Παρασκευή 1 Ιουλίου 2022

Πείνα. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


 

Φονική εξοντωτική, σωματική τελειωτική, ζωοκτονική κι υπαρξιακή πάντα.

Παρ' όλα τα αμέτρητα ταξίδια μου – τόσες δεκαετίες – με μοτοσυκλέττα, θα πω ότι τα «πλουσιότερα» αυτά τα έκανα με ένα αυτοκίνητό μου. Το 2014 «εφόπλισα» και εξόπλισα ένα ταπεινό και απλό FIAT Doblō, πέταξα τα καθίσματα φτιάχνοντας έναν εκ-των-ενόντων χώρο ύπνου κι εστίασης, πήρα τα πράγματα που θεωρούσα απαραίτητα – καθώς οι απέραντοι τετράτροχοι χώροι σού επιτρέπουν να κουβαλήσεις και τα περιττά σου – και στην Ελλάδα την χώρα μου χάθηκα, επί πολλούς-ατέλειωτους-απολαυστικούς μήνες.

Το 2014 την βόρεια Ελλάδα διέσχισα, από Σαγιάδες Θεσπρωτίας μέχρι Πετρωτά Έβρου, από Αστακό Αιτωλοακαρνανίας μέχρι Εύβοιας Κάρυστο, από Πρεσπών τριεθνές μέχρι Ουρανούπολης πύργο. Το 2015 όλη την Πελοπόννησο «ξέσκισα», δύο μάλιστα «γαζωτές» φορές, από τριτεύοντες επαρχιακούς δρόμους πλέον, μένοντας δυό βδομάδες στο Μαίναλο κι άλλη μια στον Ταΰγετο, μια εβδομάδα Κυλλήνη κι άλλη μια στην Μεσσήνη, μια μέρα στο Γεράκι και στην οδική λαιμοτόμο Πύργο-Πάτρα καμμιά. Το 2016 χώρο ζωής – και ζωή, γι' ακόμη μια φορά άλλαξα – και το 2017 κατέβηκα δύο (2) φορές ξανά Κρήτη, όπου κυριολεκτικά την κοσκίνισα, την λάτρεψα την βαρέθηκα, την θαύμασα την σιχάθηκα, την αγάπησα και δεν θέλω καν να την βλέπω. (Ακολούθησαν και μερικά άλλα «ψιλά» ταξιδάκια σε Φθιώτιδα Γιάννενα, Γρεβενά και Χελμό, Εύβοια και Φωκίδα, μα ο «κύκλος» μου αυτός είχε κλείσει πια, πούλησα το αυτοκίνητο και έκατσα να μαζέψω τις τόσες-χιλιάδες φωτογραφίες που τράβηξα.)

Γιατί τράβηξα φωτογραφίες ΠΟΛΛΕΣ. Κάθε στιγμή και σκηνή, φάση και δευτερόλεπτο, πρόσωπα και βουνά, ζώα και σπίτια, βροχές και ήλιους αδάμαστους, φεγγάρια και θάλασσες σκοτεινές – ό,τι τέλος πάντων τα μάτια μου ερεθίσανε και χρειάστηκα άλλα δυό χρόνια μετά στην σπηλιά, όλα αυτά για να κατακάτσουν.

Κι όμως. Πείτε με μελαγχολικό ή πεσσιμιστή, επαγγελματικά ψυχοπλακωμένο ή στυγνά καταθλιπτικό, αυτομαστιγωνόμενο ή απλώς κολλημένο – εγώ ΜΙΑ (1) φωτογραφία συ-γκλο-νι-στι-κή συνεκράτησα και γι' ΑΥΤΗΝ εδώ αποφάσισα για να γράψω.


(Γράφω ΠΑΝΤΟΤΕ χωρίς να με νοιάζει τί θα πεί και ψαρέψει ο αναγνώστης μου: ο καθείς εχθροπουστράκος που στημένη επί χρόνια μού την έχει, η κάθε γκομενότσουλα που άχτι επί χρόνια με έχει, το κάθε μαλακιστήρι που πάνω μου βγάζει αυτά, που δεν αντέχει στον πρωϊνό του μπιντέ και καθρέφτη του.) Γιατί εγώ γράφω ΜΟΝΟ γι' ΑΥΤΟ που δονεί την ΔΙΚΗ ΜΟΥ ψυχή – είτε με διαλύει αυτό είτε με εκθέτει αυτό, είτε με διαχωρίζει αυτό είτε με στηλιτεύει.

