Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

Περί οχήματος. Και Μέσου. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


 

 

Πριν από λίγο καιρό είχα γράψει στην ενότητα ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ τής ιστοσελίδας μου ένα κείμενο με τίτλο "Ζenduro", λέξη δικής μου «κατασκευής και προελεύσεως» από το Ζen και το endurο. Για τους συλλαμβανόμενους-αδιάβαστους λοιπόν ξανά εξηγώ ότι η μοτοσυκλέττα endurο είναι το όχημα που μεταφέρει τον αναβάτη της στην Φύση, τον ταξιδεύει και τον κρατάει εκεί, του ανοίγει και τον τοποθετεί σε έναν χωρόχρονο φυσικό – εύκολα άνετα γρήγορα, ασφαλώς απολαυστικώς σωματοψυχικώς. Περιέργως πώς όμως, αυτό το όποιο-ταπεινό όχημα είναι ικανό να τον πάει πίσω απ' την Φύση, πέρα από αυτήν και εκεί όπου το μηδέν τού Ζεν – ή το ζεν τού Μηδέν – παύει να τον εμποδίζει, να τον τρομάζει. (Αυτά είναι τα προφανή.)

Δεν έκατσα όμως εγώ, πάλι εδώ, τούτα να γράψω. Αναφέρομαι πλέον σε κάτι ειδικότερο, σε κάτι αοριστότερο (sic), σε κάτι άπιαστο κι άϋλο ταυτοχρόνως, μα τόσο συγκεκριμένα εκκωφαντικό που ουδείς δύναται να το προσπεράσει. Παρά μόνο εάν ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ το διαβεί. (Ας ξεκινήσω λοιπόν απ' τα πέδιλα τα υπόγεια, τα μπετά τα θεμέλια, τα βασικά τα γαρμπίλια.)

Τί είναι η Μοτοσυκλέττα; Ένα όχημα, ένα μηχάνημα, ένα αντικείμενο κίνησης, ένα μεταφορικό μέσο. Και δυό λέξεις-κλειδιά μόνον εδώ συγκρατώ: όχημα και μέσο. Πέρα από μοτέρ λάστιχα, σκελετός σέλλα, αναρτήσεις και φρένα, τιμόνι και πινακίδα, τέλη κυκλοφορίας και τεκμήρια, ασφάλειες και νοσοκομεία, συνεργεία και ατέλειωτα έξοδα – η μοτοσυκλέττα είναι το σύγχρονο ιδιωτικό Μέσον για να σας πάει κάπου, αυτή. Με εσάς και εσάς μέσω. Καβαλλάτε τρανοί πρωϊνιάτικα, βάζετε κράνος επί κεφαλής και συμβία από πίσω, γκαζώνετε και πασχαλιάτικα θα πάτε στο χωριό για πιοτό-σούβλα-χορό, χριστουγεννιάτικα στο βουνό για τζάκι σκι και σεξάκι, αυγουστιάτικα στο νησί για γκομενίτσες βουτίτσες και ψάρια. (Τις υπόλοιπες μέρες τού χρόνου την έχετε σπίτι-δουλειά, κάνα ποτάκι ή σινεμαδάκι, τα ψώνια απ' το σούπερ-μάρκετ και το παιδί από τα αγγλικά and that's all your life – and your bike's too – folks!

Κι όμως, λέω εγώ. Η Μοτοσυκλέττα ΔΕΝ είναι ΑΥΤΑ. Η μοτοσυκλέττα είναι για να σας πάει κάπου, και κύρια, ΠΕΡΑΝ αυτού. Το κάθε όχημα που στην ζωή σας κατέληξε, δεν ήλθε για να «τη βγάλετε» εσείς κοινώς, να περάσετε καλά μπέϊκα, μόρτικα και μοβόρικα κατά κόρον. Τα λογής και διαλογής Μέσα – είτε λέγονται τούτα λεφτά είτε παπάκια, είτε συγκοινωνία είτε επικοινωνία – είναι για να σας «βγάλουνε» κάπου και από εκεί, εσείς, αυτά, να εγκαταλείψετε – χαχαχα! (Σαν να σας βλέπω, σαν να σας βλέπω: μόλις κάνετε στο Nürburgring με την Corolla σας τον γύρο του κάτω απ' το 06:43.02 τής McLaren P1 LM δαφνοστεφόμενοι πρώτοι, αμέσως στο γκαράζ σας τηνε κλειδώνετε και ανεβαίνετε Ιμαλάϊα να συναντήσετε τον γκουρού σας, να πάτε με τον Βούδδα για ούζα.)

