Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

Ο "Παν". Του Στρατή Μυριβήλη. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


 

 

Αρχές Οκτώβρη είναι. Ακόμα. Ο ήλιος ζεστός, ο αέρας ψυχρός και τα μηχανάκια, κουνούπια φθινοπώρου απ' έξω. Η τηλεόραση τής γριάς να ακούγεται δίπλα, η βιζιτού τής γειτονιάς χτυπά το κουδούνι τού ακαμάτου εργένη και ο ταχυδρόμος δεν έχει άλλο από λογαριασμούς να αφήσει στο ξεχαρβαλωμένο κουτί.


Έτσι περνάμε εμείς τον καιρό μας, έξω από την σπηλιά, στην Κυψέλη που ληθαργεί και βοά. Δίπλα στον γάτο Κοχί που ως τράγος αναχαράζει βαρυεστημένος, παρακολουθεί τα κανισάκια των ξέμπουτων κοριτσιών να περνούν και χασμουριέται βρωμοκοπώντας το κρεοφάγο χνώτο του. Όσον αφορά στους υπολοίπους εμάς, μέσα στην σπηλιά, δεν υπάρχει κανείς – μόνον εγώ είμαι. Κι ο Στρατής Μυριβήλης σήμερα.


Ένα τέτοιο μεσημέρι-απόγευμα που δεν είχα τίποτα να κάνω, πήγα στην βιβλιοθήκη μου και τυχαία τράβηξα απ' το ράφι ένα βιβλίο του. «Ο Παν» λεγόταν αυτό, στην κομψή και μικρή σειρά τής ΕΣΤΙΑΣ, με το σκληρό εξώφυλλο και τα χαρακτικά για εικόνες. Ας πω βεβαίως εδώ ότι μ' ΑΥΤΑ τα βιβλία εγώ ανατράφηκα: έστω κι αν ανάποδα άρχισα. Με Καραγάτση μπήκα στην «Γενιά του '30» και με Καζαντζάκη ξοδιάστηκα. Με Μυριβήλη στο Αιγαίο τους χάθηκα και με Βενέζη πάτησα χώματα Τούρκων. Ουράνης Τερζάκης και Πατατζής ήλθαν μετά, κάποιοι κάθισαν κάποιοι έφυγαν και εάν «πετάξω» έξω τον μικρόσωμο Γίγαντα των Γραμμάτων τον Κρητικό, δυό μόνο με συνεπήραν: Ο Καραγάτσης για τα αφροδισιακά του και ο Μυριβήλης με τα φαντασιακά του. (Και για τον πρώτο δεν θα πω εδώ τίποτα, καθώς από μόνος του ένα ξεχωριστό Κεφάλαιο είναι – αυτά τα έκφυλα παχιά χείλια και τα μάτια τα μαργιόλικα γαλανά, το κέρατο που φορούσε στο γυναικάκι του και το οιδιπόδειο που έχωσε στην κορούλα του, καθώς έτσι είναι: η χαρά και καύλα τού ενός, πίκρα και κλάμα καταντάει των άλλων.)



Ο Στρατής Μυριβήλης είναι ειδική και ξεχωριστή περίπτωση. Βαρύς έλληνας και ανατολίτης αψύς, λιγομίλητος κάπου τρομακτικός και μ' ένα ανεξιχνίαστο πρόσωπο, σαν ένας κοσμογυρισμένος θείος που επέστρεψε στο γραικό πουστοχώρι και δεν ανοίγει το στόμα του παρά για «κασέτα και σταθεροποιητή τάσης», καταπώς έγραψα στο «τα τρία μι». Ο εθελοντής-τραυματισθείς και τυχερός-επιζήσας τής θανατηφόρας μάχης Κιλκίς-Λαχανά έγραψε τον «Πάνα» στην αρχή τού εκκολαπτομένου Εμφύλιου (1946), ήτανε δεξιός – ε, και; Τραβά κάνας αριστερός μούλος, κάνα ζόρι; – μα ήτανε τόσο «του γραφείου» όσο και «της ζωής», όπως τέλος πάντων εθεωρούντο οι πόλοι αυτοί, τότε.


