Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Κατάθλιψη: August Ames και Bruce Springsteen. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)

 

Στο ακόμα-ζωντανό παιδί μέσα μου

 

This is no small stuff, shit either. (Και ξεκινάω με αγγλικά, για να τιμήσω τις δυό μόλις-αναφερθείσες μορφές, καναδέζα κι αμερικάνον.) Για όσους τον δεύτερο δεν τον γνωρίζουνε, δεν χρειάζεται κουβέντα να πω παραπάνω. O "Boss"είναι απλώς ΕΝΑΣ, αφού μέχρι κι ο Ομπάμα το δήλωσε: «Μπορεί εγώ να είμαι ο Πρόεδρος, μα αυτός είναι Tο Αφεντικό κι ετούτο τα λέει όλα». Για την πρώτη, εκείνοι που την γνωρίζουν βιογραφικό δεν χρειάζονται, κι εκείνοι που δεν την ξέρουνε, περιττεύει οποιαδήποτε σύσταση πλέον. Για δυό λόγους: 1ον/ διότι πρόκειται περί πορνοστάρ και 2ον/ διότι πρόκειται περί πεθαμένης.


Ας ξεκινήσω λοιπόν το κείμενό μου αυτό - ακόμη ένα ξεχωριστό κι ιδιαίτερο, πρωτότυπο δύσκολο, λεπτό πονεμένο. Εξομολογητικό κοφτερό, τολμηρό ριζοσπαστικό, μοναδικό και προχωρημένο. (Τί να κάνουμε hombres μου, δεν γράφουμε όλοι στην LIFO ή στην Athensvoice, στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ή στο Indymedia. Τί να κάνω raza μου, δεν είμαι συγγραφέας «εκδιδόμενος» και «σπρωχνόμενος», γλάστρα των καναλιών και του περιστύλιου μισθωτός, τσαμπουκάς εκ του ασφαλούς και νταραβεριτζής επί παντός τού επιστητού – 'nough said όμως.)



Θ' αρχίσω από την Γυναίκα φυσικά, απ' την θεά ετούτη την καναδέζα ατέλειωτη, (εγώ που επαίρομαι ότι κάποτε υπήρξα «Πρόξενος του καναδικού σεξ στην Κυψέλη»... χαχαχα!) Η August Ames ήταν ακόμη-μία κουκλάρα που στα «δίχτυα» τής τσοντοβιομηχανίας επέπεσε, διακόσιες εβδομήντα ταινίες – μόλις σε τέσσερα χρονάκια – φιλμάρησε και αυτοκτόνησε πριν μερικές μέρες. Αυτή η γυναικάρα-μωρό, με τις χειλάρες της όχθες τού Νείλου καυτές, τις ποδάρες της γαζέλλας θρεμένης στην ανηφόρα, τις σιλικονούχες βυζάρες της δύσπνοια να μας φέρνουν εμάς και τις δύο ματάρες της να ρίχνουν τις ασφάλειες τής ΔΕΗ σε Μεγαλόπολη και Πτολεμαΐδα. Αυτό το εικοσάχρονο-καί μωρό με την κυματοειδή την κορμάρα που με φόρα και άγνοια έπεσε πάνω στον βουβωνικό λειμώνα με τα κάθετα πέη, αυτή η καναδέζικη σάρκινη δρυς που έπλευσε και επέπλευσε λιμνών ίδρωτα και πελάγων σπέρματος, αυτός ο θηλυκός άνθρωπος που το δύσκολο τούτο επάγγελμα-αποστολή-διακόνημα επέλεξε και το έφερε με χαμόγελο εις πέρας... είχε κατάθλιψη! (Όποιος πεταχτεί κι απορήσει, και ρωτήσει μάλιστα «μα πώς είναι αυτό δυνατόν;», δώστε του ρε μια θέση στρατηγικού συμβούλου δίπλα στον πραγματικό τον πρωθυπουργό, που λέγεται Νίκος Καρανίκας.)


Και θα κλείσω με το Αφεντικό φυσικά, με τον μοναδικό τραγουδιστή – και προς Θεού, όχι «τραγουδοποιό» καταπώς στην Ελλαδίτσα μας λένε, για να κολλάν ένσημα Θηβαίοι και Πασχαλίδηδες, Τσακνήδες Δεληβοριάδες – αυτόν που κοντά-πενήντα χρόνια έχει γράψει τα άπαντα, έχει τραγουδήσει τ' ασύλληπτα και έχει ανατινάξει στάδια, φεστιβάλ, θέατρα και μπαράκια. Ο Bruce Springsteen με την εμβληματική Fender του να μισοκαλύπτει ένα κορμάκι αδύνατο, κάτι μπρατσάκια που γεμίσανε μούσκουλα κάποτε (και μετά πέσαν στην αγκαλιά τής κυρίας Scialfa), κάτι ποδαράκια που ακόμη για καμμιά-κοσαριά χρόνια θ' αντέχουνε και με μία φωνάρα βραχνή λυρική να σου κόβει τα σπλάχνα στα δυό, κι εσύ να μην βγάζεις καν άχνα. Και όμως: αυτός ο επικός καλλιτέχνης... έχει κατάθλιψη! (Όποιος πεταχτεί κι απορήσει, και ρωτήσει μάλιστα «υπάρχει θεός;», δώστε του ρε μια θέση οικονομικού συμβούλου δίπλα στον πραγματικό υπουργό Οικονομικών, που λέγεται Γιάνης – «ξεπετάω τρία σετ ογδοντάρια κοιλιακούς, μέχρι ν' ανάψω τον θερμοσίφωνα» – Βαρουφάκης.