Χρόνια-τώρα-σειρά βλέπω κάτι «επώνυμους» να «τραβιούνται» ακόμα με τα «μηχανάκια» συνέχεια και τους λυπάται η ψυχή μου, αληθώς. Δεν συζητώ για του «χώρου» κουτάβια – και του πτωχευμένου ηλεκτρονικού χωριού γατιά πια – τούς τρανούς (τρομάρα τους και τρομάρα μας) μα για λάτρεις και ρέκτες τού δίκυκλου, ιδιοκτήτες και χρήστες κοινούς, συλλέκτες ή γραφιάδες, συνταξιούχους σαλιάρηδες και πιτσιρίκους ακράτητους, (τί και ποιά ονόματα να πρωτοβάλω εγώ και να βγάλω το τεμπέλικο-ελληνικό-παροιμιώδες «φίδι» απ' την προικώα του τρύπα με τα έμπειρα, μα γυμνά και γδαρμένα μου χέρια)! Θέλω να γελάσω με την δυστυχία τους, μα η αγάπη και η συμπόνοια δεν με αφήνουν. Θέλω να κλάψω για τα εξαρτημένα τα χάλια τους, μα η εθελούσια τύφλωσή τους, η κοπαδιαστή-μαντρωμένη ύπαρξή τους, η αυνανιστική-αυτοκτονική επανάληψή τους δίνει οριστικό τέλος σε όποια απόπειρα και προσπάθεια οδηγίας και συμβουλής, βοήθειας κι αρωγής, συμπαράστασης κι ενσυναίσθησης, φώτισης και ανάστασης ταυτοχρόνως. (Και είναι και κορδωμένοι χριστιανοί οι δυσπερίγραπτοι, καθώς λειώνουν στις Face-τσι-bookικές ευχές και μετά πλακώνονται στα αδερφίστικα τα θαψίματα από πίσω και από κάτω.)

Θα σπατουλάρω το κείμενο με τρία παραδείγματα κιόλας, έτσι ώστε εδώ μέσα ουδείς να αναγνωρίσει τον εαυτό του αφ' ενός κι αφ' ετέρου, εγώ να εικονογραφήσω σε επηρμένους κι αδιάφορους τί ακριβώς εννοώ και κεντάω. Και θα κατατάξω σε τρεις (3) κατηγορίες τα ατομάκια αυτά – μην ξεχνάμε ότι ομιλώ για ασχολούμενους με Οχήματα-Μέσα πάντα: 1/ Οι εκδότες οι προύχοντες, οι κεφαλές οι ινστρούχτορες, οι δασκάλοι οι πατριάρχες, 2/ Τα «παιδάκια» τους αυτωνών: Οι διευθυντές και στελέχια, οι νταραβεριτζήδες πομφόλυγες και ξερόλες άνευ-αγώνων, οι πρωταθλητές και παράγοντες, οι πληκτρολόγοι-μαντράδες οπαδών και τα κολλητάρια-ζυγούρια των αντιπροσωπειών και 3/ Η πλέμπα ο κόσμος, οι χρήστες διακινητές, οι καταναλωτές οι ατίθασοι και μηχανόβιοι ισοβίως αδέσποτοι, οι πελάτες και οι πληρώνοντες... μέχρι να «πατήσουνε σκαλοπάτι» κι ετούτοι.