Και τούτο το λυγγό [sic] μεσαπόγευμα που βούλιαξα στον καναπέ τής σπηλιάς(!), άδραξα τον «Πάνα» τού Κυρίου Στρατή, σταμάτησα και κόλλησα σε δυό-τρία σημεία τού βιβλίου αυτού που είχα διαβάσει (και ξανά 'χω διαβάσει). Μόλις είχα αποφάει, ο ήλιος έγλειφε γωνιωδώς τα ντουβάρια, η βρύση συνέχιζε να στάξει κινέζικα και το μοτέρ τής μοτοσυκλέττας με κοιτούσε λυμένο στο πάτωμα, ανάμεσα σε μπάρες βαρών και σχοινάκια τής πυγμαχίας. (I'll never grow old, because I was born old – and this is my secret.)


Ας το πω εξ αρχής, to get it out of our way:


Ο Στρατής Μυριβήλης είναι Ο Τιτάν των Ελληνικών Γραμμάτων, όχι γιατί έγραψε ό,τι έγραψε, όχι γιατί αυτά πού 'γραψε απλησίαστα είναι, αλλά διότι – με παράδειγμα τον «Πάνα» αυτόν – μπόρεσε κι έγραψε μ' έναν τρόπο καθημερινόν εύληπτο και απλό, παραδίδοντας ένα γράψιμο ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ μπροστά και μακριά ΗΔΗ απ' την εποχή του. (A second closest and best είναι «Το χαμένο νησί» τού Καραγάτση, μα τούτο κλέβει ξωκλήσι, γιατί είναι sci-fi απόλυτα, δεν πατά στο χώμα στην γη, στα σύννεφα και τον ουρανό, δεν διαβάζεται καν σαν τον... Παπαδιαμάντη σε Lovecraft!) Ορίστε λοιπόν εν τάχει η απλή ιστορία του: σ' ένα μισότουρκο κωλοχώρι τής Λέσβου, ένα ζαβό και χεροδύναμο ορφανό αγόρι-παιδί ζει και γελά, γκαρίζει βελάζει και αλλυχτά, κάνει θελήματα, βοσκά γίδες και σερβίρει καφέδες – "Nothing much, to write home about" που λέγανε κάτι περιφανείς αλκοολικοί Εγγλεζοσυγγραφείς σαραβαλιασμένοι στην Ύδρα, παρτουζιάρηδες μαστουρωμένοι κι – επαναλαμβάνω – κιρρωτικοί, ψυχασθενείς μεγαλομανείς κι αυταναφορικοί, πεταμένα παιδιά τής Αυτού Μεγαλειότητος που ανακάλυψαν την μεσογειακή Γκόα, προτού το μπομπάτο μπουμπάρι τής Βομβάης γίνει στο σαρωνικιώτικο Άμστερντάμ μας γνωστό. (Και κλείνω εδώ την παρένθεση, υπενθυμίζοντας στις μαϊμούδες τούς αναγνώστες Λογοτεχνίας ότι, όταν οι Έλληνες συγγραφείς κεντούσανε, οι ξένοι συγγραφείς πελεκούσαν.)


«Σιγά το νέο» θα μου πείτε, για ελληνικό κωλοχώρι: ένα ζαβό ένα χαζό, με ηράκλεια σωματική δύναμη και κάτι πρώϊμες καύλες που ούτε το τρίο Teresa Orlowski-Dolly Buster-Sarah Young δεν μπόρεσε ν' απορροφήσει να κατευνάσει, ν' αδειάσει. «Σιγά το παλιό storyboard» θα σας πω, για ελληνικό διηγηματάκι: μια σιωπηλή μουτρωμένη, καργαρισμένη οιστρογόνα και με καμπανάτα βυζιά χωριάτισσα, σκυμμένη ολημερίς στο μποστάνι της να ψεκάζει βαρθολίνεια την ανοιξιάτικη ύπαιθρο και να μην φτάνει ένα σύνταγμα από επίγονους τού John Holmes τού Rocco Siffreddi και του Sean Michaels να την βατέψουν να την χορτάσουνε, να την στουμπώσουν και να την χύσουν. (Δις ις Γκρις μαμαζέλ, if you dig what I'm saying: έτσι ξεχειμωνιάζαν οι Σουηδέζες πρωτομαστόρισσες στην Ρόδο μας κι έχουνε βγει σήμερα στρατιές οι Τσαμπίκοι ξανθόψειρες, από κει που 'χανε τού Μεχμέτ και τ' Αλί το βαθύ μαύρο το ακρυλικό, άντε και μ' ένα πασάκι γυαλόχαρτο, μελί το ιταλικό – τέλος ο τής ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ βόθρος.)