Ας πάμε στα προσωπικά, και δη στα σκληρά τώρα.


Ξέρω για ποιό πράγμα μιλώ, όταν για κατάθλιψη γράφω. Της ψυχής μου κομμάτια τής λείπουνε, της καρδιάς μου τα ελλενίτ κρέμονται χάρβαλα στον αέρα, του μυαλού μου μερικά γκρεμισμένα παράθυρα θα χτυποκοπανιούνται για πάντα. Οι αρθρώσεις μου πολλές φορές το πρωί αρνούνται να με υπακούσουν κι απ' το κρεββάτι να με σηκώσουνε, τα χέρια μου μαγκώνουν καμμιά φορά και δεν ανοίγουν πεισματικά, τα δοντάκια μου ραγάδες έχουνε αποκτήσει απ' το σφίξιμο κι αν μασέλα πυγμαχική δεν φορούσα στην άσκηση, θα τα 'χα προσθέσει ως τρίμμα στην παρμεζάνα. Τα μάτια μου να θέλουν να κλάψουνε να ξεσπάσουνε και να μην βρίσκουν ΜΊΑ-σταγόνα-ΚΑΜΜΙΆ στο ντεπόζιτο, οι ρυτίδες μου να βαθαίνουν και να μην έχουνε τελειωμό κι ο προστάτης μου να μανουριάζει κάθε φορά που τον καλώ την δουλειά του να κάνει: είτε αυτή πρόκειται ενώπιον λεκάνης αποχωρητήριου να συμβεί, είτε εντός ορθανοίχτου αιδοίου να τιναχτεί – τί άλλο να γράφω εγώ και να μουδιάζετε εσείς και να δυσανασχετείτε;


Εάν θα ήθελα να ονομάσω, να σημειώσω και να καταδείξω την χειρότερη και συνάμα σκληρότερη «ασθένεια» των ανθρώπων - την Μεγάλη τούτην Ιέρεια και Δούλη στην βιτρίνα θα έσπρωχνα, στης βράβευσης το πάλκο θ' ανέβαζα, στο κόκκινο χαλί των επίσημων εκδηλώσεων θα εξέθετα ώστε οι φωτογράφοι να κάψουν τις μηχανές τους. Εάν θα ήθελα να δηλώσω ποιά είναι η φονικότερη και εξευτελιστικότερη (sic) «ασθένεια» τού αιώνα μας και του κάθε λεπτού μας, τούτην την Πάνμικρη Θεά και Πόρνη ταυτόχρονα ως επικεφαλίδα θα έβαζα, στις λίστες τού Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας θα κάρφωνα, στα νεκροταφεία τού πλανήτη ολόκληρου μια εικονίτσα της φωτεινή θ' άναβα κάθε βράδυ. Και εάν ένα λαχείο στην ζωή μου κι εγώ να κερδίσω θα ήθελα, απ' τον Ύψιστο και τον Σατανά, τον Βούδδα και τον Μωάμεθ, τον Ιησού και τον Μωϋσή θα ζητούσα την κατάθλιψη να πάρω κάποια στιγμή αγκαλιά... κι ας με πάρει μαζί της. (Αυτό, θα το συμπληρώσω και αναπτύξω, θα το εξηγήσω κι ορίσω πιο κάτω, για να μη μου λακίσετε απ' το διάβασμα κιόλας.)


«Να σας κάνω μια ερώτηση;» που λέει ένα παλικάρι εκεί στην Καλλιθέα του, στης ταράτσας το δώμα του, στην φλύαρη σιωπή την δική του. Είναι δυνατόν να είσαι ΑΥΤΗ η γυναικάρα, και να έχεις κατάθλιψη; (Κάποια μαλακία ο κύριος που «τα πάντα εν σοφία εποίησε» έκανε, κι έκτοτε τον ψωνίζουν και τον ψάλλουνε κάποια δισ. συμπολίτες μας.) Είναι δυνατόν να είσαι ΑΥΤΟΣ ο τραγουδισταράς, και να έχεις κατάθλιψη; (Κάποια μαλακία οι κύριοι «γιατρέ μου, θα ζήσω;» κάνουνε, κι έκτοτε οι φαρμακοβιομηχανίες έχουνε τοξινώσει κάποια δισ. συμπολίτες μας.) Ναι βρε, ο ΚΑΘΕΝΑΣ είναι ΔΥΝΑΤΟΝ να πάθει ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ, και όταν το διαπιστώσει αυτό – εάν σταθεί τυχερός και το διαπιστώσει αυτό – δεν μπορεί να πιστέψει τί κατάρα τού έλαχε τότε. Μπροστά της ο καρκίνος είναι μαρτύριο μέγα μα εξωτερικό, το πάρκινσον σε στέλνει ντουγρού φραπέδες επιτυχώς να χτυπάς, το αλτζχάϊμερ σε κλειδώνει σε μια ροδάτη καρέκλα να κοιτάς τα κατρουλιά σου να τρέχουνε – η πικρή όσο κι αισχρή λίστα αυτή να τελειώσει δεν λέει.