Επειδή "I've been where I'm going" κι επειδή έχω διεξέλθει και πληρώσει επί χρόνια προκαταβολικά-εις ακέραιον-τοίς μετρητοίς σούμπιτη την γκάμα την μεροκαματιάρικα-κολλημένη αυτή «μπάντα των FM» όλη, ένα έχω να πω: αποτελεί την επιτομή τής έμβιας τραγωδίας άνθρωποι, να είναι κολλημένοι ΜΕ κι εξαρτημένοι ΑΠΟ τα αντικείμενα. Έγραφες κι έστησες εσύ ρε μεγάλε αδέκαστε ένα περιοδικάκι-και-μαγαζάκι; Γιατί πρέπει να σ' το πληρώσουμε αυτό και να σε πληρώνουμε εσέ, εμείς εσαεί; Αγωνίστηκες κι έτρεξες ρε καπάτσε συνέταιρε, κώλο πρόσφερες και γραφειάκι σού δώσανε, κατουρημένη ποδίτσα έγλειψες έτριψες και μικρόφωνο άρπαξες, ιντερνετική σελιδούλα μάς κρέμασες και φιλαράκια-πελατάκια συνέλαβες – γιατί τώρα πρέπει να σ' ακούμε να κορνάρεις και να διδάσκεις, να συμβουλεύεις να κατευθύνεις, να ορίζεις να διαχωρίζεις εμάς και αυτούς, ετούτους τούς άλλους, όλους και κανένανε τελικά; Αγόρασες και καβάλλησες ρε θεόπικρε κολλητέ ένα μηχανάκι, το γυαλίζεις το πλακώνεις, το βελτιώνεις και το τσιτώνεις, το κολλάς το πουλάς, φωτογραφίζεσαι κι από τούτο στηρίζεσαι – γιατί πρέπει να το μάθει κι ο τελευταίος Βουσμάνος ο πιο αραχτός Μαορί τί μερακλαντάν μάγκουρας είσαι, τί ανυπόταχτος επικίνδυνος, τί χεράς-πηδηχταράς-σιδεράς είσαι, κινητήρων διακορευτής μα αιδοίων καλησπερτζής και τελικώς σπρώχτης καρροτσίου των τέκνων;

Οι γελοίοι, πάντα για γέλια ήτανε, εκτός από την Ελλάδα. Όπου στην χώρα τούτη τής Κρίσης που ψηφίζει Τσίπρα, στην χώρα τούτη που «δεν υπάρχουν λεφτά» και κάνει υπουργό τον Σταθάκη των αδήλωτων 1,8 εκατομμυρίων ευρώ και 46 ακινήτων, στην χώρα ετούτη που όλοι βαράν ταττουάζ, αφήνουνε μούσι, καβαλλάν μηχανή και πάνε Ανάσταση την χριστιανική «φούντα» τους να ανάψουνε – με τιμές «Αρχηγού Κράτους», το κέρινο λαμπατέρ, οι «αριστεροί» ρε!; – στην χώρα ετούτη είναι ακριβώς που οι κατά-Γιαννόπουλο «ντενεκέδες ξεγάνωτοι» κάνουν την περισσότερη φασαρία. Και οπαδάκους μαζεύουνε, μαθητούληδες αλιεύουν, γόνους και απογόνους – οι στέρφες αυτοί – μπροστά στρώνουνε, για να πατήσουνε και να φανούνε οι ίδιοι! Πάντα και ες αεί. Και γιατί συμφωνώ με τον σχωρεμένο Γιαννόπουλο εγώ; Γιατί... «για τα λεφτά τα κάνεις όλα...» ο Αντύπας εσφράγισε τον ύμνο των εποχών που κυριολεκτικά «χεστήκαν στο τάληρο» τούτοι και μόλις πτωχεύσανε, τούς έμεινε η ακράτεια απ' τον πρωκτό τους ανεβασμένη στο στόμα! Όταν έγραφα εγώ είκοσι επτά (27) χρόνια πριν ότι «τούτοι ομιλούν ως εκ μισθού και συμφέροντος», πώς ο έρμος να φανταστώ ότι αυτοί θα συνέχιζαν να πέρδονται λεκτικώς, ακόμη κι όταν θα έχουνε φαληρίσει! Κυρίως επειδή έχουνε φαληρίσει! (Εμένα μού λέτε για «Φάληρα»; Το 'χουν το κομποδεματάκι τους τούτοι σιάξει κρυφά, όπως ΟΟΟΛΑΑΑ τα ελληνάκια που αντέχουν ΑΚΟΜΑ δέκα-χρόνια-κρίση σειρά – ας όψονται οι ευαίσθητοι που οπλίσανε τελικώς και οριστικώς το κάλβειον «χάλκεον χέρι βαρύ» κατά εαυτού. Αφού τομάρια αργασμένα οι αδιάφοροι-υπόλοιποι είναι.)