Τί μάς διηγείται λοιπόν ο Μυριβήλης στον «Πάνα» του; Ένα καυλερό φονικό, μιά περιγραφή τής ελληνικής πικρολάσπης και μικροκοινωνίας χωριού, μιά βαρεμάρα να την σπας στην πέτρα για να φας την ψίχα τού ρωμιού καρυδιού. Bullshit. Όχι. Αυτό που κάνει τον Μυριβήλη να ξεχωρίζει, ν' αστράφτει και να «κεντά» είναι η περιγραφή του της γης. Του αέρα. Της θάλασσας. Της Φύσης γενικότερα κι ειδικότερα, των στοιχείων σύσσωμου τού πίνακα Μεντελέγιεφ αλλά και - ΙΔΙΩΣ - πέρα απ' αυτόν. Είναι ο πρώτος που καταβρέχει τα μάτια και το μυαλό μας με λεπτομερείς μα αφανείς εικόνες περιγραφής φυσικής κι εμείς οι αναγνώστες του οι πιστοί, λέμε και ξαναλέμε «δώσε μας κι άλλο μπάρμπα». Απ' το μικρότερο μελίσσι μέχρι το αγριότερο πέλαγος, απ' την πιο μουσάτη γίδα μέχρι το πλέον κοράκι κατάμαυρο, απ' το στρεβλό πουρνάρι μέχρι την πέτρα τής μοναξιάς ο Μυριβήλης ΕΙΝΑΙ ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ Παν – και Τιτάν, πάντα – τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας κι αντέστε εσείς σε δεξιούς πανεπιστημιακούς και αριστερούς κριτικούς να σάς πουν, ύστερα από έξι μηνών δημιουργική διάρροια, αυτό που μόλις εγώ εν είδει αρωματικής κλανίτσας σάς πέταξα τώρα. (Σόρρυ δηλαδή για το σκατολογικόν, μα τις έδρες των Α.Ε.Ι. τις πιάνουνε οι κώλοι οι πολλοί οι απύλωτοι και όχι αυτοί οι λίγοι που τον ακάθιστο έχουνε, γκέγκε;)



Σε δυό-τρία μαγευτικά-καταπληκτικά σημεία τού βιβλίου σταμάτησα, και αντιγράφω το ένα. (Όχι τυχαία αυτό βέβαια, καθώς μού άγγιξε εμένα χορδή μου ευαίσθητη.) «Νάχεις τό νού σου στήν τέχνη και νά μήν τή μασκαρεύεις... Η τέχνη μοναχά είναι η τιμή καί η υπόληψη γιά τόν άντρα, τίποτ' άλλο.» Και συνεχίζει ο συνοφρυωμένος και βλοσυρός Συκαμινιώτης Μάστορας. «Ό,τι δουλιά καί νά πιάσεις, στό χέρι σου στέκει νά τήν κάνεις τέχνη. Αυτό θά πεί νά μή βάλεις μέσα μονάχα τήν πόρεψή σου. Τήν τιμή σου νά βάλεις πρέπει, τήν αντριά και τήν υπόληψή σου. Καί σά γίνει αυτό, έ, αυτό 'ναι η παρηγοριά τής ζωής.» Και σαν να μην έφτασε το σφυροκοπάνημά του ετούτο, μαλάκωσε ο by the pen-name Ευστράτιος Σταματατόπουλος και το έκλεισε οριστικά το ρεπερτόριο, με το αποστομωτικό τούτο: «Βλέπεις, παιδί μου, όλοι, όλα μπορούνε νά σέ γελάσουν, νά σέ προδώσουν. Η τέχνη όμως; Αυτή ποτέ!»