It's NOT that shit happens, (που δεν λένε οι Αμερικάνοι). 'Cause THIS is NΟΤ shit, not even death himself και τα γράφω αγγλικά, μπας και σταματήσω να γράφω. Κατ' εμέ που κάποτε στην κατάθλιψη βούλιαξα, και με τύλιξε μ' έπνιξε, με σακάτεψε με πετσόκοψε, με τυράννισε και με ξέβρασε – εάν δεν υπήρχε ο μέντοράς μου που λέγεται Αντώνης Πετροχελίδονος, ο βράχος που λέγεται Αμοργός, ο γλυκύτατος Osho ως οδηγός, το σκληρό Zen ως ατραπός και η αδέσποτη Μοίρα που μου επιφυλάσσει πανηγυρικά μαρτύρια ακόμα, η κατάθλιψη θα με είχε αφανίσει προ πολλού, μιά για πάντα. (Γιατί μόνον όποιος έχει κοιτάξει γεμάτη θαλάμη πιστολιού κατάματα, γνωρίζει πόσο άδεια είναι η ζωή και πόσο πιο άδειος ο θάνατος είναι.) Η κατάθλιψη – ας το τολμήσω εδώ, μπας και ισιώσουν οι τρίχες γιατρών και δικαστικών – είναι σαν την πρέζα: κολλάει όχι επάνω σου μα μέσα βαθιά, συνεχώς σού ζητάει προσοχή και λεφτά, ποικιλία και αλλαγή, ασυδοσία και αλητεία, αραλίκι και σπηνταρισιά, ό,τι θέλει. Δεν ξέρεις τί θέλεις εσύ, εκτός από ένα: δεν θες τίποτα. Τίποτα δεν αξίζει και τίποτα δεν υπάρχει για σένα εδώ, κανένας για σένα δεν νοιάζεται και εάν ίσως κάποιος βρεθεί... ποιός σηκώνεται ρε μαλάκα να φορέσει μια κάλτσα, να κάνει ένα μπάνιο, ν' ανοίξει την πόρτα να βγει; (Ένας μακρινός μου γνωστός κατουρούσε επί εβδομάδες σε ντενεκάκι κάτω από το κρεββάτι του και δεν τ' άδειαζε τούτο, μα στην σειρά ένα άλλο καινούργιο έβαζε, μόνο για χέσιμο πήγαινε στον νιπτήρα. Της κουζίνας. Και μέσα στην κατσαρόλα του φυσικά τα 'κανε - κι εσείς μην γελάτε και μην στραβομουτσουνιάζετε, διότι ΟΛΟΙ γνωρίζετε ότι όταν η ΟΠΟΙΑ ασθένεια χτυπήσει τον άνθρωπο, ΤΟΤΕ δεν λύονται απλώς αλλά καταλύονται ολικώς και ολοσχερώς πάσες οι φρένες. Και η λογική. Κι η ζωή πάντα.)


(Θα μείνω στην δυσώδη γειτονιά τούτη λιγάκι.) Δεν είμαι γιατρός, μα η κατάθλιψη είναι η μόνη αρρώστια που απλώς δεν γιατρεύεται. Και σε σκοτώνει. Αργά, εν ζωή, βασανιστικά. Πανταχόθεν, εσωτερικά και βαθιά, εξωτερικά κι επιφανειακά – σε σμπαραλιάζει μ' έναν τρόπο μοναδικό κι άϋλο, αδιόρατο κι όμως σφαγιαστικό, παραναλωματικό κι όμως σωσσίβιο ή πυροσβεστήρας γι' αυτήν δεν υπάρχει. (Και μην πεταχτεί κανείς και μιλήσει για φάρμακα, γιατί δυό πράγματα θα πω μόνο: 1ον/ τα φάρμακα κάνουν δουλειά, αλλά για την κυρία Κοινωνία που θέλει να κρατήσει τους ανθρώπους-υπαλλήλους της σταθερά και 2ον/ τα φάρμακα δεν κάνουν δουλειά, για τον απλό Άνθρωπο που θέλει να κρατήσει τον εαυτό του σταθερό – καπίσι αμίτσι μιέϊ ή να βγάλω το καπίστρι πια;) Η κατάθλιψη κατ' εμέ δεν γιατρεύεται, γιατί σαν το γλαύκωμα και τον καρκίνο είναι: η Δυτική Ιατρική ΔΕΝ γνωρίζει ΤΙΠΟΤΑ-για αυτά-ΤΩΡΑ κι ας μην το παραδέχεται, κι ας το 'χει ρίξει επιτυχώς στην χημεία. Και εικονογραφώ: 1/ Όταν η σύζυγος τού Μεγάλου Μπρους σιόρα Σκιάλφα σέρνει ολόκληρο «Αφεντικό» στον γιατρό, επιγραμματικά λέγοντάς του "This man needs a pill" (!!!, τα θαυμαστικά δικά μου) – κύριοι και κυρίες και καθόλου παιδιά, το έργο τής ζωής έχει τελειώσει, ο καθείς ας κάνει τις σκέψεις του και την διαθήκη του εγκαίρως ας υπογράψει, 2/ Όταν το αυγουστιάτικο αυτό θηλυκό που στάζει βιομηχανική καύλα, μοιράζει αβέρτα σεξουαλικά ορθοστατικά, ξετινάζει όρχεις κι επινεφρίδια πάει και κόβει τις φλέβες του, κρεμιέται απ' τον πολυέλαιο ή ανοίγει τής κουζίνας το γκάζι – κυρίες και κύριοι και καθόλου παιδιά, έχει τελειώσει και του θάνατου το εργόχειρο, ο καθείς ας λάβει τα μέτρα του και ας πάει στο Άγιον Όρος ή στην πλατεία Βάθη.



