Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

Τα βιβλία "μου". (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)

 

 

Σε εποχές μεγάλης σωματικής ξηρασίας, υποχρεωτικής πνευματικής αγρανάπαυσης ή εκτεταμένου ψυχικού διαλογισμού, επιστρέφω στους Κλασικούς. Τους δικούς μου. Εκεί όπου εγώ πάντοτε προσέτρεχα για να χαθώ, σ' εκείνους που με κάναν μαύρο στο «ξύλο», όταν τα εφτάρια-μπωφόρ τής Κυψέλης με στέλνανε κατ' ευθείαν είτε στις βραχονησίδες τού Αιγαίου, είτε στις βουνοκορφές τού Σμόλικα.


Κλασικοί και δικοί «μου» μάλιστα είναι π.χ. οι γνωστοί Yasunari Kawabata και Δημήτρης Χατζής, είναι π.χ. οι άγνωστοι Yamaoka Tesshu και Γιώργος Μανιάτης – μερικά μόνον ονόματα ενδεικτικά αναφέροντας. Από τους πιο esoteric όπως ο Takuan Sōhō και ο Ρένος Αποστολίδης, μέχρι τους πιο «κοσμοπολίτες» όπως ο Στρατής Τσίρκας και ο Ruediger Dahlke.



Επιστρέφοντας πλέον οριστικά στην σπηλιά, και αγκυρωμένος αδιαπραγμάτευτα απ' τις νυχιάρικες πατούσες τού υπνώττοντος γάτου, τα μεσημέρια που ο στίβος τής Γκράβας φλέγεται, οι μπάρρες διπλά ασήκωτες είναι, ο σάκκος τσιμεντένιος και αμετακίνητος στέκει και το zafu τού ζαζέν ζεστό ακόμη αχνίζει – τότε πιάνω ένα από τα αγαπημένα και ξεχασμένα βιβλία μου, και το διαβάζω και πάλι.


Ξέρω ξέρω, είμαι τυχερός. (Όχι δεν είμαι, απλώς ανυπάκουος, ρηξικέλευθος κι αποφασισμένος. Κωφός στων σειρήνων τα εύκολα δάνεια, τυφλός στων διπλανών τα άπατα κόλπα – ΕΝΑ επιμένω ν' αντιγυρίζω στις προτροπές τους: «Ο αεικίνητος δεν ξέρει, γι' αυτό και συνέχεια περπατά. Ενώ ο ακίνητος το παίζει ξερόλας, γι' αυτό και παραληρηματικά ισοβίως χοροπηδάει.»)


Διαβάζω πολύ τον τελευταίο καιρό, και μόνο ό,τι έχω ξανά μελετήσει βαθιά, υπογραμμίσει αδρά και πολλαπλά αντιγράψει. Να σας δώσω ένα καθημερινό παράδειγμα; Η μέρα μου ξεκινά – τα τελευταία είκοσι (20) χρόνια – με μία παράγραφο οπωσδήποτε απ' τον Osho. To μεσημέρι, μαζί με το φαγητό, ένα κεφάλαιο από την Κλίμακα τού Ιωάννη τού Σιναΐτη ή ένα εδάφιο από την Παλαιά Διαθήκη θα κατεβεί μέσα μου, μαζί με τις μπουκιές τού ψωμιού μου. Το απόγευμα, κάποιο μυθιστόρημα έχει την θέση του στον καναπέ μόλις ανάψω το φως και το βράδυ, μετά την άσκηση, οπωσδήποτε-πάλι μία μορφή των Πολεμικών Τεχνών στα στιβαρά χέρια της θα μ' αρπάξει να με κάνει «τ' αλατιού», «του σκοινιού και του παλουκιού», «θρύψαλα και κομμάτια».


(Και να φανταστείτε ότι η ίδια μου η οικογένεια δεν με θεωρούσε και πολύ «του βιβλίου»... Αλλά άμα ξέραν οι οικογένειες τί τούς γίνεται, δεν θα έγραφα εγώ «τα τρία μι», ούτε αυτές θ' αφαλόκοβαν στο γόνατο γενιές και στρατιές των αθώων τους τέκνων.)