ΑΥΤΗ λοιπόν η φωτογραφία που άνωθεν αναρτώ, είναι τής καθημερνής και αληθινής, σκληρής πρόστυχης, αδιάφορης και θανατηφόρας Ζωής που τρέχει και ζει, θάλλει και κλαδεύει συνεχώς εκεί έξω και σούμπιτο εξηγούμαι.

Απ' την πρώτη στιγμή που τα ταξίδια μου αυτά εξεκίνησα, πήρα μαζύ μου έναν πεντόκιλο σάκκο ξηράς τροφής για σκυλάκια-γατάκια. Έχω ήδη από δεκαετιών παρατηρήσει ότι φυτοζωούν και ψοφάνε ισόβια, όχι τα οικόσιτα ζωντανά που τυγχάνουν κι απολαμβάνουν φροντίδας και τροφής, στέγης και προστασίας αλλά τα αδέσποτα που δεν είναι άγρια, τα ημίαιμα που δεν ανήκουνε πια ούτε στην ζούγκλα τής φυσικής ζωής, ούτε στην ζούγκλα τής ανθρωπίνης. Και αυτά τα αδέσποτα είναι κυρίως κι αποκλειστικώς σκύλοι, κύνες ισχνοί καταβεβλημένοι και χτυπημένοι, ιώβειοι με την γλώσσα έξω εκκρεμή, άλλοτε αραχτοί και ημιθανείς σε κάνα λάκκο γεμάτο κοπρόμυγες και άλλοτε αιώνια περπατώντας στο πουθενά, με τα μάτια στην γη χαμηλά, τα αυτιά ηττημένα πεσμένα, την ουρά μέσα στα αχαμνά κι ένα χάσιμο που ούτε ερημίτης σαλός δεν μπορεί καν να φτάσει. Και το υπογράφω εδώ, «με τιμή και ευθύνη» που είπε ο Δημήτρης Χατζής: Κάθε μα κάθε φορά που έναν τέτοιον σκύλο εγώ έβλεπα, το αυτοκίνητο σταματούσα. Έκανα απαλά σιγανά στην άκρη τού δρόμου, την μηχανή έσβηνα και την πόρτα μου άνοιγα καλώντας το δύστυχο το τετράποδο γλυκά παρακαλετικά, ικετευτικά και λατρευτικά, παιδικά χριστιανικά, τρυφερά και άηχα πάντα. Άνοιγα τον σάκκο με την τροφή, το πλησίαζα για να το χαϊδέψω (αν δεχόταν αυτό, εμένα) ή τού έριχνα στην άσφαλτο την τροφή κι απομακρυνόμουν διακριτικά (αν αυτό ήτανε φοβισμένο και δεν με πλησίαζε καν).

Underside-diagonal bokken-giri, τώρα.

Έχω πεινάσει κι εγώ πολύ στην δική μου ζωή, και δεν θα πω από τί. Αυτοί οι ελάχιστοι που ισχυρίζονται πως με γνωρίζουνε κάπως, ίσως κάάάτι να έχουνε καταλάβει και διακριτικά να σιωπούν, να μη με εκθέσουν και να μην 'γώ ντραπώ. Εκείνοι οι λιγότεροι που μ' έχουν διαβάσει και με διαβάζουνε, ίσως πάλι κάάάτι να έχουνε καταλάβει και διακριτικά πάλι με προσπερνούν, να μη κολλήσουν κι αυτοί «διαρροή», να μην αρχίσουν να κελαηδάν τις αδυναμίες τα πάθη τους, τα ντέρτια τους τα σεκλέτια τους τις πληγές τους. Fair enough, όμως εγώ θα το πω: από δυό (2) πράγματα έχω πεινάσει στην ζωή μου και το δεύτερο είναι από πείνα ακόρεστη, ανίατη θεριεμένη. Μη με παρεξηγείτε, μη βιάζεστε: μεγάλωσα σ' ένα σπίτι όπου ποτέ δεν μού έλειψε το καθημερινό-ζεστό-καλομαγειρεμένο φαγητό. Η μανούλα μου «κένταγε» από συνταγές, «έσκιζε» από εκτέλεση και παρουσίαση, «γκρέμιζε» από γεύση κι οπτική αγαλλίαση, «τα έσπαγε» από τραπέζια σε οικογένεια και γνωστούς, δεξιώσεις κι αγνώστους – ας μείνω λίγο εδώ, το αξίζει. Τρία «τραπέζια» εγώ κάποτε έκανα – στο σπίτι της και με την κύρια την βοήθειά της: ένα πρώτο σε λίγους body-builders φίλους μου ('70ies), ένα δεύτερο σε εννιά συνάδελφούς μου διπλωμάτες ('80ies) και ένα τρίτο ('90ies) σε δέκα συνεργάτες-γνωστούς μου μοτοσυκλεττιστές. Και φάγαμε άπαντες καταπληκτικά, από συναγρίδα μέχρι σουφλέ, από σαλάτες μέχρι τούρτα σερράνο, από μεζέδες εξωτικούς μέχρι φρουτο-μπαινμαρί με σαντιγύ και λικέρ, από μουσσακά μέχρι βωλ-ω-βαν ωγκρατέν και δεν μενουλογώ [sic] άλλο.