Όταν μία λαμπρή τσοντού (τί χυδαία μα ειλικρινής λέξη) κι ένας εκλεκτός τραγουδιστής (τί χρησιμοποιημένη μα τίμια λέξη) βαράνε από μια βαρβάτη κατάθλιψη, και η μία αυτοκτονεί τάχαμου λόγω gaybullying, ο δε άλλος επιζεί λόγω συμβολαίων και συζύγου, μουσικής βιομηχανίας και εμμονικής δημιουργικότητας – τότε «κατάθλιψη rules the world» κι ό,τι κι αν πείτε, φυσικά άδικο θα 'χετε, γιατί κατάθλιψη σεις δεν έχετε, οπότε δεν γνωρίζετε για ποιό πράγμα μιλάτε. Και το καρφώνω εδώ: ΟΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ, ΟΛΟΙ ΜΑ ΟΛΟΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ – απλώς δεν το γνωρίζουνε οι πολλοί, οι υπόλοιποι δεν έχουν λόγο να το γνωρίσουνε και οι τελευταίοι ελάχιστοι, τον ύπνο τού ασχέτου δικαίου προφασίζονται. Και προσπορίζονται. Και υγιής να έχεις εσύ γεννηθεί – λέμε τώρα καμμιά μαλακία να σπάει η εγκυρότητα κι επισημότητα τού ανυπέρβλητου κειμένου μου τούτου – γνωρίζεις ρε μάγκα μου άμα η γιαγιούλα σου δεν είχε κόψει τις κοτσιδούλες της... και τις είχε φάει; (Όταν δεν της δώσανε τον Κίτσο τον λεβέντη τον αρχιληστή που 'θελε, αλλά τής δώσανε τον κυρ-Παντελή τον μπακάλη τον μεγαλέμπορα που δεν ήθελε τούτη;) Γνωρίζεις κουκλίτσα μου αν ο προπάππος σου - που σύσσωμο το πουστόσογο καμαρώνει στο κάδρο του μέσα - για δυό χρόνια απ' την στάνη του χάθηκε, καθώς «λένε» ότι είχε «παραλοΐσει», καθώς μιλούσε τής πανσελήνου μεσημεριάτικα και βέλαζε σαν τον λύκο; (Όταν δεν του δώσανε τα δέκα προβατάκια που ζήτησε να κουτσοπορευτεί κι αυτός ο ερίφης, αλλά τον κάμανε προεστό τού χωριού, δήμαρχο τής κοινότητας, βουλευτή τού νομού, υπουργό τής κυβέρνησης και παρ' ολίγον πρωθυπουργό αν τονε θέλαν οι φλωροκατσαπλιάδες οι Άγγλοι;)


Ντάνης strikes back, with an underhand cut, that is unexpected and lethal. (To αγγλικό μου το θυμάμαι και το πετώ πού-και-πού, ώστε ν' απομακρυνθούν του Κολλέγιου τα βλαχαδερά και να μαζωχτούνε τα κυρίζια των Εξαρχείων.) Η ψυχή τού ανθρώπου κρύβει τα τραύματά της βαθιά, τις πληγές της βαθύτερα, τις ουλές της ακόμη πιο βαθιά, και τις αναμνήσεις για πάντα. Καθώς δεν υπάρχει άνθρωπος δίχως τραυματισμό (αφού γεννιέται με βία), δεν υπάρχει κορμί δίχως εφελκίδα (αφού ζει με τα ψέμματα), δεν υπάρχει ψυχή άνευ πόνου (αφού όλα πάλλονται και κυκλοφορούν στην ζωή, συμβαίνουν και χάνονται, γράφονται μα δεν διαγράφονται, λογιστικώς μεταφέρονται και διψούν για την λύση και λύτρωση πάντα.)