Είκοσι χρόνια μετά την «ανάδυσή» μου από την κατάθλιψη ξανάπιασα τα βιβλία σε ΤΕΤΟΙΟ βαθμό. Γιατί ήταν ΑΥΤΑ τα βιβλία που – για να σωθώ, μόνος μου – με πήρανε απ' την μαζική μαλακία και κοινωνική ευωχία των nineties και με προστάτευσαν, μέσα τους ταξιδεύοντάς με. Όταν αποφάσισα ότι δεν πρόκειται – όσο και ν' άξιζε(;) – να τινάξω το μυαλουδάκι μου στου σκοπευτήριου τα πρανή, αρπάχτηκα απ' τις πολύφυλλες χάρτινες πόρτες των βιβλίων μου και μέσα απ' τις εσωτερικές δικές τους φωνές, ξύπνησα την δική μου.



Για δεύτερη φορά ΤΟΥΤΗΝ την άκουσα, (η πρώτη ήταν όταν παραιτήθηκα απ' το Υπουργείο). Και ξυπνούσα χαράματα-αξημέρωτα, άναβα δυο κεριά και μέσα στο κρύο και τον βοριά τού Ικάριου εισέπνεα βαρύ-δυνατό γαλλικό καφέ, αφουγκραζόμουν χαρτιού την λευκή έρημο κι αλυχτούσα απ' του μολυβιού το απαλό χάδι. Ώσπου με την πρώτη αυγή, η γάτα μου Τάτσι-Μαουάσι-Μανασή ανέβαινε στο τραπέζι και θρονιαζόταν κάτω απ' την ζέστη τής λάμπας, με το πόδι της πίεζε τον βραχίονά μου λέγοντάς μου πως είναι ώρα για διαλογισμό, είναι ώρα για αναχώρηση απ' τις λέξεις και τις εικόνες τους, είναι ώρα την ζωή μου να ξεκινήσω...


Έτσι και ΤΩΡΑ, την τρίτη φορά. Μόλις γύρισα από ένα τελευταίο ταξίδι στην Εύβοια – εκεί όπου υποτίθεται ότι ευ βιούν, χαχαχα – και ξενερίζω απ' τις σπηλιάς το ΠΑτάρι μου, για να κάτσω στην γωνιάς το ΝΤΟΥβάρι μου. (Ίσως προσπεράσατε τα επίτηδες αρχικά-κεφαλαία των δυό προηγούμενων λέξεων, μα να σας επαναφέρω στην τάξη: Ξέρετε γιατί τα ταξίδια σταμάτησα πια; Διότι όπου και να πήγα, ακόμη κι αν πάω ΠΑΝΤΟΥ, είναι απολύτως πανόμοιο με το ν' ανεβώ στο... ΠΑτάρι τής σπηλιάς μου και να γονατίσω για διαλογισμό, ατενίζοντας με μάτια μισόκλειστα το... ΝΤΟΥβάρι τού λευκού τοίχου. Δια τους τυφλωθέντες λοιπόν απ' του νοήματός μου την έκλαμψι, ιδού ο αποκαλυπτικός γρίφος: Πα(τάρι) και Ντου(βάρι) ίσον Πα-Ντού και γλυτώνετε εσείς βενζίνες κι αεροπορικά εισιτήρια, αντηλιακά κι αλοιφές για τους μύκητες, προφυλακτικά και μπόμπες στις μπάρες, ψόφιες γκόμενες και κλαρινογαμπρούς που την μαμά στα μπάνια της συνοδεύουν.) Νά γιατί όλα είναι εξωτερικά χιλιόμετρα φυσικά, εάν δεν ανακαλύψεις και καλύψεις τα εσωτερικά τα δικά σου χιλιόμετρα τελικά.


"I've been where I'm going" είναι μια ατάκα τού εξαιρετικού Τζην Χάκμαν, νομίζω στο FRENCH CONNECTION. Μετά τόσα εκατομμύρια δίκυκλα χιλιόμετρα, μετά τόσες χιλιάδες τετρακίνητα χιλιόμετρα αντιλήφθηκα γεύθηκα, μάσησα χώνεψα, ενσάρκωσα και μετουσίωσα ότι άπαντα είναι μέσα μας και εμάς αναμένουν. (Χα!) Όταν ο ΝτεΝίρο στο ΗΕΑΤ ρωτά τον σακάτη-σε-αναπηρική master-mind-felon Κέλσο πώς τα ξέρει όλα αυτά – για την Τράπεζα και τα ωράρια, τις χρηματαποστολές και τους συνδυασμούς, τους συναγερμούς και τις αστυνομικές περιπολίες – ο σοφός και ακίνητος διανοούμενος τού εγκλήματος ταπεινά κι επιγραμματικά απαντάει: "It comes to you"!


