Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

The WHO. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


 

Στον Στέλιο Λ. Λιναρδάκη

 

 

Ας ομολογήσω το αμάρτημά μου εξ αρχής, να τελειώνω με τούτο κι απ' αυτό να απαλλαγώ: δεν άκουγα τούς WHO, τότε, πολύ, συνεχώς. (Μωρέ ΚΑΙ τους ήξερα ΚΑΙ τους άκουγα, ΚΑΙ μ' αρέσανε ΚΑΙ με μαγεύανε... αλλά.) Ήταν τόσα πολλά τα ακούσματά μας τότε που, πού να πρωτοτρέξουμε; Ποιόν να πρωτοστέρξουμε; Τί να πρωτοπρολάβουμε;


Άμα έχεις μεγαλώσει στα Sixties και έπιασες στα χέρια σου THN IΔΙΑ ΧΡΟΝΙΑ – το 1966 π.χ. δηλαδή – το High tide and green grass των Rolling Stones, το Revolver των Beatles, το Blonde on Blonde τού Bob Dylan, το Sounds of Silence των Simon & Garfunkel, το Fresh των CREAM, τους Bluesbreakers τού John Mayall, το A quick one των WΗΟ, το East-West τού Paul Butterfield, το Animalism των Animals κλπ. κλπ., είναι δυνατόν ΟΛΑ και ΟΛΟΥΣ να τα/τους προλάβεις; Να ξεχωρίσεις ποιοί σ' αρέσουν πολύ, ποιοί σ' αρέσουνε λίγο και ποιοί τελικά, καθόλου εντελώς; (Και δεν αναφέρω καν Otis Redding, James Brown, John Coltrane, Frank Sinatra, Percy Sledge, John Lee Hooker, Ike & Tina Turner, Wayne Shorter, Sun Ra μέχρι και τον μυθικό Francis Lai τού Un home et une femme, and last but NOT least ladies and gentlemen τον... Jimmy Hendrix!)


«Τί ζωή κι εκείνη Χριστέ μου» παραφράζω την Ρένα Βλαχοπούλου! Και που επιζήσαμε μερικοί και τα γράφουμε σήμερα, βρισκόμαστε με φίλους-συνομιλήκους μας στο μπαρ au Revoir και «πετάμε» ονόματα μαζί με κουπλεδάκια νταλγκαδιάρικα τής εποχής και της νιότης μας, φτάνει. Και αρκεί. Και πάρα πολύ είναι, ήδη! Ποιός δεν διέθετε τότε έναν εξάδελφο, έναν θείο ή έναν γνωστό στο ποθητό «εξωτερικό» να τού φέρει ένα LP σπάνιο-ξακουστό; (Ώσπου το έλαβε το μήνυμα ο Τάσος Φαληρέας, έστησε το POP 11 και πελάτες δαγκωτούς όλους μάς έπιασε, για όλους μας μία κουβέντα πεταχτή-επιγραμματική είχε... όόόταν βέβαια μετά το μεσημέρι εμφανιζότανε και η κυριλέ μπόχα των ερυθρών Dunhill του έστριβε από το τετράγωνο, προτού ακόμη εκείνος κατεβεί τα σκαλάκια!)



Επανέρχομαι στην «τάξη» των WHO λοιπόν. Και ευθέως δηλώ ότι τρία είναι εδώ τα «ευαγγέλια», (κατ' εμέ πάντα): 1ον/ Μagic bus, 2ον/ My generation και 3ον/ We won't get fooled again – με bonus αντιδωράκι το επικό "See me, feel me, touch me" που μάς έκανε εφηβικά και αξέχαστα να αφρίσουμε, όταν το είδαμε για πρώτη φορά στην τρίωρη ταινία WOODSTOCK. (Οι πύρκαυλοι στην επεισοδιακή της εκείνη πρώτη-προβολή στο ΠΑΛΛΑΣ, και οι λοιποί νομού Αττικής, αργότερα με την άνεσή τους και «νόμιμα» στους λοιπούς κινηματογράφους.) Kανονικά θα έπρεπε εδώ να κλείσω-να τελειώσω το κείμενο και να πάω για endurο εκδρομικό με την καινούργια μοτοσυκλέττα μου, μα με κρατάει η χθεσινοβραδυνή προσμονής «υποχρέωση» που ο Στέλιος – εν είδει αγιορείτικης υπακοής – μού επέβαλε. Και με «έβαλε» να γράψω κάτι ΚΑΙ για τους WHO, as if they're going out of style! As if all those years we didn't had enough! As if everybody else was not THAT special, and I have the sad pleasure to divorce the pigs from the Porsches! (Αυτό το περίεργο γράψιμό μου να έλειπε, κι ο αρτιότερος συγγραφέας θα 'μουν τού κόσμου.)