Κι όμως. Η August Ames, αυτή η επαγγελματίας γυναικάρα συνεθλίβη από το μέσα της και όχι απ' τις στρατιές των ανδρών – και των γυναικών – που την πιλατέψαν, όσο δεν παίρνει ούτε παίζεται άλλο. Ο Bruce Springsteen, αυτός ο επαγγελματίας τραγουδισταράς συνθλίβεται απ' το μέσα του και όχι απ' τις στρατιές των θαυμαστών – αντρών και γυναικών – που τον αποθεώνουν, όσο δεν παίρνει ούτε παίζεται άλλο. Πώς είναι δυνατόν δυό τόσο όμορφοι λαμπεροί, πετυχημένοι και ζηλευτοί - μα ΤΟΣΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ άνθρωποι - να πάσχουνε απ' το ΙΔΙΟ σαράκι; (Απαντώ μ' ένα naname-giri, ένα διαγώνιο κόψιμο που μπερδεύει κι ανοίγει ταυτόχρονα, εξηγεί και γιατρεύει συνάμα.) Εμ γι' αυτό υπάρχει η Ομοιοπαθητική, που σε κάθε «ασθενή» δίνει θεραπεία – και όχι «φάρμακο» – διαφορετικό, ακόμη και εάν η πάθηση ή «αρρώστια» είναι ολόϊδια για όλους. Το πρόβλημα το σαράκι, ο ρουφιάνος το κέρατο, ο οξαποδώ το χτικιό – όπως θέλετε ονομάστε το, μα η κατάθλιψη οργώνει κορμιά και γονατίζει ψυχές, σαπίζει υπάρξεις και θερίζει ζωές κι όλα ετούτα δίπλα μας δίπλα σας, μέρα μεσημέρι και με ήλιο στο Σύνταγμα, καραμεσάνυχτα στου Λος Άντζελες τις επαύλεις, ή χαράματα στις λασποκαλύβες τής Ντάκα.


Death – and taxes, μην ξεχνάτε – is NΟΤ the great equalizer, κι αφήστε την Μποφίλιου να κάνει μπικίνι στου Τρότσκυ το γένι. Η κατάθλιψη αγαπητοί είναι ο μόνος οδοστρωτήρας κομμουνιστής, και δεν χρησιμοποιείται για να φτιάχνει αυτός δρόμους! Είναι παρκαρισμένος – για όσους τον ξέρουνε και μπορούν να τον βλέπουνε – απ' τα μαιευτήρια κιόλας απ' έξω και μαρσάρει γλυκά πονηρά, αθώα και παιχνιδιάρικα, τα φρέσκα βρέφη να μην τα ξυπνήσει. Η κατάθλιψη αγαπητές είναι ο μέγας εξισωτής καπιταλιστής, ισορροπιστής αδιάφορος κι επαγγελματίας πολυσυλλέκτης και ΑΠ' ΟΛΟΥΣ μερτικό θα βγάλει αυτός, ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ τονίζω. Γιατί διαθέτει ένα DNAϊκό μυστικό: ουδείς ακόμη γνωρίζει πώς η κατάθλιψη χτίζεται πραγματώνεται, συντίθεται γιγαντώνεται, στα νυχάκια της σε αρπάζει - κι εσένα στην αρχή σού σηκώνεται κι όταν τούτα σε ξεσκίσουν βαθιά, εσένα εξακολουθεί να σου μένει σε έπαρση κι ας έχει εξέλθει κι η υστάτη ανάσα σου τότε. Απλούστατα γιατί – τώρα θα το πω μόνον εγώ, και μόνον εδώ – η κατάθλιψη είναι η κάλπικη(1) και πούστικη(2) νίκη των άλλων, μέσα σου. Κατάθλιψη – κατ' εμέ – ονομάζεται και είναι η Κοινωνία που σε κανοναρχεί από μέσα σου κι εσύ εκπαιδευμένος κατάλληλα, χύνεις να την πιστεύεις και ψοφάς για να την υπηρετείς, ακόμη κι όταν στον τάφο τούτη καταγαμημένην ή πολυβραβευμένον σε στέλνει.