Επιστρέφω, επαναγεμίζω και ανθοβολώ.

Τα αντικείμενα, απλά ΜΕΣΑ είναι. Τα οχήματα είναι άψυχα πράγματα με κατασκευή και προορισμό να σε πάνε κάπου εσένα. Κι εκεί πλέον εσύ, τούτα ν' αφήσεις, να εγκαταλείψεις, να ελευθερώσεις – εδώ είναι το παροιμιώδες «ζουμί». Πέρασες κύριε βουδδιστή μοναχέ το γυναικάκι «αβρόχοις ποσί» από το ποτάμι; Τί μας σπας τούς όρχεις μετά περί βουδδιστικού όρκου αγνότητας και μας έχεις κάνει τσουρέκια, τα ρύζια; Την ακούμπησες την μις κλειτορίς στην απέναντι όχθη στεγνή; Γιατί λοιπόν έχεις εσύ αλειφτεί κατάμουτρα με τα κολπικά της υγρά και κορνάρεις πόσο κατακριτέα η πράξη τού «αχθόφορου» ηγούμενου – και όχι η πράξη Σου η γλυψιάρικα κολλημένη – είναι;

Ακούμπα επιτέλους ρε τρόμπα το «μηχανάκι» που σ' «έσιαξε», ακούμπα να ξεφουσκώσεις, που μιλάς συνεχώς για ν' αμολήσεις την πίεση που έχεις καργάρει! 'Ντάξ' και χαλάλι σου, πέντε φραγκάκια κονόμησες, βουλευτής έγινες, έδρα στο πανεπιστήμιο να σου δώσουμε, σε έχουμε πλειστάκις βραβεύσει – τώρα όμως «Ακούμπα τα μπαούλα Κούλα», ακούς; Η ζωή συνεχίζεται κι εσύ δεν λες να κατέβεις απ' το «όχημα» που σε έστησε, τυπογραφικό-ηλεκτρονικό «Μέσο» σού 'φτιαξε, πάλκο εξωτερικό σού 'δωσε, φωνή βρε αμόρφωτε-εσωτερικά σού επρόσφερε – τί να σου κάνουνε άλλο και οι μπαϊλντισμένοι χειροκροτητές σου;

Κατέχει-μοστράρει ο άλλος διακόσιες μοτοσυκλέττες και χίλια αυτοκίνητα κι έχει καταντήσει – στην χώρα όπου νομοθετούν ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΑ και ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ένας Δαρδούφας ένας Σπίρτζης – αντί να βγαίνει βόλτα αυτός, να τα βγάζει βόλτα ο ίδιος. Ως γιός τυροκόμου, ένα θα πω: Άμα τον τσομπάνη τονε βγάζουν βόλτα τα πρόβατα, τότε καμένος ψηφοφόρος Καμμένου είναι. Καμαρώνουν οι εύφορες πίκρες για ένα-λέει «36ωρο» π' οδηγάνε απανταχού τής Ελλάδος κι αναδεύει στον τάφο του ο Άρης Βελουχιώτης που ΗΔΗ και ΕΙΔΙΚΩΣ για τούτη την κάστα ανδρών μίλησε, προτού τον προδώσει το κόμμα, για να τον περάσει λεπίδι ο Βόϊδαρος! Ως σεισοπυγίδες εκλαμπρότατες μοστράρονται οι «κλασικάδες» που χειμωνιάτικα παίρνουνε και περνούν καβάλλα την μηχανολογική Προϊστορία ρολλάροντας επί χίλια χιλιόμετρα, και δώσ' τους μετά ατάκες κοκκόρικες και σιδηρόκωλους τσαμπουκάδες στα Μέσα Μαζικής Εξημέρωσης, μπας και το πόπολο δεν τρομάξει και δεν τούς αναγνωρίσει τί εκλεκτοί και πόσο χριστοί είναι ετούτοι!