Kαι που τ' ανωτέρω τραγούδια τους ανέφερα, πώς τόλμησα κι άφησα έξω το Baba O' Riley; To Who are you; To 5:15; Το The seeker; Το Behind blue eyes; To TOMMY τού 1969; To Quadrophenia τού 1973; (Μόλις έχω ξεκινήσει το γράψιμο, και ΗΔΗ δεν αντέχω άλλο και άλλα να γράψω. Γι' αυτό σταματώ και καταφεύγω στο «ευκολάκι» τους, τα ακατάβλητα κι ανεξέλεγκτα συναισθήματά μου τα οποία ανασύρω απ' τον μισόν αιώνα που βρίσκονται και καρδιοκτυπούν μέσα μου.) Γιατί ΕΚΕΙΝΑ τα χρόνια, για να φτάσεις σε ΤΕΤΟΙΑ ακούσματα έπρεπε να καταφέρεις να πετάξεις από πάνω σου Christophe κι Adamo, Al Bano και Rocky Roberts, Tony Pinelli και Λάκη Τζορντανέλλι – δεν συζητώ Χατζηδάκη και Θεοδωράκη, δεν πιάνω Τσιτσάνη και Βαμβακάρη, δεν ακουμπώ Κλειώ Δενάρδου και Τζένη Βάνου, Τάσο Παπασταμάτη και Ντέμη Ρούσσο, Idols και Juniors, Loubogg και M.G.C., Olympians και Forminx, We five και Playboys.


Δεν γίνεται όμως έτσι δουλειά, πόσω μάλλον το γράψιμο το δικό μου. Γι' αυτό – όσον αφορά πάντα στους WHO – στα τρία τους ανωτέρω άσματα θα συγκεντρωθώ και για τούτα κάποια-λίγα θα γράψω. Και ξεκινώ απ' τ' αγαπημένο μου:


1/Magic bus


Όπως το διετύπωσα τις προάλλες στο Facebook, ακούγοντάς τους – μέσω Youtube – στο Albert Hall το 2000: «This is hurricane music, Brit-style. (Αυτό το τραγούδι βάζει ο Κύριος, όταν κάνει δικέφαλους.) This is rock n' roll, Pete Townshend-style. (Αυτόν τον ύμνο αντιλαλεί ο Παράδεισος, όταν ο Κύριος κάνει ανακαίνιση στην Κόλαση.) This is satori with a Fender, Man-style. (Αυτός ο παιάνας διατεταγμένος από τον Κύριο, τον Χάρο κάνει γιουσουφάκι του ισοβίως.)» και δεν ήμουν καθόλου υπερβολικός, διόλου απόλυτος, ούτε καν ακαταλαβίστικος, αφοριστικός πόσω μάλλον.