Να σας κάνω ακόμη μία, αλλά ΠΡΩΤΑΚΟΥΣΤΗ και ΑΛΛΗ ερώτηση; (Εγώ το ρωτάω αυτό.) Έχει πεθάνει ρε κανένας τρελλός, από κατάθλιψη, έβερ; Άμα έχεις σαλτάρει κανονικά, τους τα 'χεις φτύσει στα μούτρα οριστικά, έχεις αρνηθεί πια να είσαι είς αριθμός, ένας πολίτης σωστός και σύζυγος συγγνωστός, εργάτης πιστός και αρσενικός παραγωγικός κι έχεις αυτοπεταχτεί στης κοινωνίας τον ΧΥΤΑ – παίζει να έχεις κατάθλιψη; Μπορεί να παραμιλάς – ναι, μα κι ο Φαρμάκης παραμιλούσε στην Ελευσίνα μαζεύοντας μάρμαρα σπασμένα και πεταμένα, και τον έκανε ο Φίλιππος Κουτσαφτής ταινία του, την εξαίρετη «Αγέλαστο πέτρα». (Ήταν δυνατόν να έπασχε από κατάθλιψη, μπροστά και πάνω και κάτω από τόσα προβλήματα που είχε και δεν είχε;) Μπορεί από ετών πολλών να 'χεις κλειστεί σπίτι σου – ναι, μα κι ο μέντοράς μου Αντώνης Πετροχελίδονος κλεισμένος στον κυψελιώτικο τάφο του εδώ κι 25 χρόνια βρίσκεται, τρώγοντας ψωμοτύρι μια φορά την ημέρα και γκρεμίζοντας-χτίζοντας την μάντρα του συνεχώς, και τον έθεσα εγώ ως βαρκάρη και ήρωα στα δυό τελευταία βιβλία μου: το εκρηκτικότατο «Ελένης νήσος» και το επαναστατικότατο «τα τρία μι». (Είναι δυνατόν να πάσχει από κατάθλιψη με μία απόπειρα εμπρησμού, δυό απόπειρες εγκλήματος, τρεις απόπειρες αυτοκτονίας πίσω του που είχε και δεν έχει;) Τί απλό, σύνθετα προ-σπαθάω να πω; Το κλειδί έχει αφαιρεθεί από την ανθρώπινη και αθώα ψυχή, και έχει παραδοθεί στην κοινωνική και ένοχη συνοχή – that's all folks, locked stocked and barreled. Kαι εάν αποπειραθείς με όποιον τρόπο εσύ να διεκδικήσεις τον εαυτό σου ξανά, να ξέρεις πώς ή θα σκοτωθείς, ή θα χαπακωθείς. Ή θα αυτοκτονήσεις ν' απαλλαγείς τού ατελείωτου πεώδους μαρτυρίου και της σπερματικής-φιλμαρισμένης ξεφτίλας στα μούτρα σου όπως η σχωρεμένη, ή θα συνεχίσεις να ζεις και θα στραγγίζεις τα σώψυχά σου, θα κοκκαλιάζεις τα δάχτυλά σου πάνω στο τάστο, θα σακατεύεις τις φωνητικές σου χορδές προκειμένου ν' ακουστείς σε στάδια των 80.000 ακροατών-καταναλωτών και θα γερνάς ρογχογελώντας σοφά, παίζοντας πιάνο σε μπαράκια ζεστά ή λαμβάνοντας κάνα Νομπελάκι πολύ αργά, σαν εκείνη την στριμμένη γριέντζω τον Ντύλαν.


I've already rest my case και θα 'πρεπε από ώρας τον σοφό σκασμό να 'χα βγάλει εγώ, με τούτες τις απρεπείς και ασύλληπτης-αυθαιρεσίας χοντράδες που εδώ έχω γράψει. (Χα!) Πολλοί έχουν πεθάνει απ' οτιδήποτε, και εξ ίσου πολλοί ζούνε ακόμα. Ελάχιστοι σχετικά – ακόμα – αυτοκτονούν μα η συντριπτική πλειοψηφία σέρνεται και ευδοκιμεί, θάλλει κι ευημερεί, καμαρώνει κοκκορεύεται και φλασάρει, ματαιόδοξα κι υπαρξιακά αυνανίζεται, επαίρεται δημιουργικά ή κορνάρει εντελώς βαρετά – εξαρτάται απ' το πώς ο καθείς διαχειρίζεται την ζωή του. Αλλά. Πώς λέγεται το μνημειώδες σαρανταπεντάλεπτο εκείνο τραγούδι των Atomic Rooster; "Death walks behind you"; Ε, ουδέν ψευδέστερον τούτου... διότι πάντα υπάρχει το χειρότερο: το πηγάδι τής ζωής παιδάκια μου διαθέτει διπλό πάτο κι ετούτο δεν σας το είπε κανείς, εδώ το διαβάζετε πρώτοι. "Depression crawls inside you" λέγεται το τραγούδι αυτό που δεν έχει γράψει κανείς (αφού το γράφω εγώ τώρα), γιατί ΟΛΟΙ γνωρίζουν και ΔΕΝ ομιλούν – άσε δε να βγουν να το παιανίσουν. Η κατάθλιψη είναι του Δυτικού Πολιτισμού ο κουνταλίνιος – απ' την kundalini – όφις και δεν έχει τυλίξει ως κισσός αποπνικτικός μόνο την σπονδυλική στήλη μας, μα έχει διαπεράσει το ίδιο μας το μεδούλι. Για να βρεις εάν πάσχεις από κατάθλιψη, δεν κάνεις μια γενική αίματος-ούρων. Για να δεις εάν πάσχεις από κατάθλιψη, δεν αρκεί να βαρυέσαι να σηκωθείς απ' το κρεββάτι την τηλεόραση, την οθόνη το κινητό, την κόκα την εξουσία, τα φράγκα την διασημότητα. Διότι δεν υπάρχει εξέταση σίγουρη κι ασφαλής, βεβαία και καταδικαστική που να σου καρφώνει ότι έχεις βαρέσει καταθλιψάρα τού κερατά, (έχει πεθάνει κι ο δαφνοστεφής Στεφανής να σπεύσουμε να πέσουμε στην ποδιά του). Όταν το διαπιστώσεις τελευταίος εσύ και πρώτοι οι κοντινοί σου – ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΑΡΓΑ και πολύ μάλιστα, η νταλίκα ΑΥΤΗ δεν κάνει αναστροφή για ΚΑΝΕΝΑΝ. Η κατάθλιψη είναι η μόνη νταλίκα εκεί έξω στους πικροχλιδάτους κι αερογαμίκους τούς "δρόμους" μας που μας κάνει να νομίζουμε ότι είμαστε οι πρίγκιπες των Εθνικών Οδών, ενώ απλά είμαστε ακόμη ένα πετραδάκι στην άκρη τού λειωμένου μαύρου χαλιού, ένα σκουπιδάκι-σβωλαράκι-ανθρωπάκι παρατημένο πεταμένο, χιλιοπατημένο χολερικό, στραγγισμένο υστερικό, σβησμένο χαμένο.