Λάθος έκανε ο πατέρας μου που συνέχεια έλεγε ότι «Η ζωή είναι ένας αγώνας». (Η ζωή ΤΟΥ ήτανε οπωσδήποτε, ένας αγώνας επιβίωσης από την εκδίωξη, επιβίωσης από την ματαίωση, επιβίωσης απ' τον πόλεμο, επιβίωσης απ' την αγορά κι αποβίωσης από τον καρκίνο.) Πουστιά στήνει ο καπιταλισμός – και διόλου λάθος δεν κάνει την δουλειά του αυτός – όταν όλα τ' ανάγει στον ανταγωνισμό, στον διαχωρισμό, στην εξαγορά και υποταγή, στην διαπραγμάτευση και συνδιαλλαγή, στην συντριβή και υποδουλεία. (Ζωή τού καπιταλισμού ΕΙΝΑΙ η δουλειά του κι απ' την στιγμή που την κάνει δουλειά ΣΟΥ αυτός, αυτός έχει «νικήσει» κι εσύ έχεις χαθεί.) Α, και πού 'στε; Ο καπιταλισμός είναι το καλό σενάριο, του καλού μπάτσου! Γιατί ΚΑΙ κύριος είναι ο καπιταλισμός, ΚΑΙ πλούτο φέρνει, ΚΑΙ γράμματα μαθαίνει στα στραβάδια του, ΚΑΙ αντιρρήσεις πουθενά δεν σηκώνει – ό,τι ΑΚΡΙΒΩΣ ζητά η σωστή και πύρκαυλη γκόμενα, η ατάλαντη κι αταλάντευτη μάζα. Και ποιό είναι το κακό σενάριο, ο κακός μπάτσος; Ε, «διατί να το κρύψωμεν άλλωστε;», ο κομμουνισμός είναι παίδες τρανοί και μάλιστα ο παρ' ημίν ευτραφής και νέας κοπής. Όχι ο δυσκίνητος ο κινέζικος ούτε ο αλαφροΐσκιωτος ο κουβάνικος, αλλά ο Τσιπροτσακαλώτειος, ο Καρτεροπολάκειος, ο Λαφαζανοβαλαβάνειος, ο Βαρουφοπαππάς. (Τέλος πολιτικού πολτού, ώρα για κρύο ρύζι και πίκλες ξυδάτες.)


Όπου και να πήγα, όσο κι αν την χώρα μου «όργωσα», η ζωή μου ξεκινά αληθώς απ' την στιγμή που θα γονατίσω. (Ακολουθεί ένα θαυμαστικό, που εσείς δεν το βλέπετε μα απολύτως εγώ τούτο ζω – κι αυτό, γιατί το θαυμαστικό περιέχει το θαύμα μέσα του και δεν έχει λόγο να το εμφανίσει, να το διαφημίσει.) Αν η μέρα μου ξεκινά με μια σπίθα τού Osho, τα χέρια μου μετά σε mudra ενώνονται και «μουτζώνουν» τον κόσμο... ως κυνικό χιούμορ παρακαλώ να το εκλάβετε τούτο. Αν το μεσημέρι μου θα μπορούσε ανετότατα να ξετυλιγόταν και ν' άραζε απ' την Μύκονο έως το Όρος, απ' τον Γιούχτα έως τους Οθωνούς, απ' του Έβρου τα Πετρωτά έως την Μεσούντα τού Άρη – τίποτα δεν μπορεί να σταθεί πλέον και να συγκριθεί με την «ψύξη» τού παταριού, την «θέρμανση» τού ντουβαριού! (Πώς επέγραφε ο κινηματογράφος ΡΟΖΙΚΛΑΙΡ στην οδό Πατησίων; «Ψύξη-θέρμανση, δύο έργα»! Μόνο που στην σπηλιά μου το «έργο» είναι απλώς εν, διττώς κανέν (sic) και «...τρίτος δεν κάνει» που λέει ο επικός Νίκος Φέρμας στην ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΡΑ.)