Απ' τα πρώτα ακκόρντα – όπως κλασσικά οι WHO ξεκινούν – ο Κύριος Πέτρος, ο Pete o απεσταλμένος από την Πόλη (town-sent) ειδοποιεί για το τί πρόκειται να ακολουθήσει. (Κι ας μην υπάρχει πια η χασάπικη beatιά του σεληνιασμένου Keith Moon!) Τούτες οι κιθαρωδίες – εν είδει βαριοπούλας μελίρρυτης – είναι αποκλειστικά μοναδικές σε τούτο το συγκρότημα, (και ΟΧΙ «μπάντα» ρε χιπστεράδικα βλαχαδερά!) Να μην αρχίσω τις συγκρίσεις με τους ποπίστες Beatles, ούτε με τους χαρντκορίστες Stones. Γιατί οι WHO στην μέση και συνάμα εντελώς μακριά στηθήκαν και στάθηκαν, με κορμό το ατομικό και ανεπανάληπτο παίξιμο τού Πετράκη. (Το οποίο, ματαίως punkάδες να μιμηθούνε προσπάθησαν – «να τα λέμε κι αυτά» που κορνάρουνε τσιχλωμένα τα πιτσιρίκια μας σήμερα.) Στο συγκεκριμένο τραγούδι μάλιστα ο ημίκουφος-πλέον Πήτερ μοιράζεται τα φωνητικά με την «φωνάρα» την κοντοστούπικη την εμβληματική, αυτήν που ΜΟΝΟΝ ο Robert Plant κατάφερε να «επισκιάσει». (Εάν θεωρείται «σκιά» το μοναδικό υπαρξιακό χάδι τής casta diva ετούτης, της rock μουσικής.)


Κάθε ένα από τα ΤΟΤΕ τραγούδια των WHO – πόσω μάλλον ετούτο – είναι ένας παιάνας εκρηκτικός τής νέας γενιάς και των δικών της συναισθημάτων. Που έπρεπε να βρούνε φωνή και να ξεσπάσουν εκκωφαντικά, να βομβαρδίσουν καταιγιστικά τα αυτιά τ' αστικά και να γκρεμίσουνε πρώτα αυτά, και μετά να χτίσουνε με ό,τι οι λογής γκουρού κλωσσάγανε και διαλογής φιλοσόφοι ντηλάρανε ασταμάτητα τότε. Το "Magic bus" λοιπόν ξεκινά από ένα απλό συμβάν, ένα καθημερινό γεγονός όταν ο σοροπιασμένος κι υπερχειλίζον λάβερ μας στήνεται στην στάση να πάρει το αστικό για να πάει να επισκεφθεί το ζετεμάκι του, το κοριτσάκι του, το αγγλιδάκι του. (Κι εμείς που όταν το πρωτακούσαμε νομίσαμε ότι μιλά για το μυθικό-ΚΑΙ-αυτό Magic Βus, το λεωφορείο το εκδρομικό που ξεκινούσε το δρομολόγιό του από το Άμστερνταμ, για να καταλήξει στο Κατμαντού τού Νεπάλ. Στο κυνήγι τού καλύτερου χασισιού, της φτιαξιάς τής αξέχαστης κι άσβηστης κι απογειωτικής πάντα.) Όλοι οι στίχοι κλωθογυρίζουνε γύρω απ' την στυτική ανυπομονησία τού νεαρού, που ήθελε να υφαρπάξει άκρατος και ακράτητος το ταπεινό λεωφορειάκι, ώστε να ελαττώσει το μαρτύριο τής αναμονής και της αποστάσεως απ' το σαρκικά ζουμερό αγγλοκουκλάκι! ("Nothing to write home about" δηλαδή.) Η μουσική όμως είναι τόσο κοφτερά κυκλοθυμική, τόσο εωσφορικά κομπρεσσαριστή, τόσο ρυθμικά βασανιστική και τόσο εκκενωτικά απελευθερωτική, που εάν δεν είχες πάρει μέσα σου μια πλαγιά αφγανικού chara, απεκλείετο να εξέλθεις ζωντανός κι όρθιος απ' το οποιοδήποτε ρεσιτάλ τους.