(Επιτρέψτε μου, μα και να μη μου το επιτρέψετε, εγώ θα το στάξω.) Μια γενιά ολόκληρη μοτοσυκλεττιστών ή/και μηχανόβιων μεγάλωσα γράφοντας τόσα χρόνια ειλικρινώς και τζαμπέ, για να φτάσουμε εδώ ρε μαλάκες; Για να φτάσουν εδώ οι μαλάκες; Με αφορμή την Μοτοσυκλέττα – ως όχημα – κυριολεκτικώς κι ολοψυχικώς κέντησα, τί διαπιστώνοντας σχεδόν-τριάντα χρόνια αργότερα; Αυτό που 'χω γράψει στο βιβλίο μου «τα τρία μι»: «Ο άνθρωπος είχε τρεις χιλιάδες χρόνια άνετη διορία και τριακόσιους σοφούς ως οδηγούς για να κανονίσει ορθή πορεία, κι ορίστε πού βρίσκεται σήμερα»... and I rest here not only my case, not only my pen μα την ανάσα μου την ιδία. ("Saving my lung-power" όπως κλασικά και βαρετά συμπληρώνω εγώ, με την ατάκα τού Μίκυ Ρουρκ πάντα.)

Με ρωτάνε ελάχιστοι, γιατί δεν γράφω πια, για μοτοσυκλέττες. 1ον/ Ό,τι είχα να πω, το 'πα και με το παραπάνω, το παραμέσα, το περαιτέρω, έως σχεδόν το επέκεινα. 2ον/ Να κάτσω να γράψω ΞΑΝΑ, σήμερα, ΔΩΡΕΑΝ; Όταν έγραφα με τον γλίσχρο μισθό που μου έδιναν, το ΤΕΒΕ τους πλήρωνα, τις βενζίνες τούς πλήρωνα, τις μαλακίες τους πλήρωνα – να συνεχίσω σήμερα στην τρίτη-και-σοφή ηλικία μου να γράφω «παπάδες»... για παιδάκια που παπαδοπαίδια τούτοι τα κάνανε; Να κρατάνε στον Επιτάφιο λαμπαδίτσες και εξαπτέρυγα, την 25η Μάρτη σημαιούλες ταρατατζούμ στην παρέλαση και στις μοτομαζώξεις τις χύμα μπύρρες και την λογοδιάρροια, απλυσιά φούντας, ξερολιά τζαμπέ-κλοπής και παρεάκι-über alles; 3ον/ Στην ζωή οι Πολεμικές Τέχνες, ένα μού μάθανε: να ξέρεις πότε να «φεύγεις» ν' αναχωρείς, ν' αφήνεις τούς επόμενους φρέσκους να λιάζονται να ακκίζονται, να φάνε κι ετούτοι τις εκπαιδευτικές μάπες τους, αφού για σπερματεγχύτες (sic) τελικώς προορίζονται και σε τούτο αποτυγχάνουν οικτρώς. Και 4ον/ Τί κάνει το πόπολο; Ε μάγκα μου, ΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΕΣΥ ΚΑΝΕ εάν θέλεις τον εαυτό σου να εύρεις. Μα επειδή εσύ ΜΟΝΟΝ τον εαυτό σου ΔΕΝ θέλεις να βρεις – και γι' αυτό εξακολουθείς να σέρνεσαι μεσούσης τής πιάτσας, αυτοκοροϊδευόμενος πάντα – τί θες κι επιμένεις εμάς να μας πεις;

Εμείς, όσοι και όποιοι εμείς, το «ακουμπήσαμε» ρε αμειβόμενε-πρέζακα το «μηχανάκι». Το καβαλλήσαμε, το οδηγήσαμε; Μας έφερε εδώ, μάς πήγε εκεί; Είδαμε τούτο, κάναμε κείνο; Ε, κάποια στιγμή ξεπεζέψαμε κι όχι γιατί έχουμε μελετήσει τον εξαίρετο δον Κιχώτη τού πρωτοπόρου Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέρδα. Το αφήσαμε αφού «στην απέναντι όχθη» μάς πέρασε, στην επόμενη «πίστα» τού – πραγματικού και ουχί ηλεκτρονικού – παιχνιδιού τής ζωής τούτο μάς ξέρασε, το δεχτήκαμε ασμένως και ταπεινά τούτο. Τί είπα ευθύς εξ αρχής; ΕΝΑ ΜΕΣΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΧΗΜΑ, και όχι για να σε κάνει την προσωπική πουτανίτσα του, την ώρα που σε πλασσάρει για πορνοβοσκό του. (Έστω κι αν ακόμα σού δίνει τρανό μεροκάματο αυτό.) Έκανες την δουλειά σου ή την δουλίτσα σου, (αναλόγως πόσο κύριος ή πόσο κίναιδος είσαι); Τέλος λοιπόν, ξεκούρασέ το ή πούλα το, βάλε το στο σαλόνι σου ή κράτα το ως μέσο μεταφοράς σου – όόόλα όμως τα υπόλοιπα, επειδή εσύ τα έχεις βάλει ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ στον πωπούλη σου, θες να μας κρύψεις την πομπή σου αυτή με το στόμα; Με τα λογάκια τα ουσιαστικώς ζητιανιάρικα και φτηνιάρικα, τα παραλοϊσμένα σαλιάρικα, τα βαρετά και σιχτιρισμένα;