Στον σημερινό χρυσοποίκιλτα κλούβιο αιώνα τής Ελληνικής Λογοτεχνίας, συγγραφείς είναι η Λένα Διβάνη και η Αγγελική Νικολούλη. Ο Χρήστος Χωμενίδης και ο Θανάσης ο Χειμωνάς. Ο Μένιος Σακκελαρόπουλος και ο Ισίδωρος Ζουργός. (Μαντά και Δημουλίδου μην διανοηθεί ν' ακουμπήσει κανείς, θα 'χει να κάνει μαζύ μου.) Πάνε, χαθήκανε ο Δημήτρης Χατζής και ο Ρένος Αποστολίδης, π.χ.: τώρα στα σχολεία διδάσκεται η Έλενα Ακρίτα και στο Athens Pride o Αύγουστος Κορτώ, ως classics περνιούνται η κουκλάρα Ζατέλη και το Κιτσοπούλου το παρλιακό, ως δε Miss Cosmos Παντογνωσίας μάς λιβανίζεται η Σώτη Τριανταφύλλου μωρέ – ξέχασα απ' όξω κανέναν; «Σε τούτα δω τα μάρμαρα» που γράψαν φωτεινά-εκτυφλωτικά πράγματα οι Παλαιοί, τί να μείνει να στάξουν οι πεοπτωτικοί καινούργιοι, τί να μείνει να ρουφήξουνε οι ασεξουαλικές νιές; Το πολύ κάνα Κρατικούλι Βραβειούλι δια χειρός Μυρσίνης – μπρρρ – Ζορμπά, νιώθω ένα σύγκρυο μίστερ Λιάκο μας - μπρρρ ξανά - λες να γκρεμίστηκε καμμιά «γέφυρα» στην Κουμουν-Δούρου; (Σταματάω εδώ τον σαχλό επικήδειο των διασήμων και άσφαιρων, τον σεπτόν ύμνο τού πολυβολητή Μυριβήλη ξεκίνησα και θα συνεχίσω.)


Ποίο το στόρυ τού «Πάνα» λοιπόν; Κοινό έως κουτό, γνωστό βαρετό, χιλιοειπωμένο, γραμμένο, φιλμαρισμένο: Ένα νταβραντισμένο αγροτόπουλο-χωριατόπουλο-πεόπουλο, καργαρισμένο απ' την ανετίναχτη [ξαναsic] τεστοστερόνη τής ελληνικής επαρχίας τού 19ου αιώνα – η οποία η σκρόφα, ΟΛΟΪΔΙΑ είναι με απόλυτα σήμερα – μπανίζει μιάν ανύποπτη νιόγαμπρη σκυμμένη γυνή με τουρλωτά τα καπούλια και κρεμαστά τα βυζιά κι όχι μόνο την διαπερνάει με το στυλιάρι-παπάρι του για κάνα δίωρο, όχι μόνο την βιάζει παρά την γλυκιά αντίστασή της, μα θέλοντας «να μη δώσει δικαίωμα στη γειτονιά» (που ΒΕΒΑΙΩΣ τα πάντα ακούει-ξέρει-ορά), της φράζει το στόμα και τηνε πνίγει την δύστυχη, την φονεύει και από πάνω την αθώα γυναίκα, μέσα στον εκτυφλωτικό κι ασυγκράτητο οργασμό του. Και συλλαμβάνεται, και φυλακίζεται – α ρε πουτάνα Ελλάδα, ΜΟΝΟ έξι (6) χρονάκια τού φονιά τού 'ριξες, όσα θα φάει και ο Ρουπακιάς βεβαίως-βεβαίως – και κάθεται άρχοντας μέσα στην φυλακή, ζάχαρη την περνάει εκεί το ζαβό, καλύτερα βέβαια απ' ό,τι στην κερία την κενωνία.


Κάνοντας εκεί μέσα δεκάδες δουλειές, κάποια μέρα φυτεύει στο προαύλιο τού «Σωφρονιστικού Καταστήματος» – μην το πείτε ρε «φυλακή» και σάς περάσουνε για τίποτα μικιό-κομιλφώ πουστάρες τού κερατά – μιά καρυδιά και τηνε βλέπει να μεγαλώνει. Καθημερινά. Την ποτίζει την κορφολογά, την περιποιείται την αγαπά – "Nothing special and new, to write Μummy about" πετάγονται πάλι ακάλεστα τα λέσια τής Ύδρας τα αλκοολικά – αμ δεν φταίτε εσείς βρε, η κατ' όψιν μαινάς Μαργαρίτα Λυμπεράκη ευθύνεται, που 'γινε συγγραφεύς κι η κορούλα της, πάνω στα αίματα τής ψυχής Καραπάνου και κορμιού Μαργαρίτας. (Φώτοοο, ασουπή βρε!) Κι όταν στα «πέντε» – χρονάκια that is – έρχεται τού ζαβού το απολυτήριο, την ώρα που με το μπογαλάκι του ετοιμάζεται να φύγει κι αποχαιρετά το δεντράκι του... τούτο μαραζώνει πεθαίνει. Γέρνει μαδάει φυλλορροεί, κείτεται ξαπλώνει τεζάρει – end of story, so what?