Πέρασα δια πυρός Αθηνών και σιδήρου πελάγους. Διέβην σώματα ηλίθια και τάγματα προδομένα. Κοιμήθηκα άλλοτε μέσα στο δάσος με το μαχαίρι να κροταλίζει στα δόντια μου κι άλλοτε μέσα στα σαλόνια με τα μαχαίρια να στάζουν στην πλάτη μου. Ξυπνούσα όταν έβρεχε έξω απ' τα μάτια μου και ξημερωνόμουν, όταν ο λίβας έγδερνε από μέσα τούς οφθαλμούς μου. Περπατούσα και παραπατούσα, κολυμπούσα μα έβλεπα πως πνιγόμουνα, φώναζα μα κανένας δεν άκουγε, κοβόμουν μα αίμα δεν έτρεχε και πλήρωσα μετρητοίς-αφειδώς-προκαταβολικά τα αλήτικα δάνεια που σνιφάρισαν αυτοί-ακριβώς, που εμπιστεύτηκα αφελώς. Κρέμασα την ψυχή μου ολόγυμνη σε τέσσερα βιβλία και τετρακόσια εκλεκτά κείμενα κι οι σιωπές απ' απέναντι ήτανε ίδιες μ' αυτές στου Γκουαντανάμο τούς θάλαμους, στου Κίναρος τις σκοτεινές αποχές, στου Όλυμπου τις σαθρές σάρες.


Όπου κι αν πήγα, δεν βρέθηκα πουθενά. Όπου κι αν στάθηκα, δεν υπήρχε κανένας. Η λαοθάλασσα που με έζωσε στο ερημικό Γραμβονήσι, ένα Maracanã οργαζόμενο ήταν. Τα στίφη που με κυκλώσαν στον Κόρακα, ένα Κολοσσαίο φανήκαν μπροστά στην εμβρόντητη κι αναδιπλωμένη μαρέγκα που με κοιτούσε με μάτια αδειανά-πάνινα και μου γυρνούσε την πλάτη στυγνά-κρύα. Και μέχρι να δω «πίσω απ' τον ήλιο» κινδύνεψα αληθινά, πραγματικά, υπαρξιακά. Μέχρι να καταλάβω ότι "It was NOT about me, but about THEM, and them ONLY", παρ' ολίγον katana και Colt να βγάλουνε μεροκάματο, να περάσουνε απ' την προπόνηση στην τελική μάχη.


Ένας αγιορείτης είχε κάποτε πει ότι «Η προσευχή, είναι γονάτων υπόθεση», γι' αυτό και στο Hombu dojo τού Aikido τα πρώτα-όσα χρόνια δεν στέκεσαι, δεν περπατάς αλλά στα γόνατα μπουσουλάς – έτσι μαθαίνεις την Τέχνη. Ξέρουν οι Ιάπωνες ότι για να βγάλεις όρθιος την μοβόρικια τεχνική, πρέπει να πατάς ΠΡΩΤΑ καλά, ΜΕΤΑ σωστά και ΤΕΛΙΚΑ αποτελεσματικά. Όσες λαβές και πτυχία να βγάλεις, όσες ρίψεις κι εξαγορές να επιτύχεις εσύ, όσα Νobel και FORBES να σου δώσουνε – αν δεν ξέρεις πού ΔΕΝ πας και πού ΔΕΝ πρέπει εσύ να πατήσεις, τότε την πέωσες (sic)!


Γιατί τα λέω όλα αυτά; Μα για να αποδώσω φόρο ισοβίας τιμής στα βιβλία, και δη στα βιβλία «μου» που με φέρανε έως εδώ, ακόμη ζωντανό, κουρασμένο αδυνατισμένο μα ικανό, περίπου ακμαίο, ρυτιδωμένα γενναίο κι αμυδρώς χαμογελαστό. Αυτά τα λίγα βιβλία μού κρατήσανε την ζωή μου και οι λέξεις τους ταΐσανε το κεφάλι μου, όταν παρεδόθη το σώμα. (Και φυσικά δεν μιλώ για τα βιβλία που εγώ έχω γράψει, αλλά για εκείνα που άλλοι έγραψαν κι εγώ προσέπεσα διψασμένα κι απεγνωσμένα.) Όταν δάσκαλοι δεν υπάρχουνε, the next best είναι οι κιτρινισμένες σελίδες απ' όπου θα πιάσεις το ίχνος Τους, τον μίτο Τους και όχι τον μύθο. Πώς το κληροδότησε ο Bαρκάρης; "Let there be no traces where you hide, but do not hide where there are no traces." (Γι' αυτό το Ζεν οι γκόμενες το θέλουν σε spa και οι CEOs για εξομολογητήριο, οι σιωπηλοί για μαστίγιο και οι προσηλωμένοι για σκέτο κουμπάσσο.)