«Δώσ' του / και δώσ' του / Και δώσ' του» λοιπόν, όχι νάνι νάνι τού πασά μου – που λέει το «ελληνικό» καρσιλαματζίδικο άσμα – μα τέτοιο ξυπνητήρι ισόβιο και μοιραίο στάθηκε για εμάς ετούτο το ταπεινό και κοινό μαζικό μέσο μεταφοράς: ένα ξεκόλλημα εκρηκτικό από μιαν εποχή δεξιάς πίκρας και καραμανλικής αντιπαροχής, κομματικής βίας και εκλογικής νοθείας, ανένδοτων και ανέκδοτων – σταματάω όμως γιατί έχω σφραγίσει πλέον ΑΠΟΛΥΤΑ ότι ΟΥΔΕΙΣ ενδιαφέρεται για ΕΤΟΥΤΑ που γράφω. (Δεν υπάρχει όμως άλλος δρόμος και τρόπος απ' το να τα αντιστοιχίσω με την περιρρέουσα κοινωνική τοιχογραφία όπου εμείς μεγαλώσαμε και μας έπνιγε, όταν εμείς τούτο ακούσαμε και μας ανατίναξε, μια-για-πάντα.)



2/ Μy generation


Πιο εθνικός ύμνος τής γενιάς μου από τούτον δεν στάθηκε. Γι' αυτό τούτη τόσο πολύ τον φοβήθηκε, ταχέως στα κόμματα η κουφαλίτσα μάς χώθηκε και στα δισεκατομμύρια των δραχμών βούτηξε, στα εκατομμύρια των ευρώ πνίγηκε και παλεύει τώρα τα μούλικά της να σώσει απ' «την μπότα των δανειστών» – που λέει και η δακρύβρεχτη πρώτη κυρία τής Κυψέλης-τρομάρα μας μαντάμ Περιστέρα, συνάδελφος-σύντροφος-σύνευνος τού κοψομεσιασμένου πρωθυπουργού μας, του πολυτάλαντου, πολυεύσπλαχνου και πολυϋπογράφοντος ό,τι του δώσουν! (Εμ ΑΥΤΟ είναι από σπίτι παιδί, με ανατροφή και υπακοή: όχι σαν τον Γιωργάκη (που όλο επιτροπές έστηνε), όχι σαν τον Αντωνάκη (που με όλους συνεχώς τσακωνότανε), όχι με τον Κωστάκη (που απλώς τα παΐδια στην ψησταριά γύριζε).


Εδώ ομολογείται για πρώτη φορά ότι το μόνο που θέλει και κάνει η «παλιά» γενιά ΠΑΝΤΑ είναι "To put us down". (Πουλάάάκια μου, ΤΩΡΑ το καταλάβατε; Ότι ΑΠΟ ΑΙΩΝΩΝ έτσι πάντοτε γίνεται;) Γιατί υπάρχει κανείς πουρός εξουσιαστής που δεν ζήλεψε τους γλυπτούς κοιλιακούς και το κροσσάτο σακκάκι τού χειμαρρωδώς κατάξανθου Roger Daltrey στο πάλκο; Υφίσταται κανένας κουμανταδόρος διευθυντής που δεν κιτρίνισε βλέποντας τα σπαστικά σάλτα με την Fender-οπλοπολυβόλο ανά-χείρας τού Pete Townshend; Έζησε και επέζησε κάποιο ξερόλικο αφεντικό που να μην ανησύχησε απ' το επιφανειακώς-αδιάφορο, μα τσιμεντοδειδώς-μεστό παίξιμο τού John Entwistle; Και ανεστήθη σώος και αβλαβής κανείς πρωθυπουργός-αρχιεπίσκοπος-στρατηγός που να μην φρενοβλάβιασε (sic) όταν παρεσύρθη και καταπνίγηκε απ' τα τσεκουράτα κρουστά τού Keith Moon;