Μέχρις εκεί είναι η μαγεία τού Μάστορα, η Μαγγανεία τού Μάγου. Οι λέξεις του απλές και λεπτομερείς, σημαντικές κι απεικονιστικές, θεριστικές κι αναστάσιμες. Οι εικόνες του απογειωτικές στην λιτή τους την έκφραση και συντριπτικές στην δισεκατομμυριούχα τους την αφαίρεση. (Α ρε Φώτο, λιγότερες λέξεις να ήξερες και στο κείμενο να 'βαζες, πρέσβειρα ζηλευτή και δαχτυλοπαινεμένη ρε μαλάκα με δύο (2) Ferrari θα 'σουνα σήμερα, όχι να κάθεσαι και το πληκτρολόγιό σου να κοπανάς, στην Κυψέλεια σπηλιά σου ανάμεσα γάτους κι αλτήρες, κινητήρες λυμένους στο πάτωμα και «βινύλια» χιλιοπαιγμένα τού Keef Hartley, posters στους υγρούς τοίχους τής Moana Pozzi θεάς και αυτόγραφα τού άγνωστου και σιωπηλού ήρωα Γρηγόρη Στακτόπουλου στα ράφια!)



Πέρα από τις λέξεις και τις εικόνες ξεκινά και πηγαίνει η Τέχνη Εκείνων των «ξεπερασμένων» Δημιουργών – σαν τον Στρατή Μυριβήλη – κι ευλογώ την μανούλα μου, που δυό καλά στην ζωούλα της έκανε, για εμένα: 1ον/ με γέννησε το 1955 και 2ον/ από ΠΟΛΥ νωρίς εκείνη στα χέρια μού έβαλε Ιούλιο Βερν και Μ. Καραγάτση, Αλμπέτρο Μοράβια πιο μετά και Πολύβιο Δημητρακόπουλο πιο πριν, Φυοντόρ Ντοστογιέφσκυ και Δημήτρη Χατζή, Στάϊνμπεκ και Περλ Μπακ, Χέμινγκουέη και Καβάφη. (Και δεν σάς βάζω μία  φωτογραφία της κάτωθι, όχι για να δείτε πόσο κουκλάρα αέρινη ήταν η μάνα μου, αλλά για να νιώσετε εσείς πόσο κουκλάρες κι αέρινες είναι ΠΑΝΤΟΤΕ-ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΟΛΕΣ και ΑΠΑΣΕΣ οι Γυναίκες τής γης, ανεξάρτητα ηλικίας και χώρας, εποχής και βροχής.) Η Τέχνη τού Μυριβήλη – εν προκειμένω – κινείται πτά, «κεντά» και «οργώνει» στο επιφανειακό βάθος της και τί θέλω να πω με ετούτο: Γράφει ο "miglior fabbro" τούτος τα απαραίτητα και ελάχιστα και τα υπόλοιπα τα 'χει κρύψει ΤΟΣΟ ΚΑΛΑ μέσα στις λέξεις του, που γαργαλάνε κι ανατινάζουν από μόνες τους την φαντασία τού αναγνώστη – ακόμα κι άμα διαβάζει ΜΑΚΕΛΕΙΟ και DOCUMEΝTO αυτός, ακόμα κι αν είναι εραστής Βαρουφάκη και ψηφοφόρος Βελόπουλου, Κανέλλη τεκνάκι και χάπατο Βούλτεψη.


Σε όποια σελίδα κι αν ανοίξω τον «Πάνα» διαβάζω μιά λέξη και κάθομαι να με ταξιδεύει τούτη κάνα εικοσάλεπτο, (ούτε στον διαλογισμό μου δεν ταξιδεύω έτσι: «πρώτη θέση» τιμητική, νανουριστική, αναζωογονητική, αποθεωτική). Είναι οι «παλιές» λέξεις που χρησιμοποιεί ο Τεχνίτης τού Λόγου αυτός, λέξεις ελληνικές γκάγκαρες και όχι τής κοζανιτοπούλας Διαμαντοπούλου τα γκρήκλις τα δαγκωτά, για τα οποία ο Σόρος κι ο Γκέητς δεν χρειάζεται να κάνουνε τίποτα για να «καταστρέψουνε» την Ελλάδα, (καθώς μόνον ένας Γιανναράς απ' την γραφική ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ έχει μείνει ν' αρθρογραφεί και να επιμένει σε τούτο το Ιερό: την Ελληνική Γλώσσα). Όλοι εμείς, μα όλοι οι υπόλοιποι που χτυποκοπανάμε το πληκτρολόγιο, πουστοελληνικά τού μπιντέ ανταλλάσσουμε, του Διαδίκτυου γκρέκα χιτάκια πιασιάρικα κοβόμαστε να γεννήσουμε μπας και σιάξουμε για νονά την Κινέζα τού Ζούκερμπεργκ, μπας και μας υιοθετήσει η Αντζελίνα Ζολί με μπαμπούλη-ersatz τον Μπραντ Πιτ της!