Η ερωτική σχέση σελίδας-ψυχής, χεριών που χαρτί αγκαλιάζουνε και μελανιού πολυκαιρισμένου που οργώνει οφθαλμών κόρες – δεν έχει δεύτερη, πρωτιά δεν υπάρχει. Τί είπε ο Μεγάλος – μογγόλος – Τιμονιέρης; «Μια εικόνα, χίλιες λέξεις.» Και πήρε έναν λαό απ' το όπιο τού Κομφουκιανισμού και την μαγγανεία τού Ταοϊσμού και τονε πέρασε απ' την κιμαδιέρα τού Μαρξισμού, τον σκουπιδοφάγο τού Λενινισμού... the bloody Chinese way. Για όποιον όμως δεν σκουπιζόταν στα νειάτα του με την Pravda (κι έπεσε κατόπιν με τα μούτρα στην Prada!), για όποιον δεν τον έπαιζε μόνο στα φεστιβάλ ΚΝΕ και ΑΥΓΗΣ (αλλά την έπεφτε για κοκό στης ΔΑΠ το χνουδωτό!) γνωρίζει ικανώς κι επαρκώς ότι «Όση μια λέξη, ο κόσμος ολόκληρος είναι.» Πόσω μάλλον όταν η «λέξη» είναι ένα ιδεόγραμμα, ένα kanji ντελικάτο και πινελάτο, ένας μαύρος φουρτουνιασμένος άνεμος πάνω στο πάλλευκο παρθένο ρυζόχαρτο που γράφει δυσνόητη κι απροσπέλαστη ιστορία αιώνια.


Με τιμά ιδιαίτερα που το δεύτερό μου βιβλίο επιγράφεται «Εγκόλπιο πάθους». Το 1989 το εξέδωσα και όλως-προσφάτως κατάλαβα πόσο βαθύ νόημα ο τίτλος στο εξώφυλλο αυτός έχει. Μπορεί τα διηγήματα μέσα του να είναι «εγκόσμια» και προχώ ακόμα και για τα έξαλλα nineties που δεν είχαν αρχίσει, μα για μένανε σήμερα – ΑΥΤΟ είναι τα βιβλία: ιερού πάθους εγκόλπια, που όσο πιο κοντά σου τα έχεις εσύ, τόσο πιο μακριά από σε θα σε στείλουν εσένα.


Κι όσο πιο μακριά απ' αυτά κι από σένα ταξιδέψεις εσύ, να 'σαι σίγουρος οπωσδήποτε πως μια μέρα σε ΤΟΥΤΑ θα επιστρέψεις, απ' αυτά θα τελειώσεις εσύ. Κι αυτό θα συμβεί ΜΟΝΟ εάν έχεις τελειωθεί, μόνον όταν τους λογαριασμούς σου θα έχεις «κλείσει» εσύ με τα έργα και τα χιλιόμετρα, τα βουνά και τις θάλασσες, τις βίλλες και τις παράγκες, τον ιδρώτα και τ' άρωμα, τα λεφτά και το χώμα. Έτσι λοιπόν, πρόσεχε: Τhere's no home like no-home, ιδιαίτερα εάν στο σπίτι σου γύρισες... «άδειος».



A last-minute clue? Γιατί οι ναοί Shinto μ' ένα torii «ανοίγουνε»; (Torii είναι εκείνο το θεόρατο «πι» ως πόρτα κι ιερού είσοδος, μόνο που μετά απ' αυτό, ναός δεν υπάρχει. Κοσμικό και θεϊκό γίνονται εν, δεν ξέρεις πού τελειώνει το ένα και πού το έτερο αρχινά, ώστε να μην σπεύσεις να μαντρωθείς εσύ και πλακωθείς να νομίσεις.) Διότι άμα καταλάβεις ότι κατάλαβες, θα φανεί πως δεν έχεις τίποτα καταλάβει. Ενώ εάν συνεχίσεις να μην καταλαβαίνεις ό,τι έως εδώ εσύ νομίζεις ότι κατάλαβες, θα έχεις απλά κι εσωτερικά μεταλάβει.


(Κι εμένα τα γόνατά μου με βεβαιούν, πως αρκεί τούτο.)

 

 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright (c) Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2018

Διαβάστηκε 435 φορές Παρασκευή, 08 Ιουνίου 2018 13:56