. Καθώς η ιδιοκτησία δεν ξεκίνησε απ' το σπίτι ή την σοδειά, το χωράφι ή το αμάξι, η ιδιοκτησία από τα παιδάκια του κόσμου ξεκίνησε, αυτή και σ' αυτά είναι που ο κόσμος κάνει ό,τι θέλει. Κι εκτός απ' το ότι η κυριότητα ορίζει το κορμί, η χειρότερη κτήση και η πικρότερη κατοχή, αυτή της ψυχής είναι. Εκεί περισσότερο πονούν τα δεσμά, εκεί μέσα οι σάρισσες κονταροχτυπιούνται στο βάθος και πετσοκόβουνε σπλάχνα κι ανάσες πνιχτές, οι πληγές μόνιμα ανοιχτές, οι μύγες από πάνω σιχαμερές κι οι γονείς οι κουφάλες τώρα όλο φροντίδα και έγνοια να συμβουλεύονται τους ντοτόρους. Έρχεται όμως η απροσδόκητη ώρα η αναπόφευκτη και εκπλήσσεται ο σπορεύς που ο γιόκας του πετάει μολότωφ στους μπάτσους, κουφαίνεται η μήτρα όταν της μαζεύουνε την κορούλα της από τις εισόδους των πολυκατοικιών με την βελόνα καρφωμένη στο χέρι. Την ίδια στιγμή που ο κάθε πεολαμπτήρας κορδώνεται άπαξ κι η φρεσκομουνίτσα του παραλάβει και συνεχίσει το οδοντιατρείο, καδράρει το πτυχίο και συμπληρώσει έτσι το καρέ της επιτυχημένης «γυναίκα-σύζυγος-μητέρα-επαγγελματίας». Ή καμαρώνει εκάστη σκωριοκλειτορίς που ανέλαβε ο αψητοπουστάκος τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης και την πάει γκανιάν φυσικά, κατά Βαλκάνια ή Κίνα μεριά, κατά διαόλου τελικώς, διατραπεζικώς και πτωχευτικώς, «είναι τόσο κλισέ, που γίνεται εντελώς πασέ» πετάγεται ο λουφάζων γνωστός-άγνωστος πάλι. «Οι πλέον ακατάλληλοι για γονείς είναι οι γονείς» φωνάζει σωστά για πρώτη φορά τούτος δω ο ορθώς-εξοστρακισθείς, ο ανυποχώρητα εξορισθείς, ο αποδιοπομπαίος. «Τα εγκλήματα που γίνονται μέσα στα σπίτια δεν τα γράφει ούτε ο Αστικός, ούτε ο Οικογενειακός, ούτε ο Ποινικός Κώδικας ολόκληρος» συμπληρώνει επιγραμματικά ο ακάματος σχολιαστής, ο εύστοχος παρατηρητής, ο εκδιωχθείς μελετητής του ελληνικού παραδείσου – ένας ταπεινός του πόνου ιχνευτής όμως είναι, ένας δείκτης και ιχνηλάτης ψυχών ένας ικέτης και παρουσιαστής πόνων, ένας εκφωνητής συναισθηματικού υπαρξιακού «εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο» μα ποιος να τα καταλάβει αυτά, να σταματήσει να σκύψει, να νοιαστεί να γιατρέψει;

«Η οργή είναι η άλλη φωνή του παράπονου, που είναι το στερνοπαίδι του πόνου», το λέει και η ίδια η λέξη άλλωστε. Θεριεύει ο πόνος κι αν δεν εκφραστεί, αν δεν αφεθεί να κυλήσει και να επιστρέψει στην πηγή, να πέσει αυτός εκεί μέσα να διαλυθεί να χαθεί – τότε γίνεται παράπονο, γίνεται ένα ανέκφραστο κι αμετάφραστο δύσμορφο βογκητό, ένα συνταρακτικό μουρμουρητό-βουητό πιο εκκωφαντικό κι απ' τις σάλπιγγες της Ιεριχούς, απ' την Βέρθα στην Μάγχη. Ένα ύπουλο μπουμπουνητό προειδοποιητικό που σιγοβράζει επί χρόνια, αφρίζει ξεχειλίζει κάποια στιγμή και κανένας να το ξαφρίσει δεν τολμά, έχει φτάσει να λειώσει το κόκκαλο μέσα στην χύτρα και να 'χει γίνει το φαγητό μια κρέμα, αηδία-σε-σούπα. Απ' αυτές όμως τις σούπες που σε λάβες ομοιάζουνε, κοχλάζουν και ζέχνουνε, λάβες που έτσι και εκραγούν, όλα στο διάβα τους τα καταστρέφουν. Ακριβώς έτσι είναι και η ψυχή: τρώει καταπίνει στουμπώνεται, μα μηρυκάζει κι επεξεργάζεται εν σιγή – το έργο αυτό όλοι το έχουνε δει, τουριστική ατραξιόν το έχουνε κάνει το ηφαίστειο οι μαλάκες (για τέτοια μιλάμε του εαυτού προσβολή), καλντέρα με γαϊδουράκια από κάτω, μαγαζάκια με τραπεζάκια επάνω μονέδα να κόβουνε, την ζωή τους ξοδεύουνε, φοβούνται ν' αλλάξουν. Πώς γίνεται τώρα και να έρχεται η στιγμή που επανειλημμένα στην εφηβεία της η Μαρία να τα 'χει όλα σπάσει, να τα 'χει κάνει λαμπόγυαλο άπαντα και να μην της έχει κουνηθεί ο ουδείς και κανένας; Γιατί επί τόσα χρόνια φυσικά – όλοι μόνο τής λέγανε και ψυχή δεν την άκουσε, κανείς δεν την άφησε να μιλήσει να πει, να εκθέσει να βγάλει, ν' αλαφρώσει να ξεφορτωθεί. Διδάσκαλοι οι αυταρχικοί και παντογνώστες κοντόψωλοι (πατεράδες-τρομάρα τους), δασκάλες οι ματαιωμένοι κι ακυρωμένοι οι κόλποι (μανάδες-τρομάρα τους), καθηγητές και διδάκτορες τα κουφά ραμολιά (εδώ ο τρόμος Δείμος λέγεται κι έχει αδελφό του τον Φόβο). Να κάθεται αραχτή και πολύφερνη μέσα στον συζυγικό πύργο της η όποια γριά – που προίκα αναγκάστηκε και της τον έδωσε της λεγάμενης προκειμένου να την ξεμπαζώσει, να την ξεφορτωθεί η σχεδόν-μητρυιά, να το βγάλει από πάνω της το ανισόρροπο κι ανεξέλεγκτο γραμμάτιο – κι από κει κανοναρχεί, κανονίζει. Βαράει την παχυλή σύνταξη του συγχωρεμένου, τοκίζει και καναδυό διαμερίσματα ως εισοδήματα και πηγαίνοντας στην λαϊκή, συνομιλεί άμα-λάχει και με τον Αυτιά. Ετοιμάζει το φαγητό και καθαρίζει το σπίτι, ράβει μπαλώνει και σιδερώνει τα σύμπαντα – Κλαυθμώνος το έχει κάνει το τριάρι η γραία, Διεύθυνση Διοικητικής Μέριμνας Ναυτικού σκέτη η μπάμπω. Μεγαλώνει η ηρωίδα του-ζευγαριού-τα-παιδιά και τους τα χώνει χοντρά αν χρειαστεί, κρατάει το παλάντζο το ίσο, ψηφίζει την Μπακογιάννη τον Αβραμόπουλο και με τον Παπαδάκη χαριεντίζεται κάθε πρωί – αυτή θα βάλει το ψάρι τα όσπρια, αυτή θα φτιάξει τον μουσακά, τις μπάμιες θα καθαρίσει. Σέρνει η κουφάλα τις παντόφλες της όλο το βράδυ κρεβάτι-κατούρημα, ανάβει το καντηλάκι και την τηλεόραση την ίδια στιγμή να καίνε ολημερίς τούτα, είναι οι θαυμαστές οι γριές που τα πάντα ρυθμίζουνε. Αυτές το ταμείο και το σχολείο αυτές, το εξομολογητήριο το πλυντήριο, το καθαριστήριο το καθαρτήριο, αυτές όλα. Η γιαγιά είναι η πραγματική Εστία των ελληνικών οικιών, η μπατάλικη Καρυάτιδα του σπιτιού και ο γηραιός μα πολύπειρος, συντηρητικός μα διαχρονικός ομφαλός της ρωμέικης κατοικίας, (και μάλιστα διαρκούς πυρός και παραγωγής έργου). Η μάνα ή πεθερά στηρίζει λαδώνει και συντηρεί το ελληνικό οικιακό σύμπαν ολόκληρο, αφήνει τους άλλους προς τα έξω μπροστάρηδες και τούτη στις πίσω καρέκλες και τα έδρανα λειτουργεί: με τις κάλτσες μισοπεσμένες στα κιρσοπνιγμένα ποδάρια της, τα σακουλιασμένα αποστεγνωμένα βυζιά, τα χέρια τα ροζιασμένα μα πάντα ζεστά στην ποδιά, το μαντήλι Ταναγραίας κόρης στα μαλλιά πάντα – τούτες είναι οι αληθινές θεές και θα είναι για πάντα. Οι εύζωνοι του σπιτιού, κουμανταδόροι κουτάλας και διοργανώτριες εορτών, σημαιοφόροι οικογενειακών επετείων και ληξίαρχοι κοινωνικών εντολών – οι γριές της Ελλάδας την Ελλάδα κρατούν και αργά, σιγανά, την βουλιάζουν.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, σελ. 55


ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, σελίδα 55

Γι' αυτό κι εσύ – αν μπορείς – Μαρία στην ζωή σου τούτο να κάνεις. Ένα ίσο να βρεις στην ζωούλα σου ένα τέμπο για να μη χτυπιέσαι συνέχεια, να μη σε χτυπάει εσένα πουθενά και κανένας. Αυτό βεβαίως το δεύτερο είναι αναπόφευκτο να συμβεί, το ξύλο «τους» θα το φας, μα αλλού είναι η σούμα. Να μη χτυπιέσαι εσύ μόνη σου, να μη χτυπιέσαι εσύ μέσα σου, να μη ζορίζεσαι μη φουρκίζεσαι, να μην πλακώνεσαι μην τυραννιέσαι απ' τον εαυτό σου και τα «θέλω» του, απ' το εγώ σου τα γούστα του, απ' τις επιθυμίες σου τον θυμό σου, την πλάνη να προσέξεις ιδιαίτερα. (Γι' αυτά τα τρία μάλιστα θα σου μιλήσει κάποτε και θα συγκεντρώσει την προσοχή σου αργότερα ο Δημήτρης Sensei*, «επιθυμία-θυμός-πλάνη» λέγεται η τριπλέτα των δεσμών των μυστήριων, τούτοι οι θεσμοί θα σε επισκεφθούν και θα σε καθορίσουν εσένα. Εδώ καθιστοί μοναχοί στις ζούγκλες των Ινδιών και δεν την παλεύουνε, γυμνοί και περιφερόμενοι ασκητές στις σπηλιές του Αγίου Όρους τα κουκούτσια της φτύνουν κι ακόμη στον λαιμό τους τα έχουνε, θαρρείς πως εύκολα παίζονται τούτα τα τρία;) Η επιθυμία ο θυμός και η πλάνη, οι αισθήσεις οι σχέσεις και η ζωή – ορίστε που τα πρώτα τρία, άλλα τρία μόλις γεννήσανε και γίνηκαν έξι, μη φοβάσαι όμως Μαρία, τούτη η πρόοδος δεν είναι αριθμητική καν γεωμετρική, παραπάνω δεν έχει. Αυτά τα έξι είσαι εσύ καθώς και το έβδομο απέναντί τους στοιχείο-στοιχειό εσύ είσαι επίσης, από εδώ όλα τους ξεκινούν κι εδώ μέσα ακριβώς τούτα τελειώνουν. Κι όσο αγωνίζεσαι να τα δεις να τα αντιληφθείς, να τα καταλάβεις να τα αρπάξεις και κάτι με τούτα επιτέλους να καταφέρεις να κάνεις εσύ – τόσο αυτά σού γλιστράνε και χάνονται, μπερδεύονται μπουρδουκλώνονται, σου ξεφεύγουν και αλλού εμφανίζονται, δεν ξέρεις από πού σου την φέρνουν. Λέξεις και ερωτήματα, σκέψεις αιτήματα, θεωρίες και θέματα φιλοσοφικά υπαρξιακά, σημαντικά και σχετλιαστικά, αληθινά ψεύτικα – κανείς δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα μιαν απάντηση ουσιαστική πειστική, που να δουλεύει να πιάνει. Καναδυό ψιχουλάκια ο Σωκράτης άφησε, λιγοστά φραντζολάκια έψησε ο Βούδας, μερικά κουλουράκια έπλασε ο Χριστός, μια τάβλα τουλουμπάκια ο Μωάμεθ άντε κι ένα καρβελάκι ο Μπαγκουάν Σρι Ρατζνίς, ο γλυκύτατος Όσσο. Η στρατιά οι άλλοι οι λίγοι πίσω τους οι τρανοί, ο Νίτσε ο Μαρξ, ο Φρόυντ ο Καμύ, η Ζερμαίν Γκρηρ η Κοκό Σανέλ, η Μαρί Κιουρί η Μάργκοτ Φοντέυν απλώς τον κανόνα επιβεβαιώνουνε: αν ήθελε ο άνθρωπος να γίνει Άνθρωπος, είχε χιλιάδες χρόνια ζωής έμπροσθεν κι εκατοντάδες σοφούς όπισθεν για να κάνει κουμάντο. Ε απλά, για να μην κάνει τίποτα και να μη γίνει τίποτα τελικά, ο άνθρωπος μαλάκας είναι και θα 'ναι πάντοτε – πάει τελείωσε, λύθηκε το μεταφυσικό θέμα ετούτο, πάμε λοιπόν κι εμείς να διαβάσουμε ν' απολαύσουμε την Μαρία πιο κάτω.


*Σενσέι (ιαπων.): κατά λέξη σημαίνει «πρόσωπο γεννημένο πριν». Στις Πολεμικές Τέχνες είναι ο δάσκαλος, στον Ζεν Βουδισμό είναι βαθμός κάτω απ' τον rōshi, στις τέχνες γενικότερα είναι ο μάστορας.


ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, σελ. 388


ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, σελίδα 388

Ένα στρώμα αρμυρισμένο μαλλιά, μια κουρτινούλα από πάνω φλύαρα μέλη, σεντόνια οι βόστρυχοι και μαξιλάρια σαν μαλακοί τάκοι έρωτα. (Εσείς.) Ένα ημίφως σαγηνευτικό και ονειρικό, ώρες και στιγμές που μπαλόνια στου ντόκου τα μάγουλα τρίβονται και φωνούλες πνιχτές δειλά αλυχτούνε. (Πάντα εσείς.) Ένας έρωτας ανθρώπινος σαρκικός δίχως όνομα, δυο ανάσες θαμπές κοιμισμένες, όλα τα άλλα έχουν καταλαγιάσει πια, δεν ακούγονται δεν υπάρχουν. Η Μαρία κοιμάται βαθιά, ο Τούλιο έχει ανοίξει τα μάτια του και ρεμβάζει, ψάχνει για ένα τσιγάρο και δεν θέλει να κουνηθεί μην την ξυπνήσει, απόγευμα τώρα. Ένα κυλοτάκι ορφανό ένα πουκάμισο αντρικό, ρούχα ρολόγια εδώ και αλλού κάτι σανδάλια, ένας μισοτελειωμένος καφές, ένα κραγιόν αφημένο απότομα, κλειδιά κινητά και λεφτά, είναι βράδυ. Ήχοι και θόρυβοι απ' έξω του λιμανιού, μια λειτουργία που έχει τελειώσει, μια ιερουργία που δεν έχει αρχίσει καν, τελετή μύησης και καθαρμού, όχι μωρέ ξανά πάλι λέξεις. Παρά μόνο αγκαλιές, ακόρεστες απύθμενες και τρομώδεις αγκαλιές, επαφή σάρκας με σάρκα και πιασίματα στριψίματα χτυπήματα, τριψίματα κρούσματα ελαφρά και συγκρούσεις εντός παιδιάς είναι, φιλιά που ψάχνουν το ταίρι τους, ματιές που σβήνουν την δίψα τους, ό,τι και να πεις λίγα είναι. Η Μαρία κι ο Τούλιο – οι δυο τους εδώ, εδώ πού, εδώ πώς, εδώ από πότε; Η Μαρία κι ο Τούλιο – τελεία, αμάν πια, επιτέλους τελεία. Τα χέρια του στον κώλο της, σφυριά τεχνικά. Τα μαλλιά του στο στόμα της, φύκια πυκνά. Τα πόδια του στα λαγόνια της, μπεντένια αναμμένα. Τα βυζιά της στ' αρχίδια του, οργασμών υπερώα. Τα μάτια της στα πλευρά του πριτσινωτά, απίστων οι λόγχες. Τα δάκτυλά της στο σβέρκο του, κισσοί πλάνης. Είχε ποτέ του ο έρωτας συγκεκριμένο σενάριο, για ν' αποκτήσει αυτός τώρα; Έκανε ποτέ κανείς σεξ μ' έναν ίδιο τρόπο ξανά, για να γίνει και σήμερα κάτι τέτοιο; Έπεσαν σε κλίνη ποτέ άνθρωποι, «αντάλλαξαν σωματικά υγρά» κι έγινε τούτο με τον ίδιο, γνωστό βαρετό κι επαναληπτικό τρόπο; Το «όχι» είναι ευτυχώς κατηγορηματικό, το «ναι» είναι η μόνη απάντηση που δεν παίζει. Μόλις πρωτακούμπησαν τα χέρια τους η Μαρία κι ο Τούλιο δεν τ' αφήσαν ξανά, μόλις ενωθήκαν τα χείλια τους δεν τα χωρίσαν ποτέ τους, μόλις γίνηκαν ένα σώμα, δυο ανάσες και διαστάσεις τρεις – έτσι έμειναν και θα μείνουν για πάντα. Με εκείνο το «πάντα» της γεύσης και της απόγνωσης, της ελπίδας και της συμφοράς που κάθε έρωτας στο ξεκίνημά του διαθέτει, τούτα τα εκλεκτά γρέζια του που στην αρχή ως διαμάντια καταυγάζουνε το μενού και μετά αποκαλύπτονται και κατασπιλώνουν το έργο – αν ήτανε δυνατόν το τέλος να ξέρει κανείς και τα ίδια θα έκανε, απ' την αρχή πάλι. Γι' αυτό οι άνθρωποι έφτασαν ως εδώ: Γιατί παρ' όλον ότι γνωρίζουν το τέλος, δεν σταματάνε να ξεκινάνε από την αρχή, πιστεύουν κάθε φορά ότι θα τύχουν αυτοί καλύτερης τύχης, μιας μοίρας απλά διαφορετικής, μιας πορείας ευτυχισμένης ατομικής, ενός τέλους που δεν θα 'χει το τέλος του τέλους.