(Ως εδώ, «τα σκληρά», που ειδοποίησα πρότερον.) Έχω αντιγράψει απ' το Διαδίκτυο μια φωτογραφία χαμογελαστή-ζουμερή τής μακαρίτισσας August Ames, και καθημερινά πολλές φορές την κοιτάζω. Έχω βάλει μάλιστα δίπλα της μιαν ολόϊδια φωτογραφία από το Διαδίκτυο συναυλιακή και ηλεκτρική τού σπαρταριστού Bruce Springsteen, και επίσης καθημερινώς την κοιτώ, πολλές φορές πάλι. Και μένω άφωνος σκεπτικός, καθώς αναλογίζομαι τον άγνωστο κι αφανή εμένα - by the simple and plain name of Ντάνης ΦΩΤΟΣ - που είκοσι χρόνια μετά επιζεί με την κατάθλιψη μέσα του και σας γράφει ετούτα. As I never did drugs, έτσι και δεν πήρα ποτέ χάπια. As I never did porn, έτσι και τραγούδια ποτέ μου δεν έγραψα. (Τα τέσσερα βιβλία που σμίλεψα δεν «τους» άρεσαν και «χάθηκαν» τούτα.) Οπότε, τί στην παρθενοπουτάνα τούτη ζωή λοιπόν ΑΚΟΜΑ με κράτησε;



Θα το πω. Η ίδια μου η ψυχή, και δη το σμπαραλιασμένο κομμάτι της ακριβώς-αποκλειστικώς. Η ίδια μου η ψυχή που με σκότωνε κάθε μέρα, η ίδια ψυχούλα με έσωσε, under one single condition and tender psalm: «Άκου την καρδούλα σου Ντάνη μου» μού 'λεγε, όταν γέμιζα αργά τελετουργικά τον γεμιστήρα τού σαρανταπενταριού, (όχι του βινύλιου βέβαια). «Άκου την ψυχούλα σου Ντάνη μου» μού 'λεγε, όταν τραβούσα το κλείστρο, φέρνοντας το πρόθυμο φυσίγγιο στην κάννη πανέτοιμο. «Άκου το παιδάκι μέσα σου Ντάνη μου» μού υπογράμμισε, «που δεν έζησε ακόμη, και ακόμη θέλει να ζήσει αυτό» συμπλήρωσε, όταν ανέλαβα το Colt M1911Α1 και τ' ακούμπησα στον αγωνιώδη, κρύο και συσπασμένο μου κρόταφο. "Last call ρε!" ούρλιαξα, "Anybody home βρε;" όταν τον κόκκορα τράβηξα – τί απέγινε η μοιραία, όσο και γλυκιά λέξη «σφύρα»; – και στάθηκα για ένα-δυό ατέλειωτα και απέραντα δευτερόλεπτα περιμένοντας (τί;) κι επιμένοντας (γιατί;), ωσότου την σκανδάλη μαλακά να πιέσω.


Τότε κουφάθηκα. Όχι από την εκπυρσοκρότηση, αλλά απ' την επιφοίτηση. (Ποιάν είπες Ντάνη μας;) Ναι την επιφοίτηση είπα, αλλά όχι αυτήν που νομίζετε ή ψηφίζετε, γνωρίζετε ή ελπίζετε. Η επιφοίτηση έσκασε μέσα στα τύμπανά μου – και περισσότερο στο δεξί – και το ακουστικό μου νεύρο μερικώς κατέστρεψε, δίχως να κουνηθεί η σφαίρα από την θαλάμη. Ένας υψίσυχνος και οξύς ήχος μέσα στ' αυτί μου εξερράγη και με πόνεσε τόσο πολύ, που το πιστόλι προς στιγμήν το χαμήλωσα, παράλληλα με μιαν ΑΛΛΗΝ φωνή που μίλησε με την ΔΙΚΗ ΜΟΥ φωνή, και σιγανά-εμπιστευτικά δευτερολόγησε ελάχιστα προ τού κρισίμου όσο και ασελγούς τέλους.