Η πείνα όμως τού έρημου ζώου δεν παίζεται δεν περιγράφεται, δεν κορρένυται δεν μαζεύεται, δεν τελειώνει δεν σώνει. Κοιτούσα αυτά τα σκελετωμένα πλάσματα τής Φύσης και τού Θεού έτσι όπως λιμασμένα στην ξηρά τροφή πέφτανε και δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Παρατηρούσα από μακριά αυτά τα ημιθανή ζωάκια τής Δημιουργίας τού Σύμπαντος έτσι όπως καταπίναν-χωρίς-να-μασάν την τροφή και στα γόνατα έπεφτα, μη μπορώντας ν' αντέξω το άχθος ζωής, το άγος θανάτου. Έβλεπα από κοντά αυτά τα παραπεταμένα και αβοήθητα όργανα κι εργαλεία Ανάσας και Ρόγχου, τετράποδης Πνοής-Σάρκας-Ψυχής έτσι όπως γουργουρίζαν από ευχαρίστηση και μουγκρίζανε από φόβο κι έμενα εκεί ενεός, αμίλητος κεραυνωμένος, ακίνητος μαρμαρωμένος – τελειώσαν οι λέξεις.

Ο πατέρας μου – απ' τις σπάνιές του φορές – μού 'χε μιλήσει κάποτε για την πείνα που τράβηξε, πολεμώντας καταχείμωνο στο Αλβανικό μέτωπο, τότε. Λυώνανε πάγο για να πιούνε νερό (όταν καν σπίρτα είχανε), μασούσανε χόρτα ξερά για να ξεγελάσουν την πείνα τους (μέχρι η Επιμελητεία να τούς θυμηθεί) και μετά τού μέτωπου την κατάρρευση και με τα πόδια επιστρέφοντας στην Αθήνα, αν δεν σφάζαν «στο γόνατο» ό,τι εύρισκαν, δεν θα 'χε επιστρέψει κανένας. (Ούτε καν οι πολυπληθείς και παχιές ψείρες τους.)

Η πείνα μωρέ, ο απόλυτος κομμουνιστής είναι. Ο θανατερός equalizer, που όταν φτάσει η στιγμή να σού δείξει τα δόντια της, έχεις πλέον πεθάνει. Και καλά, εγώ δεν ασχολούμαι μ' ανθρώπους: αυτοί ας κάνανε τα κουμάντα τους, με των πολέμων την μαλακία που τούς δέρνει και τούς αφαλοκόβει παράλληλα. Εγώ αυτό αποκλειστικά που αδυνατώ να αντέξω είναι η θεριστική κι εξοντωτική πείνα των αδέσποτων ζωντανών, και δη σκύλων. Κοιτάξτε για λίγο την φωτογραφία που αναρτώ: τα πλευρά τού σκυλάκου όχι μόνον είναι εμφανή, η λεκάνη του όχι μόνον είναι ανάγλυφη κι η ουρά άφαντη, μα το κεφάλι του είναι ήδη μιας μούμιας τετράποδης, η γλώσσα του πια σαν στουπέτσι. Τα πόδια του μετά βίας καν τον στηρίζουνε, η ανάσα του βρωμά αφαγία και γαστρικών υγρών μπόχα στο χιλιόμετρο, αν δεν είναι ήδη άρρωστος, με τσιμπούρια και διάρροια, με σύφιλη ή καλαζάρ – τότε μια χαρά-τρομάρα του είναι.