Τα όνειρα μερικές φορές είναι τόσο αληθινά, που αρνούνται να χωρέσουν στις ώρες. Οι σκέψεις μερικές φορές είναι τόσο απατηλές, που σπεύδουν να ακυρώσουν τις μέρες. Και οι άνθρωποι – το κρέας το ευλογημένο στο σάντουιτς – μερικές φορές είναι τόσο ανήμποροι που σκορπάνε και δεν τολμούν, πλησιάζουνε και ορμούν, δεν ξέρουν τι να κάνουνε στην ζωή τους. Γιατί κάποιες σκέψεις δεν είναι όνειρα ενώ κάποια όνειρα μοιάζουν με σκέψεις – άντε εσύ μετά να τ' αποφασίσεις αυτά, να πράξεις κατάλληλα, να προχωρήσεις μπροστά και με βήμα. Εδώ είναι λοιπόν που σαλτάρει ο έρωτας, διαλέγει κρυφό πονηρό άνοιγμα και εκρήγνυται μόλις ακουμπήσουν οι πόλοι. Μόλις το θηλυκό το αρνητικό φλασάρει με τον αντρικό τον θετικό πόλο, μόλις τα καλώδια με τα ρεύματα ακουμπήσουν και τιναχτούν, μόλις ο ζωοδότης σπινθήρας κάνει τα στρόφαλα να γυρίσουνε, τα λάδια να βράσουνε, την μηχανή της ζωής να εκκινήσει. Αμ τι άλλο από ένα σκέτο μπουζί είναι ο έρωτας μωρέ, ένας αναφλεκτήρας σπασμών, πυροδότης των στεναγμών και φλογοβόλο οδύνης, καλυμμένα όλα αυτά απ' τον οργασμό που συντρίβει εκτιμήσεις και συμπεράσματα, πορίσματα διαπιστώσεις, σκοπούς κι αποφάσεις; «Οργασμός» είναι η λέξη-κλειδί, ο οργασμός που όσο μένει αμετάφραστος κι ανερμήνευτος τόσο την λειτουργία του αψόγως επιτελεί, τόσο τον ρόλο του εκτελεί, τόσο το θαύμα του χώρα λαμβάνει. Οργασμός είναι ο ψαλμός του Δαυίδ, οργασμός είναι το σήμαντρο του Εγκέλαδου και του Άδου χαμπέρι, οργασμός είναι η τριάς η δυάς και ο άσσος ταυτόχρονα. Οργασμός λέγεται το τηγάνι που πάνω του σωτάρονται τα ανθρώπινα, οργασμός λέγεται το φιρμάνι που πίσω του στοιχίζονται οι πιστοί και οι άπιστοι εκτελούνται. Οργασμός λέγεται το λιμάνι εκείνο που μέσα του αναπαύονται όσοι έχουν τελειωθεί, έχουν τελέψει τα έργα τους ή την ζωή τους έχουν τελειώσει. Και τούτο τον οργασμό ακριβώς έπιασε η Μαρία – για πρώτη ξανά στην ζωή της φορά – στα χέρια της, στην καρδιά στα νεφρά, στο μουνί της στον κώλο της, στο στόμα στην πλάτη. Τούτος ο οργασμός την συγκλόνισε όχι επειδή έχυσε αυτή, αλλά επειδή χύθηκε μέλωσε χάθηκε η ψυχή της προς πορείαν αγνώστου. Για πρώτη φορά η Μαρία άφωνη ομολογεί ότι έτσι όπως ένιωσε, δεν είχε ποτέ ξανανιώσει. Με τούτο τον άντρα μέσα και πάνω της, δίπλα της πίσω της, παντού της συνέχεια – ανέβηκε εκεί που δεν ήξερε πως υπήρχε κορφή, όπως και να το πει δεν μπορεί να το πει, όπως και να το νιώσει αρκεί, ό,τι άλλο να κάνει αυτή περιττεύει. Πώς μπαίνεις να δεις μια ταινία στο σινεμά, που οι άλλοι σού έχουνε πει ότι είναι καλή; Έτσι πας λοιπόν και βγάζεις εισιτήριο, διαλέγεις θέση και κάθεσαι, αφήνεσαι στην μαγεία και μεταφορά της εικόνας των ήχων και της πλοκής κι όταν τελειώσει το έργο παραπατάς, βγαίνεις έξω στον δρόμο και νομίζεις ότι ακόμη εσύ κολυμπάς στην Θάλασσα των Κοραλλιών, περιδιαβαίνεις το απογευματινό Γκραντ Κάνυον, έχεις χαθεί στους πάγους του Αρκτικού Κύκλου. Κάπως έτσι ήταν και τούτος της Μαρίας ο οργασμός. Σαν το φιλμ του λατρεμένου της Τέρενς Μάλικ, Το δέντρο της ζωής – όλο εικόνες κι αφαίρεση, χνώτα και χνούδια, δημιουργία και θάνατο, η σιωπή της κραυγής ανάμεσα στην αρχή της ζωής και το τέλος του χάους. Για πρώτη φορά η Μαρία ξεχώρισε το γαμήσι απ' τον έρωτα, διεχώρισε το χύσιμο απ' τον οργασμό και ένωσε το μουνί με τον πούτσο. Για πρώτη, απρόσμενη και ατίθαση φορά βίωσε την απώλεια μέσα στην απόλυτη κατοχή, την ιδιοκτησία πέρα από την μέγιστη δωρεά, μια βροχή να ξεχειλίζει την αξεδίψαστη στέρνα. Καθώς μπήκαν στο σκάφος του και δεν έχασαν ούτε στιγμή, μόλις λύσανε τα σχοινιά και στον Σαρωνικό ανοιχτήκαν όλα τα παρατήσανε, ο Τούλιο να την γδύνει στα όρθια κι εκείνη να τον τραβάει απ' την καταπακτή, τα στόματά τους σφιχτά κολλητά και τα χέρια τους λυτά αναμμένα. Πέλματα να κλωτσούν υποδήματα, παντελόνια να καταρρέουνε και οι ζώνες τους σαν φίδια στις φωλιές τους να τρέχουν. Το πουκάμισο; Η μπλουζίτσα της; Υπήρχε τζάκετ, μπουφάν ή παλτώ; Φορούσε εκείνο τ' απόγευμα αυτή μπότες ή εκείνου τα ιταλικά δερμάτινα πέδιλα φέγγαν; Ήτανε «καλοκαίρι και καταχνιά», χειμώνας και ξαστεριά εκείνο το μεσημέρι που συναντήθηκαν, ή ένα βράδυ που τους βρήκε ευτυχισμένους και ξέπνοους, αγκαλιασμένους και κοιμισμένους; (Όσοι συγγραφείς ή φωτογράφοι να μαζευτούν και να βάλουν τα δυνατά τους την ανωτέρω σκηνή για να περιγράψουνε, σηκώνεται ο Consigliere και τους σκορπά προπετώς, τους διώχνει να φύγουν. Το σκυλολόι τούτο το δωσίλογο και δυσφημιστικό δεν έχει θέση εδώ, κάποιος πρέπει επιτέλους να κάνει την βρώμικη μα τόσο σωστή κι αναγκαία δουλειά και ν' αφήσει αυτά τα παιδιά να χαρούνε μόνα λιγάκι, δεν χρειάζονται τις μελιστάλαχτες περιγραφές, τα σπερματόβρεχτα φλας, τις βαρθολίνειες λογοτεχνιές γάμησέ τις.)

Καθ' ότι στο σεξ, το ζητούμενο δεν είναι να καυλώσει η μία, να χύσει ο άλλος. Να κολυμπήσει το πουλάκι του αυτός μέσα στο ευώδες κι υγρό κολεϊκό παχνί, να καργάρει κρέας το απύθμενο σχίσμα μπας και σπαρθεί η μήτρα η προσμένουσα κι επιτελεσθεί της Φύσης το πρόσταγμα μέγα. Το σεξ υπάρχει μόνο και μόνο μήπως μπορέσει ο καθείς και βρει, ενσωματώσει έστω αυτοστιγμεί, το άλλο μισό του το φύλο. Ο άντρας να βρει στην γυναίκα από κάτω του την γυναίκα μέσα του κι η γυναίκα να βρει τον άντρα μέσα της, στον άντρα που επάνω της είναι. Εύκολο ακούγεται μα ουδέποτε γίνεται, υπεισέρχονται τόσοι παράγοντες, κλέβουνε χώρο και χρόνο τόσοι εξαίρετοι «φίλοι, γείτονες, σύμμαχοι» που έχει γίνει η ανθρώπινη σχέση ένα Αιγαίο, ένα Κυπριακό, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις. (Άντε πάλι.) Γιατί ο έρωτας κρατάει τόσο ελάχιστα; Γιατί η αγάπη έχει όλο τον καιρό να ξεψυχήσει; Γιατί δυο άνθρωποι υπάρχουνε μόνο την πρώτη στιγμή κι από κει και μετά είναι το γεγονός σαν την γέννηση, όλοι και όλα βαδίζουνε του θανάτου; Από εκείνη την αποφράδα εκδρομή τους στην Αίγινα με το σκάφος, από εκείνο το μαγικό και αξέχαστο διήμερό τους – όλα τα υπόλοιπα τουμπάρισαν ξαφνικά, ο Τούλιο έγινε ακριβοθώρητος, στο κινητό του δεν απαντούσε (και δεν ήταν παντρεμμένος ο άνθρωπος), για ποιο λόγο κρυβόταν; Έφταιγε εκείνη η καταραμένη πολιτική συζήτηση που – αναπόφευκτη για αυτούς, όσο κι αν εκείνη την στιγμή ακριβώς δεν ήταν σε θέση να το γνωρίζουν – κάποια στιγμή άνοιξαν, που να μη σώνανε ρε γαμώτο. Ο Τούλιο μπήκε σ' αυτήν ανοιχτά κι ήτανε η Μαρία που μαζεύτηκε τώρα, υπολογισμένα τραβήχτηκε και στο ασφαλές καβούκι της μπήκε. Μ' έναν φόνο στα χέρια της, να τον ακούει να της κάνει μια σωστή όσο και θεωρητική επισκόπηση του ιταλικού αντάρτικου πόλης έτσι στα ξαφνικά, ήταν πάρα πολύ – ανέκρουσε άμεσα πρύμνα κι εκείνος όσο κι αν δεν το έδειξε, υπ' όψιν του το 'λαβε και δεν ξαναμίλησε για το θέμα ετούτο. Ήταν πολύ σωστά αναθρεμμένος για να μην αναδεικνύει τα χάσματα, αλλά και πολύ καλά εκπαιδευμένος για να καταλαβαίνει πότε έπρεπε να πηγαίνει μπροστά και πότε έπρεπε να σταματά και ν' ανακόπτει πορεία. (Άλλη μια διαφορά του με τους Έλληνες: Οι Έλληνες άντρες πάνε πάντα και μόνο μπροστά, καθώς έτσι τους έχει πει πως τους θέλει οπωσδήποτε η μαμά, πάνε όμως πίσω μόλις σκάσει μούρη ο μπαμπάς – εκεί τα κάνουνε κώλος και τους μένει δια βίου και προς εμπέδωση η ζημιά, ποια Ελληνίδα να βγει να μιλήσει γι' αυτά και να μην κλάψουν μαζί όλες.)

ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, σελ. 447


ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, σελίδα 447

Γιατί ο μόνος θάνατος που αξίζει σε άνθρωπο βρίσκεται στην στιγμή που εκείνος έχει παραδοθεί, τα έχει όλα εγκαταλείψει ή απ' όλα ξεπεραστεί. Ο μόνος θάνατος που μπροστά στον Θάνατο σταματά κι αμφιβάλλει αν πρέπει να προχωρήσει είναι όταν ο άνθρωπος αυτός έχει ξεχαστεί και παραιτηθεί, έχει αφομοιωθεί και χαθεί, έχει αναχωρήσει. Τότε παύει να είναι άνθρωπος και γίνεται πέτρα πουλί, μυρμήγκι φωνή, βροχή και καρδιά, ένα πνεύμα στιγμή, ο θεός ίδιος. Και σ' αυτόν μόνο στέκεται προσοχή ο Θάνατος και σταματά – στον Θεό πάντα, εκείνου απλός τροχονόμος υπάλληλος είναι ένας κομιστής εντολών, παραγγελιοδόχος αριθμών και διαχειριστής των ψυχών, αγαθά που βεβαίως δεν είναι δικά του. Σ' ένα τέτοιον άνθρωπο ο κύριος Θάνατος-αυτοπροσώπως ακινητεί, αποκλειστικά κι απολύτως: σ' αυτόν που 'ναι ξαπλωμένος μόνος του και γυμνός, σε μια μικρή ερημική παραλία κι έχει μια πέτρα στο κούτελο, μια πέτρα στο στόμα του και μιαν άλλη στην μέση του στήθους. Μια στο ηλιακό πλέγμα στο διάφραγμα, μια στην κοιλιά και μια στο περίνεο κάτω. Και κρατά σε κάθε παλάμη του από τρεις άλλες πέτρες μικρές χουφτωμένες κλειστές, ιδρωμένες πολύτιμες και καυτές – ένας άνθρωπος περιτειχισμένος χτισμένος λες, πλακωμένος βουλιαγμένος από λίθους, ένας άνθρωπος ψημένος και ώριμος, μυρωδάτος και φουρνιστός στις κροκάλες επάνω. Ένας άνθρωπος-φούρναρης με το φτυάρι του να μπάζει-να βγάζει το ψωμί αρχικά, τις πίτες μετά, τα ψητά θα βγούνε στο τέλος, μετά τα γλυκά. Όπως έχουν πυρώσει για τα καλά τα τούβλα του φούρνου αυτού, τ' αγκωνάρια τα χαλίκια τα βότσαλα είναι ζεστά κι έτοιμα από χιλιάδες χρόνια καιρό, οι πέτρες γνωρίζουν. Γιατί ξέρετε τι έχουν και τι κρατάνε οι πέτρες μέσα τους, από καιρό και επί καιρό τόσο; Το μέγιστο μυστικό, και αυτό μόνον όσοι έχουν φτάσει έως εδώ θ' αντιληφθούνε, θα καταλάβουν. Γιατί αν σπάσεις μια πέτρα, έχεις δυο πέτρες μεν, μα το ίδιο και το αυτό μυστικό. Αν σπάσεις δυο πέτρες, θα έχεις εσύ περισσότερες αλλά και πάλι το αυτό μυστικό θα 'χεις, ο πολλαπλασιασμός ή η διαίρεση εδώ τίποτα δεν αλλάζουνε. Συγκρατούν πάντα το ίδιο και το αυτό φυλαχτό, συλλέγουνε μέσα τους και ντανιάζουν τον ίδιο καρπό και τούτον πιστά τον φροντίζουν, φυλάττουν. Και για ν' αποκαλυφθεί αυτός απαιτείται λειτουργία δυσκολότερη και τελετουργία εσωτερικότερη απ' αυτή της κατασκευής ενός παραδοσιακού ατσάλινου ιαπωνικού σπαθιού, πρέπει ο μάστερ τεχνίτης και μέγιστος δάσκαλος να εξομολογηθεί πρώτα να καθαρθεί, να κοινωνήσει να ευλογηθεί, να κάτσει για χρόνια ακίνητος να προσευχηθεί και μόνο μετά θα του δοθεί εκείνου το μήνυμα και το νόημα, το κλειδί και η τέχνη. (Αν του δοθεί.) Έτσι λοιπόν, το ίδιο ισχύει και για τις πέτρες. Για να μάθεις τα μυστικά τους εσύ, για να σου αποκαλυφθεί το ελάχιστο σώκλειστο και ξεχωριστό μυστικό της κάθε πετρούλας πρέπει να την έχεις πρώτα μαλαγρώσει και πιάσει, να την έχεις ζυμώσει ζυγίσει και δοκιμάσει, να την έχεις κοιτάξει κατάματα, να την έχεις βάλει κατάσαρκα και κατάβαθα στο κορμί σου να την έχεις τοποθετήσει. Να τις έχεις κρατήσει στα χέρια σου, για μέρες στις τσέπες σου, για χρόνια στο σπίτι σου μέσα. Να προσεύχεσαι κάτω τους, να τρως φαγητό δίπλα τους, να κοιμάσαι σε τούτες επάνω. Να τις έχεις βάλει στο μουνί σου στον κώλο σου, να τις ατενίζεις με τα μάτια ανοιχτά, τα μάτια κλειστά κι εντελώς δίχως μάτια. Και να έχεις γίνει (το δύσκολο), να έχεις νιώσει (το εύκολο) κι εσύ πέτρα, αυτό είναι όλο το μυστικό. Μια πέτρα σάρκινη μαλακή, πέτρα εύπλαστη και ζεστή, πέτρα ασήμαντη και συνάμα μοναδική, πέτρα ως κέντρο του σύμπαντος και πέτρα ως ψηφίς γαλαξία, μια σκόνη συμπεπηγμένη αστρική μια μικρή θεϊκή εντολή, μια πνοή και υπογραφή του Μεγάλου Αγνώστου. Τούτο είναι λοιπόν το μικρό μυστικό κάθε πέτρας: Αν καταφέρεις και μπεις μέσα της θα διακτινιστείς, αν καταφέρεις και χαθείς μέσα της θα σωθείς, αν σε πάρουν ετούτες μαζί τους και γίνεις μια απ' αυτές, τότε θα υπάρχεις για πάντα.

ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, σελ. 500


ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, σελίδα 500

Καθώς μόνον ο θάνατος καταφέρνει και σε γονατίζει, σε σπάει και στην γη σε πετά, μόνον αυτό το αδιάφορο ερπετό σαν σε δαγκώσει, σε ισοπεδώνει και σε νικά. ("Dis is it, cut n' dried" που θα έλεγαν και οι προαναφερθέντες μέξικαν κίλερς κι από λόγια τούτοι δεν κρένουνε.) Μόνον ο θάνατος σου ανεβάζει επιτέλους δάκρυα στα μάτια σου, μόνον αυτός ο σιδερόφρακτος θεριστής κατεβάζει και ταπεινώνει το εγώ σου στο ύψος μιας τρίχας. Όση ζωή και εάν έζησες μέσα στον χάρτινο πύργο σου, πάνω στο χρυσοποίκιλτο και ανάρπαστο πάλκο σου, έρχεται τούτος κάποια στιγμή και αδιάφορος σύριζα σε κόβει εσένα, «συγκλαδοκορμόριζα» καταπώς είπε ο Ρίτσος. "Now you are going down brother" σου ψιθυρίζει στ' αυτάκι ο λεβέντης της Μονεμβασιάς κι εσύ απ' το εγκεφαλικό ή το καρδιακό δεν προλαβαίνεις ούτε να καταλάβεις τι σου γίνεται τι σου συμβαίνει, σωριάζεσαι χαμαί με σπασμούς και πέφτουνε πάνω σου οι δικοί να σε σώσουν, μωρέ τους ρωτάς εσύ αν θες να σωθείς; Γιατί αυτή την στιγμή μόνον εσύ βλέπεις τον σαγηνευτικό τρυγητή, ολόκληρο θεριζοαλωνιστικό μηχάνημα ένα γαμάτο και μαύρο πελώριο John Deere να περνά από πάνω σου – οι άλλοι πού και πώς και γιατί να το δουν, σάμπως εκείνοι πεθαίνουν; Αυτοί περιορίζονται να πλακώνονται στις τσιριχτές οιμωγές λες και δεν έχουν ξαναδεί τα μαλακισμένα θάνατο πάλι, το ίδιο ηλίθιο έργο στήνουνε καθημερινά οι άνθρωποι απανταχού στον πλανήτη και μεγαλύτερη προσβολή στην δουλειά, την επιχειρηματική δραστηριότητα και το εμπορικό όνομα του Χάρου απ' αυτήν δεν υπάρχει. Έχει μείνει λοιπόν κι ο ίδιος και απορεί, να εξίσταται κάθε φορά με των ανθρώπων την ολότυφλη επανάληψη, την κουλή μοίρα. «Ορίστε πλάσματα λογικά και τετράγωνα» σου λέει μετά, «που μόλις γίνει το μπαμ και βγει η δική τους η πρίζα, τους ανήξερους κάνουνε, Κατερινιώ Στανίση το παίζουνε, 'δεν άκουσα; Πώς είπατε; Ορίστε; Συγνώμη κύριε, ποιος είστε;'» κι όλα τούτα τα νάζια τα λιμά, έμπροσθεν ποίου;

Όπως προελέχθη λοιπόν. Μόνον ο θάνατος καταφέρνει και σε γονατίζει. Και το απόλυτο αντίδοτο τούτου του αμετακίνητου και οριστικού δηλητήριου είναι η αγάπη. Μόνο η αγάπη τού ανατρέπει τα σχέδια, μόνο το ποτάμι ετούτο χαδιών και φιλιών, αγκαλιών κι αισθημάτων εκπεφρασμένων θερμών, μόνο το ξύπνημα μέσα στην νύχτα και η συνειδητοποίηση ότι μόνο η αγάπη ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ υπάρχει. Όχι του άλλου, σ' εμάς, όχι. Μα μόνο η δική μας αγάπη ασύνορη και ατέλειωτη, σταθερή και αδιάκοπη, «προκαταβολικά, τοις μετρητοίς και εξοφληθείσα» λέει η επιταγή-επιγραφή πάνω απ' τους τάφους των κοριτσιών, της Μαρίας του Consigliere και της Μαρίας του Χρυσόστομου. Καθώς μόνο η αγάπη σπάει τον κύκλο της σαμσάρα αυτόν, τον ανθρώπινο βρόχο που ορίζει την στρογγύλη γέννησης-ζωής-θανάτου-επαναγέννησης στον Ινδουισμό Βουδισμό, Ζαϊνισμό Σικχισμό και τις λοιπές ινδικές κι ανατολικές-γενικώς θρησκείες. Και για το μεταφέρουμε τούτο στο σήμερα, να το γυαλίσουμε να το ηχογραφήσουμε, να το κάνουμε πιο πιασάρικο κοινό και απλό, προσιτό εύκολο και φαστ-φουντ μασημένο, πατάμε στο πληκτρολόγιο Youtube, μετά Seal και μετά "Love's divine". Και ακούμε τον υπέροχο καλλικέλαδο καρακόρακα τούτον να άδει "I need love, love's divine / please forgive me now I see that I've been blind"*, χαζεύουμε και θαυμάζουμε τον εκ Λονδίνου νιγηριανοβραζιλιάνο αυτόν Χένρυ Ολουσεγκούν Ολουμίντε Αντεόλα Σάμιουελ να τραγουδά "Show me how to live / and promise me you won't forsake / 'cause love can help me know my name"**. Παρακολουθούμε το στόρυμπορντ του εξαιρετικού τούτου βίντεο-κλιπ, τον εξερχόμενο φυλακισμένο που αγκαλιάζει την κόρη του και τον πιτσιρικά που κυνηγά το νεοϋορκέζικο ταξί με την κλαμένη κουκλίτσα του μέσα. Το αρτιγέννητο βρέφος που μόλις μπαίνει στο σπίτι του και την αφαίρεση μπροστά στον καθρέφτη της περούκας της σε-χημειοθεραπεία-καρκινοπαθούς ψηλής και λεπτής καλλονής. Seal λοιπόν είναι ο μαύρος ολοσκότεινος θάνατος, seal η ιερά και αδιάφορος η σφραγίς, seal η παχύσαρκη, βραδυκίνητη μα ολόγλυκια φώκια και SE.A.L. ο σκληρός καταδρομέας και βατραχάνθρωπος του αμερικάνικου Πολεμικού Ναυτικού. Όλα λοιπόν τούτα και όλοι αυτοί ψάλλουν συνηγορούν πως η αγάπη είναι θεία, είναι εξαίσια και τελεία, θεσπέσια και θαυμασία – συμφωνεί και ο αναβαπτισμένος Consigliere εδώ καθώς τώρα πυρετωδώς γράφει. Κι ας έχει συμπληρώσει κάποιος ένα σχόλιο από κάτω στο Διαδίκτυο "... and fucking cruel too" – μην τον ακούτε αυτόν, καμμιά πονεμένη ψυχή θα 'ναι που τον πρέποντα θάνατό της δεν έχει ακόμα αυτή βρει, να ξεκινήσει να ζήσει από τότε. Και τ' αυτάκια μας υποδέχονται – αν προσέξουνε λίγο κι ακούσουν – του μαύρου αυτού βάρδου μια κρυφή εκπνοή, κάποια στιγμή ένα ρογχώδες «χόααα», ένα διαφραγματικό «ουάχχχ» – μια ζωής διατριβή μια θανάτου ιαχή καθώς τίποτε άλλο δεν υπάρχει παρά μόνο η αγάπη. Και αυτή η πνοή, τούτο το φύσημα της ανάσας βοή, εκείνη η μεταλαμπάδευση του φωτός η σκηνή είναι που όλα τα κλείνει, τα σβήνει άπαντα και τα κρατά, η έμπνευση και σωτήρια δύναμις, ένας οίστρος μαΐστρος και φαεινή θεία μανία τελικά, τέλος.