«Δεν είσαι ΕΣΥ Ντάνη μου που να πεθάνεις εδώ θες, είναι οι ΑΛΛΟΙ που τους επέτρεψες μέσα σου να σου μιλάνε και να σε σπρώχνουν. Άλλος κρατά το πιστόλι αυτό, και άλλος σε κρατά καρφωμένο στον καναπέ σου. Άλλος έχει αραχνιάσει τις μπάρες σου, και άλλος σε μπουκώνει με βουνά-χάμπουργκερ κι αλκοολούχα ποτάμια. Άλλος έχει θάψει τα βιβλιαράκια σου, και άλλος έχει απομακρύνει τα ανθρωπάκια σου. Άλλος σου 'χει τελειώσει την ζωούλα σου προ της ώρας της, και άλλος θα χαρεί που θα χώσει το κορμάκι σου στο αδιάφορο χώμα. Και τούτος ο ΑΛΛΟΣ είναι ΜΕΣΑ ΣΟΥ Ντάνη μου, τόσο βαθιά πια που δεν τον βλέπεις ΕΣΥ, δεν τον αισθάνεσαι και δεν μπορείς ΕΣΥ πια να τον σταματήσεις


Όταν ΑΚΑΡΙΑΙΑ και εξ ίσου ΣΩΤΗΡΙΑ – ωσάν satori και samadhi ταυτοχρόνως – αντιλήφθηκα ότι είναι ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΜΕΣΑ MΟΥ ΚΑΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΝΕ ΚΙ  ΕΤΟΥΤΟΙ μα τόσον εις βάρος μου, τότε συνειδητοποίησα πως ΑΠΑΝΤΕΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΙΔΙΟΙ ΟΛΟΪΔΙΟΙ, αγκαλιά και δεμάτι, ενωμένοι κι αχώριστοι, γεννημένοι κι αγκαλιασμένοι. Δεν υπάρχει ΕΓΩ, δεν υπάρχουν ΑΥΤΟΙ: αυτοί είναι τα πολλά μου Εγώ, εγώ είμαι οι πολλοί μου ΑυτοίΑΠΑΝΤΕΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ δίχως διαχωρισμό δίχως αποκλεισμό, χωρίς πόνο χωρίς κλαυθμό, είπαμε ΕΝΑ. Και το μαρτύριο είναι να μην δύνασαι να ξεχωρίσεις να δεις ότι ΑΠΑΝΤΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ απλώς, και παλεύεις εσύ και τσακώνεσαι άλλοτε με ΑΥΤΟΥΣ κι άλλοτε με το ΕΓΩ σου. (Bonus hint: στην κρεατομηχανή αυτή, νικάνε πάντοτε κι αποκλειστικά οι άλλοι, λοιπόν προσοχή.)


Πώς το τραγούδησε ο George Ηarrison; "Happiness is a warm gun", μα λάθος το είπε. "Depression is the EVER-READY gun" διορθώνω ο επιβιώσας εγώ, μια και δεν πρόκειται ποτέ μου την σκηνή αυτή να ξεχάσω. Η κατάθλιψη ήταν το σιδηρουργείο όπου το πιστόλι μου κατασκευάστηκε, και αυτή η «δουλειά» κράτησε χρόνια. Και κατά την διάρκεια των προπαρασκευαστικών τούτων «εργασιών» οι ΑΛΛΟΙ πάντα απουσιάζουνε, και όταν η κατάθλιψη αθώα μα κατακλυσμικά στο τέλος εμφανιστεί – είναι αργά, την σκανδάλη την πιέζεις ΕΣΥ πάντα. Αφήνοντας λοιπόν όπλα, διαχωρισμούς κι επικήδειους στον αέρα να διαλυθούν, ΜΊΑ φωνή αξίζει μόνο να ακουστεί και είναι ΑΥΤΗ ΑΚΡΙΒΩΣ η κρυπτή και λεπτή που ΔΙΟΛΟΥ δεν έχει ακουστεί: τούτην ακούστε.


Η August Ames δεν άντεξε και δεν συνέχισε. Ο Bruce Springsteen αντέχει και συνεχίζει. Εγώ δεν αντέχω μα συνεχίζω, διότι στάθηκα χριστός - αντί για μακαριστός - σ' εκείνα μέσα τα δυό δευτερόλεπτα να μπορέσω ν' ακούσω... ΕΜΕΝΑ. Λένε ότι την στιγμή τού μεγάλου κινδύνου βλέπεις να περνά μπροστά σου όλη σου η ζωή. Λέω ότι την στιγμή τού ελαχίστου κινδύνου βλέπεις να περνά μέσα σου η άδεια σου η ζωή. Κι αν ζω είναι γιατί κατάφερα κι ένωσα την κατάθλιψη με το όπλο μου, αγκάλιασα τον θάνατο με την ζωή μου, έδεσα το εγώ (δίχως «μου») με τους άλλους (χωρίς «τους»). Κι αποφάσισα να καταθέσω εδώ, εις μνήμην εκείνου του θεσπέσιου μα ex-ευτελισμένου κορμιού και εις τιμήν ετούτου τού συγκλονιστικού και ανεπανάληπτου αοιδού, τον ψυχικά-λεκτικό οβολό μου. (Νo small thing this, compared to a bullet.) Πόσω μάλλον όταν έχουν χαθεί δύο τέτοια στήθη ολόρθα στητά και σκληρά, πόσω μάλλον όταν πάλλονται ακόμα τέτοιες έξι τεντωμένες χορδές, ροκάδικες ζωντανές και – κυρίως – μαζί μας.

 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2017

Διαβάστηκε 939 φορές Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017 16:14