Τί πάντοτε επιμένω – και θα επιμένω – να λέω; Δεν θα «κριθείς» απ' το τί ΚΑΠΟΤΕ έκανες, μα θα ζυγιστείς απ' το τί ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΣΟΥ κάνεις. Γέρασες μωρή σαλτσόγρια κι έφτασες να τραυλίζεις; Κρύψου και άραξε, μην γελοιοποιείσαι. Τα 'χασες όλα ρε χοληστερινικέ επενδυτή και χασισωμένε εντρεπρενούρ, σαλταρισμένε νταραβεριτζή και λιμασμένε συλλέκτη, στραγγαλιστή κάτοχε και διακινητή ασυγκράτητε, περίγελω πρόεδρε κι αποτυχημένε μηχανολόγε; «Ερημοσπίτης» με λογαριασμούς στο κράτος των Ελβετών δεν κολλάει δεν γίνεται, «κατούρα και λίγο» να σου πέσει η πίεση, μπας και δεις ότι ersatz ζωή μια ολόκληρη ζωή έκανες και δεν δύνασαι τώρα ούτε αξιοπρεπώς να αυτοκτονήσεις. Για τα πιτσιρίκια τα τζόβενα, τους φρέσκους τούς λυσσασμένους, τους επόμενους αδοκίμαστους, τούς μανιασμένους ώστε κι αυτοί να φτιαχτούν – τώρα όχι μόνο προφυλακτικό δεν υπάρχει, αλλά ούτε σάλιο καν, ακόμη και το στοιχειώδες αιδοίο έχει γίνει μια θυρίδα στεγνή και στυγνή σήμερα. Τραπεζική βέβαια, όπου μπαίνουνε αποκλειστικώς τιμαλφή και όχι μια σάρκινη σχισμή να τηνε σκίζεις στο στρώμα εσύ – με κατάλαβες όμπρε μου γιατί τίποτε άλλο δεν πρόκειται ποτέ να σου γράψω;

Ρε τί τον Βουδδισμό έχω επιστρατεύσει εγώ – τζίφος. Τί για τον Ανδρέα Παπανδρέου έγραψα και την «Χλαίνη» τού «Ελένης νήσος» εμνημόνευσα – χου γκιβς ε φακ. Ο κρεμασμένος – από όχημα ή λεφτά, λόγια ή μέσα – ΑΥΤΟ έχει ως αποστολή και προορισμό, και ποιός είμαι εγώ τον «σταυρό» του ως αμειβόμενο λάβαρο να του στερήσω; (Αφού οι ολόϊδιοι μαλάκες μ' αυτόν, τον χειροκροτάνε καθώς ρετάρει και βασανίζεται, παρελαύνει κι ακκίζεται, ψοφάει και ρεύεται κιόλας.) Κανείς δεν ακούει κανέναν και άριστα πράττει γι' αυτό, έτσι η ζωή προχωρά και δεν νοιάζεται τούτη για λάθος-σωστό, θεούς ή ρεμάλια. Η ζωή, την ζωή της κάνει αυτή κι αν μπορέσεις να ζήσεις εσύ την δική σου όπως θες, μην την διασύρεις αυτήν και μην τον διασύρεις εσύ τον εαυτό σου προ πάντων. Γι' ΑΥΤΟ οι καθρέπτες εφευρεθήκανε: Για «να λογαριάσουμε καταπού προχωρούμε» που λέει ο ποιητής, μα εσύ τον έχεις στρίψει τον καθρέφτη στραβά ώστε να παρακολουθείς καταπού ΟΙ ΑΛΛΟΙ το πάνε, σε πάνε. Και εκεί να πας ΚΑΙ εσύ. Στον χαμό σου που σού τον κρύβουνε, στον χαμό τους που θες να ξεχάσεις.