Έτσι είναι, έτσι πάντοτε ήτανε και έτσι ακριβώς θα είναι για πάντα. Αντιρρήσεις και αντιφάσεις απλά δεν υπάρχουνε, απ' την μια οι καλοί απ' την άλλη οι κακοί, πάντα. Κι ας έχουν πληθύνει οι γέφυρες, ας έχουν οι όχθες καταλλήλως διαμορφωθεί, η συγκοινωνία έχει βελτιωθεί και η επικοινωνία έχει επιβληθεί. Τώρα σήμερα οι δυο «εχθρικές» πλευρές – και δεν είναι τούτες οι πλευρές της ζωής, του θανάτου – συναντιούνται συχνά, συγκαλούν εμπειρογνωμόνων επιτροπές και συμβούλια τεχνικών, κανονίζουν επαφές σημαντικές, προβάρουν ουσιαστικές διαβουλεύσεις. Πολλές φορές συμφωνούν ότι διαφωνούν, λίγες φορές διαφωνούν στο να συμφωνήσουνε και άλλοτε η μία νικάει πλευρά, άλλοτε η άλλη. Ήττα δεν υπάρχει ποτέ για κανέναν (τούτη είναι μια λέξη που άπαντες αποφεύγουνε), ήττα πια δεν υφίσταται (αφού δεν συμφέρει κανέναν να την επιβάλλει). Γιατί ποτέ ένας αντίπαλος δεν σπρώχνει τον άλλον στον γκρεμό, δεν τον πιέζει να πέσει δεν τον τσιγκλά: αυτό είναι ακατάλληλο, κρίνεται ως απαράδεκτο, έχει αποδειχθεί και σφραγιστεί ως ασύμφορο, αντιπαραγωγικό κι αντιοικονομικό ταυτοχρόνως. Και επιπλέον είναι και ανεπίτρεπτο, είναι «λάθος και έγκλημα μαζί» – παρακαλείται ταχέως να διορθωθεί όποιος το 'πε. Καθώς μπορείς να πολεμήσεις όσο θες κι όπως θες τον όποιο αντίπαλό σου – οφείλεις όμως να τον αφήσεις να ζει, να συνεχίσει να πολεμά και να σφάζει, ν' αγωνιά και να σφάζεται για τις δικές του ιδέες έστω. (Αν μπορούσε θα πεταγόταν εδώ και θα πρόσθετε η Μαρία πως ο αντίπολος δεν είναι πια ο αντίπαλος – μα πλέον παρήλθε ο χρόνος, η ευκαιρία αυτή χάθηκε, μισά μένουν πάντα των ανθρώπων τα σημαντικά έργα.) Γιατί και ο αντίπαλος ένα σώμα ένα κορμί ένας λαός είναι κι από τέτοιους – μυριάδες εκατομμύρια, οι ιδέες όμως είναι λίγες γενικώς, συγκεκριμένες διαχρονικές, αναντικατάστατες και αιώνιες, δεν έχουν αλλάξει ετούτες στον αιώνα τον άπαντα, ίδια η Ορθοδοξία. (Ωχ;!) Γνωρίζετε γιατί η Ορθόδοξη Ανατολική Καθολική και Αποστολική Εκκλησία έχει διατηρηθεί ανεπηρέαστη κι αναλλοίωτη, άφθαρτη, απαράλλαχτη και ιδία; Διότι στων αιώνων το πέρασμα δεν ακούμπησε ούτε ένα νι, δεν άλλαξε ούτε ένα σίγμα απ' ό,τι έλεγε κι υποστήριζε, ταξίδεψε, δίδαξε κι έγραψε ο Απόστολος Παύλος. Το αυτό ίδιο υπάρχει και σήμερα και ισχύει πανόμοιο δύο-χιλιάδες-και-κάτι-χρόνια μετά, ούτε μια τρίχα του δεν πειράχτηκε, ούτε μια τούφα του δεν κουρεύτηκε, ένα νέο απλό άλλο σύγχρονο τρίμινγκ σαν φρεσκάρισμα να του γίνει. Γιατί αν είναι – σου λένε – να διευκολύνουμε τον ένα να συζητήσουμε με τον δεύτερο, να διαπραγματευθούμε με τον τρίτο και να συμφωνήσουμε με τον τέταρτο – ε, να γίνουμε τελικά του Γιωργάκη το παρεάκι και να πάμε Βρυξέλες να υπογράψουμε ό,τι μας δώσουν οι τραπεζίτες. Για να 'χουμε απέναντί μας μετά τον Αντωνάκη να μας κουρδίζει με το νευρικό του χεράκι, την Αλέκα ανένδοτη ως άλλη εργατάτζω Λαοκρατία την τεμπέλα Πλουτοκρατία να πολεμά και το πόπολο από κάτω να έχει κοινώς σιχαθεί, μπαϊλντίσει. Ορίστε λοιπόν λαμπρά του κανόνος εξαίρεσις, η ζωή λένε και ισχυρίζονται ότι αλλάζει συνέχεια – πριτς μωρέ, η Ορθοδοξία π.χ. ποτέ δεν αλλάζει. Κοπανιούνται και κόπτονται ότι η ζωή ελίσσεται συνεχώς – αμ δε, η Επανάσταση π.χ. ποτέ δεν αλλάζει. Παραμιλάνε και τσαμπουνάν ότι η ζωή εξελίσσεται διαρκώς – άντε ρε, η Αντεπανάσταση π.χ. ποτέ δεν αλλάζει. Νά μάνι-μάνι τρία βασικά δομικά στοιχεία της ζωής που δεν έχουν αλλάξει και δεν έχουν χαθεί, παραμένουν ισχυρά ζωντανά, συσπειρώνουνε κόσμο ντουνιά και τον ξεσηκώνουνε, μέσα του-έξω του σημασία δεν έχει καμμία. Γιατί ο κόσμος θέλει να πιστεύει σε κάτι που δεν αλλάζει και όχι σε κάτι που – αναλόγως ευκαιρίας και συμφερόντων – αλλάζει και πλάθεται, φρεσκάρεται μεταλλάσσεται και τελικά αγνώριστο καταλήγει. Ορθοδοξία, Επανάσταση και Αντεπανάσταση – τούτες είναι οι μόνες αξίες που παραμένουν και διαρκούν, επιβιώνουν και ζουν, ποτίζουν και θρέφουν τους πάντες απλά-και-μόνο γιατί δεν προσαρμόσαν αυτές την όποια αλήθεια μεταφέρει η κάθε μια στα παροιμιώδη «κελεύσματα των καιρών». (Ή «των αγορών», άλλος απολύτως γελοίος και πούστικος ευφημισμός τούτος.) Η στρογγυλοποίηση και προσαρμογή, η συμφωνία και συναλλαγή, η υπογραφή κι η υποταγή είναι τραπέζια που αυτές τα απέφυγαν ακριβώς, όσο κι αν κάποιοι εξωνημένοι εκπρόσωποί τους κατά καιρούς κάτσανε – ή τους κάτσανε – και υπέγραψαν τούτο, το άλλο. Οι τρεις Μεγάλες τούτες Κυρίες της Ανθρωπότητας δεν έχουν ανάγκη ούτε στηρίζονται πάνω στους γραφειοκράτες τους τεχνοκράτες, τους κατευθυνόμενους λειτουργούς τούς παρακοιμωμένους πρωθυπουργούς, τους προϊστάμενους πατριάρχες ή τους υφιστάμενους στρατηγούς. Οι ιδέες είναι σαν τις γκαρνταρόμπες που ο κάθε θίασος μπορεί να χρησιμοποιήσει, να δανειστεί: Οι ηθοποιοί και τα άλλα στελέχη της παράστασης από ένα μόνο ρούχο της θα φορέσουν, άντε ν' αλλάξουνε άλλα δύο – η γκαρνταρόμπα όμως εκεί πιστή και ακίνητη στις κρεμάστρες της, στην θέση της λίγο πιο σκονισμένη, λίγο πιο ξηλωμένη, της είναι αδιάφορο. Και Ορθοδοξία δεν είναι μόνο η χριστιανική, Επανάσταση δεν είναι μόνο η κομμουνιστική, Αντεπανάσταση δεν είναι μόνο η καπιταλιστική – τούτες ταμπέλες διαχειριστικές κι ετικέτες ανθρώπινες είναι, αν εξαρτιόνταν οι ιδέες απ' τις βιτρίνες τους, το μαγαζί θα 'χε από πολλού κλείσει.