Τον συγκεκριμένο πάντως τον έπιασα. Τον χάϊδεψα τον αγκάλιασα και είχα αποφασίσει μαζύ μου να τονε πάρω. Πάρκαρα δεξιά-στην σκιά τ' αυτοκίνητο, τού έβαλα και τού ξανάβαλα φαγητό, έβγαλα και πιατάκι βαθύ για κρύο νερό και αφού ο δύστυχος «ταράτσα» την έκανε, άραξε δίπλα μου με κλειστά μάτια. Έκατσα κι εγώ κοντά του πειθήνια ήρεμα, έφαγα μια κονσέρβα μου πιο μετά, πήρε να σουρουπώνει και είχα δυό επιλογές: ή να τον βάλω «με τη βία» στο αυτοκίνητο και να τον προσθέσω εγώ στην ζωή μου ή να μείνω εκεί κοντά του και δίπλα του αβίαστα και να με προσθέσει αυτός στην ζωή του.

Το δεύτερο διάλεξα. Μείναμε σιωπηλοί και μαζύ, μέχρι που βράδυασε. Εκείνος ακίνητος φαγωμένος και χαϊδεμένος κι εγώ αμίλητος, φαγωμένος κι αχάϊδευτος. Και για να μην χάσω καν την επαφή την παρέα του, δεν κοιμήθηκα αυτήν την βραδυά στο αυτοκίνητο μέσα (όπως συνήθιζα, λόγω κουνουπιών) αλλά έστρωσα δίπλα του και μπήκα στο sleeping-bag μου (αδιαφορώντας για τα ελικοπτεροφόρα κι αιμορουφηχτικά σμήνη των κουνουπιών). Είχα βγάλει μάλιστα έξω απ' τον σάκκο το χέρι μου κι ακουμπούσα το πόδι του, μουρμουρώντας του και μιλώντας του ΟΛΗ την νύχτα, μέχρι που ο Μορφέας με σήκωσε από κει για των αδιαφόρων Μακάρων την ληθαργή νήσο.

Το πρωί, επανήλθε όμως η Ζωή. Και ο σκύλος μου είχε εξαφανιστεί. Άνοιξα τα μάτια μου, θυμήθηκα και συνέδεσα το σχετικό-χθεσινό σκηνικό και μόλις συνειδητοποίησα την απώλεια, ξέσπασα σε κάτι ουρανομήκη μου ουρλιαχτά, κάτι κλάματα θεσπέσια εκκωφαντικά, που κατέβηκε ο ίδιος ο Θεός για να με παρηγορήσει. Και όσα χάδια πατρικά-φιλικά και να μού έδωσε το ροζιασμένο μα απαλό χέρι του, το κενό αυτό τού τετραπόδου αυτού στην απαρηγόρητη δική μου καρδιά, δεν έλεγε να μπαλωθεί να σωπάσει. Κι εκεί τ' ομολόγησα.

Η μεγαλύτερη και πλέον αχόρταστη πείνα είναι αυτή τής καρδιάς, είτε σκύλος είσαι είτε άνθρωπος, είτε σε παραστέκει και σε χαϊδεύει ο Θεός, είτε σε κυνηγά και σε τραγανά ο Εωσφόρος ο ίδιος. Προσεύχεστε λοιπόν φίλοι και φίλες μου να έχετε να ταΐζετε πάντοτε κι αποκλειστικά πρώτιστα την καρδιά – ξέρω εγώ τί σάς γράφω. Το βίωσα και το πέρασα, το σφράγισα και εδώ σε εσάς το αφήνω. Η καρδιά είναι αυτή που αιωνίως πεινά: το σώμα πεινά ισοβίως και η ψυχή αενάως – κι αυτά έχουνε γιατρειά, η καρδιά είναι εκείνη που δεν αντέχει γροικά, πεθαίνει και δεν ζει ποτέ της αληθινά, βασανίζεται και αδικαίωτη σβήνει.

Αμήν

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2022

Διαβάστηκε 9 φορές Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2022 16:39