Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

Σανιδιού, in memoriam. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)

 

 

 

Σέρφερ, ποτέ μου δεν ήμουν καλός, άσε δε γνώστης. Ξεκίνησα μ' ένα LASER Sprint, δώρο τής πρώτης γυναίκας μου και μέχρι να (ξανα)χωρίσουμε, μού 'χε αγοράσει η δεύτερη ένα wave STRALEX. (Και το κόβω εδώ το δωροθετικό-συζυγικό-ληξιαρχικό προσκλητήριο.)


Ψιλόμαθα με το πρώτο το «υπερωκεάνιο» κι όταν ήρθε ο χρόνος να «ξεπεταχτώ» με το δεύτερο, εγκαταστάθηκα στην Αμοργό όπου το windsurf είναι αδιανόητο, αν δεν είσαι γιός Ντούνκερμπερκ κι ανιψιός τού Κακλαμανάκη. Τα συνεχή εφτάρια που σφυροκοπούν τα κοφτά βράχια στα βορεινά, μαζί με τους αφαλοκοπτικούς «κατεβάτες» στα νότια, με έκαναν να μεταμορφώσω τα σανίδια μου σε ντεκοράκια οικίας – ξέρω, οποία ύβρις! Το μεν regatta LASER το έκανα βιβλιοθήκη-εταζέρα-θέση στερεοφωνικών-ράφι ανταλλακτικών, το δε wave STRALEXάκι το έστησα όρθιο να το χαίρομαι να το βλέπω με το κίτρινο χρώμα του, τα κοφτερά μάγουλα, τα σπαθάτα φινάκια.


Καναδύο φορές που – με τον κατάλληλο μαλακό και φιλικό-στον-χρήστη καιρό – βγήκα να απολαύσω νερό και να ξαναθυμηθώ την σανιδοπλοΐα μου, απογοητεύτηκα. Είτε στα προφυλαγμένα μέρη βαρούσαν σπηλιάδες που με τρελαίνανε, είτε μόλις ξεμυτούσα απ' τον κάβο βαρούσαν εξάρια λεπιδοειδή, που άλλαζα πάνα. Να πω εδώ ότι «το 'χω» το αθλητικό: από εντούρο έως αλεξίπτωτο, από καταδύσεις έως πολεμικές τέχνες, από βάρη έως πρακτική σκοποβολή κοκ., μα με το ρημάδι το σερφ δεν μπόρεσα να κολλήσω, να το συνεχίσω.


Κι έτσι τα πούλησα τα σανίδια μου, το LASER σ' έναν συλλέκτη (μαζί με το αντίστοιχο βιβλίο μάθησης και οδηγιών τού Χόϋλ Σβάϊτσερ) και το STRALEX σε μία κυρία ώριμη, που σ' αυτό να μάθει επέμενε, όσο κι αν την παρακαλούσα να την πείσω ότι δεν ήταν για κείνην. Η «πληγή» όμως είχε ΗΔΗ ανοιχτεί: εκείνη η πρώτη στιγμή που ένιωσα ότι μπορούσα πάνω στο κύμα εγώ να πετώ, με έκανε να χαράξω μέσα μου την θεϊκή αίσθηση σιωπηλής ταχύτητας κι απλής ανυπαρξίας, χωρίς την μουρλή εξωλέμβια πίσω μου (σκάφος) ή μπροστά μου (σκι). Η αίσθηση τού να πλανάρεις και να πετάς, να σερφάρεις ή να κοιτάς, να γλιστράς στα νερά και να πέφτεις στους αφρούς... δεν συγκρινόταν με τίποτε άλλο – a distant second and worst, το ορεινό σκι.


Φίλος προσφάτως με «κούμπωσε» σε μιά σελίδα τού FACEBOOK που λέγεται "Old School Windsurfers" κι εκεί μέσα σαν ν' αναβίωσε ο χρόνος τα νειάτα μου, η αίσθηση και οι αναμνήσεις, η έλλειψη των νερών και του γήρατος η λαγνεία. Κοιτάζω παλιά σερφ που τα 'χουν οι ιδιοκτήτες τους περιποιηθεί (και αποστρατεύσει φυσικά) και μού λείπουν τα σανίδια μου τα παλιά, (έστω κι αν δεν τα έλυωσα εγώ, όπως τούτοι). Διαβάζω τα ωραία κείμενα τού Κώστα στο "Boards n' Wheels" και ταξιδεύω σε άλλων ζωές, νεώτερων ή/και πιτσιρικάδων, λεπτών μαστόρων ή/και στυγνών χρηστών, κατόχων λεπταίσθητων τρυφερών ή/και πλουμιστώνε ιδιοκτητώνε. Δεν πειράζει, κέφι να υπάρχει και να μην χάνεται διόλου αυτό, αγάπη να φωλιάζει σε οτιδήποτε πιάνουνε πλέον τα χέρια μας και τούτα έτσι δεν θα χαθούν, θα ζήσουν, θα επιζήσουν.