Κεντρικό μήνυμα λοιπόν δεν υπάρχει, ένα βολικό ρεζουμάκι, ένα σπηντάτο τσιτάτο. Καναδυό συνταγές και δυο-τρεις συμβουλές μόνο, σκόρπιες κουβέντες σωστές, χαμηλόφωνες προειδοποιήσεις και σιωπές αναντίρρητες. Προσοχή λοιπόν. «Μπορείς να χάσεις ολόκληρο το κεφάλι σου, ψάχνοντας ένα μικρό μόνο κομμάτι από την ουρά σου». «Τότε συνειδητοποιείς ότι δεν είχες βάλει αρκετό 'τίποτα' μέσα σου». «Αφού ό,τι μένει μετά, είναι ένα πληρέστατο άδειο». Κι όποιος τις προσπεράσει τις απλές κουβέντες αυτές, δεν τις προσέξει και τις παραλείψει και στα δικά του τα έργα εγωιστικά επιμείνει, αυτός θα χαθεί όσο κι αν αυτό δεν έχει καμμιά σημασία. Πώς το επιγράφει η Μπαγκαβάτ Γκίτα; «Εκείνου που τα έργα είναι μακριά από την επιθυμία του καρπού, του αποτελέσματος, αυτός στη γνώση – σαν φωτιά – τον καρπό των έργων του έχει κάψει. Αυτόν όσοι γνωρίζουν, τον αποκαλέσαν σοφό». Και ποιος άλλος την ιστορία της Μαρίας μπορεί δύναται, ξεχωρίζει ως ικανός και θεωρείται καταλληλότερος άλλος απ' τον Consigliere να γράψει; Ποιος να την διηγηθεί, να την καταθέσει να πει την ζωή και την διαδρομή της Στεφανοπούλου αυτής και στο πλήθος να την γνωρίσει; Όχι ότι κόβεται βέβαια ο κοσμάκης τις άνομες φονικές πράξεις μιας κακομαθημένης τρελής και το ανίερο αιματηρό τέλος μιας σαλταρισμένης αστής για να μάθει. Ο δήμος δεν νοιάζεται ποτέ και αυτό είναι το μοναδικό μυστικό και κλειδί καταπληκτικό της μακροζωίας και ευζωίας του πάντα. Ο λαός είναι αυτός που γεννιέται απρόσωπα και πεθαίνει απρόσωπα, στο μεταξύ παλεύει να διακριθεί και να ξεχωρίσει, κάτι να κάνει στην δική του ζωή και κυρίως, ό,τι του πούνε. Κι έτσι καταντάει αυτός, μόνο το δικό του ακριβώς να μην έχει κάνει – εμ ας πρόσεχε καθώς είχε όλο τον χρόνο για να προβεί, δικαιολογίες και μυξοκλάματα, κόλπα και θαύματα εδώ δεν χωράνε. Όσοι όμως επιμένουν και ξεχωρίζουνε και μακριά απ' τις μάζες πια ζουν, τούτο το δίλημμα έχουν: Να μιλήσουν αυτοί ή να σιωπήσουνε, να ανοίξουν το στόμα τους κι ας τους πάρει ο Χάρος – καθώς ο κύριος τούτος αυτούς πρώτους αναζητά – ή να το βουλώσουνε μια για πάντα. Να τραβήξουν κουβέρτα την λήθη επάνω τους ασχέτως αν ζεσταίνονται ή κρυώνουνε, αν ιδρώνουνε ή χτυπάνε τα δόντια τους, αν τρέμουνε από φόβο ή από ηδονή χύνουν. Γιατί αυτά που ξέρεις και δεν λες είναι – και πάντοτε ήτανε – η καλύτερη ασφάλεια ζωής, άμα αρχίσεις όμως να στάζεις να τρέχεις, να τιτιβίζεις να κελαηδάς – τίποτε δεν σταματά το νερό, όσες μονώσεις και σιλικόνες να βάλεις. Κάτι που ξέρεις μόνον εσύ, μόνον εσύ το γνωρίζεις κι αυτό που όλοι κατέχουνε, είσαι κι εσύ μέσα σ' αυτούς που το ξέρουν. Άρα το μυστικό είναι του ενός, η γνώση είναι όμως των άλλων, όπως η πληροφορία είναι πολλών και η πληροφόρηση προνόμιο λίγων – η διαφορά είναι μικρή και λεπτή κι αποκτά την πρέπουσα σημασία την κρίσιμη μόνο στιγμή, μόνο τότε.


*«Χρειάζομαι αγάπη, η αγάπη είναι θεϊκή / σε παρακαλώ συγχώρα με τώρα που βλέπω ότι ήμουν τυφλός».
**«Δείξε μου πώς να ζήσω / και υποσχέσου μου ότι δε θα μ' απαρνηθείς / γιατί η αγάπη μπορεί να με βοηθήσει να γνωρίσω το όνομά μου».



Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2013

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Διαβάστηκε 1450 φορές Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013 02:02