Και κάτι τελευταίο. Γιατί ωρέ τρόμπες ανεξάντλητοι και ξετάπωτοι, δίδεται η σύνταξη, μετά μια ζωή 37-ετών-πια εργασίας; Για να κάνετε τα ίδια που κάνατε εργαζόμενοι-μιά ζωή; Εδώ «οι μαλάκες» Αμερικάνοι μόλις πάρουν την μέτρια σύνταξη – που όχι-άπαντες παίρνουν – τραβάνε για Φλόριντα και στον ήλιο αράζουν και δεν ενοχλούν, ακινητούν και πεθαίνουν. Εδώ όμως στο υποψήφιο προτεκτοράτο τού Ερντογκάν, οι συνταξιούχοι συνεχίζουνε να τον παίζουνε και να το παίζουνε (ό,τι πλέον ΔΕΝ είναι), λες και τους σηκώνεται ακόμα. Γιατί ο πιο τσαμπουκάς στην ελληνική κοινωνία είναι ο συνταξιούχος, ΑΚΡΙΒΩΣ. Κι έτσι κάνει ό,τι θέλει ΑΥΤΟΣ, όχι μόνο γιατί είναι ο μόνος που σίγουρα φράγκα πια έχει, αλλά έτσι και κάτσει η σωστή η στραβή, ένα θα πει και θα συμφωνήσουνε άπαντες: «σεβάσου ρε τα άσπρα του μαλλιά» – ποιανού μάλιστα, αυτού που τα βάφει!

«Δώσε τόπο στην οργή» σού λέει το πουστοελληνάκι. (Και πούστης κατ' εμέ είναι αυτός-ακριβώς που συμποσεί εκπροσωπεί και δηλοί κυριολεκτικά το ελληνικόν «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας», αδιαφορώντας για όλα και όλους - σε μια λέξη, Κωστόπουλος δηλαδή.) Κι απ' τον πολύ τόπο που έχει αποκτήσει στην Ελλάδα η οργή, δεν έχει μείνει χώρος για κανέναν Έλληνα να υπάρξει, να ζήσει. (ΑΥΤΟ είναι επιτόπιο "brain-drain" μάγκα μου, και δεν ανέμενα εγώ αριστερούς τύπου Ανδρουλάκη και μαγκάκια τύπου «γκόου μπακ μαντάμ Μέρκελ» απόδειξη, τιμολόγιο ή δελτίο αποστολής να μου κόψουν.) Απλώς εδώ και καιρό εμπέδωσα τού κυνικού Μένιππου το ρητό ότι «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος» και στην Ελλάδα είναι «οι έχοντες» που αληθώς-εντελώς «μία δεν έχουν»! Τέλος. (Πάντοτε αυτό υποψιαζόμουνα, μα έπρεπε και εγώ τα υποχρεωτικά, λασπωμένα και ματωμένα χιλιόμετρά μου να μετρήσω πικρά, να συγγράψω για τούτα ειλικρινά κρυφά και λαμπρά, ώστε ν' αποφοιτήσω και να εξέλθω. Του ελληνικού «μαγαζιού» που ΑΥΤΟΣ ο έλληνας έχει σιάξει, ώστε μπουρδέλλο για ξεμπούκωμα και τράπεζα γι' αρπαχτές να 'χει, πάλκο για τους σοροπιαστούς αμανέδες του και κοντάκιο νανουρίσματος ως προΰπνιο γάλα, πρέζα ενύπνια και βιάγκρα ουδέποτε-αφύπνισης ισόβια να ντηλάρει.

Γειά σας. (Και την επόμενη φορά που το μηχανάκι σας θα καβαλλήσετε, αναρωτηθείτε και θυμηθείτε.)

 


 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2017

Διαβάστηκε 316 φορές Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018 15:55