Όταν γερνάς, κάνεις comeback σε πράγματα που δεν πρόσεξες, σε γυναίκες που προσπέρασες, σε μηχανάκια που σκάρταρες και σε σανίδια που δεν πρόλαβες ν' απολαύσεις. Έτσι τώρα μ' εμένα και τα «καινούργια» μου σερφ: τα κοιτώ και τα πεθυμώ, τα χαίρομαι οπτικά κι όποτε πάω στον Κώστα τα χαϊδεύω αισθησιακά, χαζεύω φωτογραφίες δικές μου παλιές - όταν ο Αντρέας Ιωάννου είχε κοτσίδα ως την μέση και ο αδελφός του Αλέξης είχε πάρει sabbatical μ' ένα YZ motocross ως διάλειμμα και φανφάρα. Όταν μεγαλώνεις γερνάς, απολαμβάνεις να κατεβαίνεις στο γκαράζ σου και μόνος σου, να βάζεις Τρίτο Πρόγραμμα αργά μέσ' στην νύχτα και να στρώνεσαι σε top-end job, στο δίχρονο που δεν το 'χει ανάγκη. Η γυναίκα σου επάνω κοιμάται βαριά, τα γυαλιά τής έχουν γλιστρήσει απ' την μύτη, η κόρη σου χαροπαλεύει με τον γκόμενο και το διδακτορικό, και ο γιός σου χαροπαλεύει με την εις Κίνα εταιρεία του και την γκόμενά του την δικηγόρο εγγλέζα. (If this, is not life, they call it martyrdom – in so many words.)


Ούτε ευλογία, ούτε ευχολόγιο είναι αυτό. Ούτε κίνκυ ρετρολαγνεία, ούτε ραμολί-συνταξιούχου το παρολί είναι. Οι λέξεις είναι το μόνο εργαλείο-κλειδί που ανοίγει όλες τις «βίδες» και χαϊδεύει άπαντα τα «σπειρώματα», εκφράζει το μυαλό τού σχεδιαστή και υλοποιεί τού μάστορα την ιδέα. Αν λοιπόν όλα αυτά μπορούν ν' ακουμπήσουν πάνω σ' έναν συμπιεσμένο πολυουρεθάνης αφρό, να βιδωθεί πάνω του ένα άλμπουρο-μία μάτσα-ένα πανί, άντε να προστεθούνε δυό δέστρες κι ένα φιν τελικό – τότε ιδού κύριοι και κυρίες άρμα απολλώνειο επί ποσειδωνίων υδάτων! Όταν είσαι νέος, αρπάζεις το σκάφος-το κορίτσι-την μηχανή και κάνεις ό,τι θέλεις, ό,τι ξέρεις και ό,τι δεν σ' ενδιαφέρει τί θα γίνει εσύ. Μα όταν γερνάς, κάθε κίνηση κάθε επιθυμία και κάθε γνώση γίνονται απολύτως προσεκτικά, με ολόσωμη και ολόμυαλη [sic] παρουσία – σαν λειτουργία το βιώνεις εσύ, απ' τις σπάνιες, χαριστικές, τελευταίες.