Δεν έχω κάτι άλλο να πω, και το γεγονός ότι έκατσα κι έγραψα τούτες τις περιττές παραγράφους για τον Μυριβήλη και τον «Πάνα» του, 1ον/ μ' έπιασε πονοκέφαλος πάλι, 2ον/ μουδιάσαν τα πόδια μου κι άντε να ξεπιαστώ πρώτα, ώστε να πιαστώ με το Crossfit μετά και 3ον/ αρκεί που θα με διαβάσει και θα με νιώσει – και θα με μνημονεύει καμμιά του φορά στο au Revoir, όταν εγώ θα 'μαι νερό και αλάτι έναντι βραχονησίδος τής Αμοργού – ο φίλος μου κι LL.M. μας Γιάννης Γ. Δεν θέλω πλέον να γράφω πολλά, άσε δε που δεν αντέχω για πολύωρα γραψίματα στην οθόνη μου άλλο. Κι επιπλέον, τί να γράψω εγώ για τον Μυτιληνιό Πρωτομάστορα, εκείνον που θα εξακολουθεί ΑΙΩΝΙΑ να υπάρχει όταν των εκδοτικών οίκων τα «σπρωγμένα» ονόματα και νινιά θα 'χει φροντίσει ακόμη κι η μάνα τους να τα έχει ξεχάσει, (αφού θα 'χει αρμέξει πρώτα τα κουτσά πνευματικά τους δικαιώματα). Είμαι ευτυχής που ξέρω ελληνικά, για να διαβάσω Καζαντζάκη στο πρωτότυπο και Καρυωτάκη επιπλέον. Είμαι ευτυχής που γράφω κι εγώ στα ελληνικά, προσπαθώντας ν' απομακρυνθώ από δρεπανηφόρες πέννες σαν του Μυριβήλη και του Πολίτη. Χαίρομαι και κλαίω που μιλώ και γράφω λέξεις ελληνικές που ευωδιούν Όμηρο και τροπάρια, Μυθολογία και πολεμικές ιαχές, Κέρου μητρικούς αποκεφαλισμούς και Κολωνακίου γκομενικούς ευνουχισμούς, εθνικά εγκληματικά λάθη και θεϊκές αποτρόπαιες εντολές.


Τούτο το αθηναϊκό φθινοπωρινό απόγευμα, μακριά από προσφυγικούς αράπηδες που 'χουν ξεβιδώσει τα ατέλειωτα πέη τους και τα 'χουν αφήσει στα σπίτια τους (καθώς στα στενά δεν χωράνε), μακριά από τηλεοπτικούς πολιτικούς που 'χουν ξεβιδώσει τα τοσοδούλικα πέη τους και τα 'χουν καταθέσει στα γραφεία των χορηγών τους (καθώς στην λίστα Λαγκάρντ δεν χωράνε), μακριά από ντόπιους καλαμαράδες που 'χουν ξεβιδώσει τα ανύπαρκτα πέη τους και τα 'χουν χώσει στο μπλέντερ Δημοσιότητας κι Ελαφρότητας (καθώς στα Ελληνικά Γράμματα δεν χωράνε) – τί να πω άλλο εγώ; Και μόνο που πέρασα το απόγευμα τούτο διαβάζοντας το βιβλίο αυτό τού Στρατή Μυριβήλη – μού αρκεί, ευτυχής είμαι. Και μόνο που πέρασα το απόγευμα τούτο γράφοντας για τον Μεγάλον Αυτόν – μού αρκεί, ευτυχής είμαι. Χρόνος και Χώρος – καθώς λέω συνέχεια – φλουτάρουνε δεν υπάρχουν, η ζωή γίνεται λιγότερο ανυπόφορη (αν δεν είσαι μέσα στην πίστα τής Monza, με βρόχινα λάστιχα), το μυαλό γίνεται λιγότερο βαρετό (αν δεν είσαι σε sesshin επταήμερο, με κομμένα τα γόνατα) κι η καρδιά γίνεται ελαφρύτερη (σαν να είσαι στην Ξενοφώντος απόγευμα χειμωνιάτικο και κτυπάει το σήμαντρο για απογείωση ουρανίων).

 







ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2020

Διαβάστηκε 224 φορές Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2020 16:20