Αυτό λοιπόν θα κάνω εγώ. Θα ψάξω – μέσω Κώστα – να βρω το παλιό μου σανίδι. Και μέρα συννεφιασμένη και χειμωνιάτικη, θα το βάλω στην ανύπαρκτη σχάρα τού cabrio – μισό μέσα-πάνω στα καθίσματα και μισό ν' ακουμπά στο παρμπρίζ του – και θα κατεβώ στον Σχοινιά (στην καλύτερη), στο Θορικό (στην χειρότερη). Θα παρκάρω δίπλα στο κύμα και το νερό, θα ανάψω τσιγάρο και θ' αράξω εκεί για κάνα τέταρτο (τού αιώνα). Και μετά, πολύ μετά, βασανιστικά αργά και μετά θα βγάλω το σερφ και στο νερό θα το ρίξω. Θ' ανέβω επάνω του με τα πόδια μου τρέμοντας και θ' ανοιχτώ άτσαλα, μανουριάρικα, ερασιτεχνικά και μαλακισμένα. Θ' αφεθώ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ στον άνεμο να με πάει όπου θέλει αυτός, στα κύμματα να με κάνουνε ό,τι θέλουν – είτε ο βοριάς από τον Σχοινιά στην Μακρόνησο να με σύρει, είτε ο πουνέντες ομοίως από το Λαύριο να με πετάξει εκεί. Μπότζια και τακ δεν με απασχολούν, αήριαλς και τζάϊμπς τα έχω γραμμένα εγώ – αυτό που με νοιάζει είναι να ξαναβαπτιστώ, όχι στην Αγία Παρασκευή τού 1956, αλλά εκεί στον αναμαλλιασμένο και αφρισμένο Ευβοϊκοσαρωνικό, το 2020 τώρα.


Λένε ότι άμα γερνάς, μαλακώνεις. Κι από κει, ή τελείως μαλάκας απλώς γίνεσαι, ή ευλύγιστος κι εύκαμπτος, προσαρμόσιμος και ελαστικός, τρυφερός στην αφή και στο χάδι ευαίσθητος. Όσο το πουλί σου ανταγωνιζότανε σε σκληρότητα κι ακαμψία το άλμπουρό σου, ήσουνα νιός μα όταν το πουλί σου ενδίδει κι ακολουθεί, πέφτει χαλαρώνει και χτυποκοπανιέται σαν το χαλαρωμένο-ξεχειλωμένο πανί σου, τώρα γέρος-σοφός κι άχρηστος-εκλεκτός λογίζεσαι, σε περνάνε και σε σκουντάνε. Μα το 'χω βρει το φάρμακο γω και το 'χω «βάλει μπροστά», ν' αναστηθώ να αγιάσω.


Ένα STRALEX παλιό βρήκα κι αγόρασα και κοιμάμαι πάνω του ευτυχισμένος τα βράδυα! Έχω βγάλει τις δέστρες κι έχω αφαιρέσει τα φινς, το 'χω ξαπλώσει κάτω στο πάτωμα σε μοκέτα παχιά, κι επάνω του κάθε ευλογημένο μου και σκληρά κερδισμένο μου βράδυ κοιμάμαι. Για προσκέφαλο βάζω την λεπίδα-καρίνα του και για σεντόνι ρίχνω το τεράστιο το πανί του. (Κι άμα σηκωθώ χαράματα για κατούρημα, για μπαστούνι-βοηθό και φως-πλοηγό έχω την μάτσα.) Έτσι ολονυχτίς κοιμάμαι και ταξιδεύω εγώ, ξανανιώνω και πηδάω τα κύματα, όπως σερφάριζα πρώτα και γαμούσα μετά, έπινα στο κατόπιν και χόρευα ως το ξημέρωμα – Is this life or was it a dream?


Ορίστε λοιπόν, ελιξήριο νεότητος άμεσο και φθηνό, πασπαρτού Παραδείσου και shut-down Κολάσεως. Εάν είστε σέρφερ νιός και θέλετε να βιώσετε "the shape of things to come", κοιμηθείτε ένα βραδάκι στο σανίδι σας πάνω. Και εάν παρ' ελπίδαν είστε σέρφερ πουρός – και ακόμα εμένα διαβάζετε – κατεβάστε απ' το πατάρι ή πάρτε απ' το γκαράζ το παλιό σκονισμένο κι ημισπασμένο σας σερφ, και ξαπλώστε ένα απογευματάκι μαζί του στον κήπο. (Πώς η Πυθία μασούσε φύλλα; Πώς στο ιερό τής Δωδώνης μάντευαν από το θρόϊσμα τής οξιάς;) Έτσι κι εσείς: όταν ξυπνήσετε θα έχετε αφομοιώσει ένα Μυστικό ιερό, θα 'χετε ενσωματώσει Νερό καθαρό, θα 'χετε σβήσει Χώρο και Χρόνο.


Κι όλα αυτά χάρη σ' ένα σανίδι τού σερφ, άξιο πεταματού και ανάξιο λόγου. (Πλην εμού, που να το ξεχάσω δεν πρόκειται, γιατί δεν θέλω ξανά στο παρελθόν να γυρίσω.)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

 

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2020

Διαβάστηκε 76 φορές Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2020 10:05