Μία ατάκα συγκράτησα εγώ από το τραγούδι ετούτο: "I hope I die before I get old"! Γιατί όσο κι αν δεν το ομολογούν οι συμμαθητές μας – που στα κόμματα μπήκανε για να σιάξουνε όνομα και να κάνουν λεφτά, που στα χρηματιστήρια χωθήκανε για να στρωματοφράξουν κομπόδεμα και τραγουδιάρες τού μπουζουκιού να πηδήξουνε, που όρθια πτώματα τωραδά τριγυρνούν και σπρεκάρουν τον άπαντα-κόσμο με σάλια κουραστικά – ΑΥΤΟ ήταν πάντα ο ύμνος των αφανών που είχαν ΑΠΟ ΤΟΤΕ τα πολύτιμα νειάτα τους σακκουλευτεί, και δεν τα ανταλλάσαν με τίποτα τούτα. Κι εδώ, ευκαιρίας δοθείσης, θα συρταρώσω δυό κουβέντες χαρακτηριστικές και σφραγιστικές: 1/ Τί είχε πει ο δύστυχος Jagger; «Εάν πρόκειται στα σαράντα μου, ακόμα να τραγουδάω το "Satisfaction", καλύτερα να πά' να πνιγώ» και 2/ Τί έχει πει ένας διάσημος ανώνυμος; "Youth is wasted on the young" και ξεχέρσωσε μόνος του ένα γεμάτο Μαρακανά, ερήμωσε πάρτη του ένα Καμπ Νου, άφησε άφωνο ένα βιαγκρωμένο Γουέμπλεϋ τίγκα στους πολιτικούς ηγέτες και θρησκευτικούς φάρους, χολλυγουντιανούς αστέρες και φραγκάτους εντρεπρενούρς! (Άπαξ κι είχες ζήσει εσύ τόσο έντονα-δυνατά ΕΚΕΙΝΑ τα νειάτα σου εσύ ΤΟΤΕ, φυσιολογικό ήταν είναι και θα είναι πάντοτε να μην φτάσεις ΠΟΤΕ σε πάρκινσον ηλικία, να μην κάνεις συναυλία τζαμπέ στην Αβάνα, να έχεις βγάλει σύνταξη από την ΔΕΗ στα 49 σου χρόνια. Είτε η πρέζα είτε η μουσική, είτε οι ρόδες είτε οι μόδες σού ψαλιδίσανε τα χρονάκια σου κι ενταφιάστηκες ροδοκόκκινος πάντως.)


Εάν ΕΝΑ στοιχείο χαρακτηρίζει, διαπερνά και στηρίζει, εκτοξεύει και συνάμα «γκρεμίζει» τα τραγούδια των WHO είναι αυτή η εκρηκτική – και προπαντός σύγχρονη για εκείνα τα χρόνια – σύνδεσή τους με την πραγματικότητά «τους», που οφείλεται ακριβοδίκαια και μισά στον στίχο και την μουσική. Με απαράμιλλο καμβά-κέντημα το μπάσσο τού Entwistle, πάνω του πατάν και γύρω του κεντάν' τόσο τα τύμπανα τού Μoon, όσο και η κιθάρα τού (δεύτερου Μεγάλου) Πετράν – για τα δε φωνητικά, ό,τι και να πούμε τελειώνει η αλφάβητος, μαγκώνει το πληκτρολόγιο, φλέγεται το κεφάλι.



3/ We won't get fooled again


Πρόκειται περί της πιστής κι ακριβούς συνέχειας τού προηγούμενου τραγουδιού τους. (Όσο κι όσες φορές κι αν την «πάτησε» μια ολόκληρη, η ίδια πάντα, γενιά – πάλι από την αρχή ξεκινά πιστεύοντας ΚΑΙ ΤΟΥΤΗ ότι δεν θα την ξαναπάθει πια. "Tell me something I don't know" δηλαδή, που λένε άπαντες οι ήρωες οι μάγκες στο σινεμά.) «Δε θα την ξαναπατήσουμε πια», «Δε θα μας πιάσουν κορόϊδα ξανά», «Δε θα ξαναπέσουμε στα ίδια σκατά» – αμάν ρε παιδιά, πιο προφητικό απ' αυτό το τραγούδι υπάρχει; Να βγει ν' ακουστεί στα ιδρωμένα γίδια που χορεύανε στις πλατείες όόόλο το 2015 (Τσίπρας), όόόλο το 2004 (Καραμανλής), όόόλο το 1996 (Σημίτης), όόόλο το 1990 (Μητσοτάκης), όόόλο το 1981 (Παπανδρέου) – σταμάτα κύριε Ντανάκο μας την ηλιθία ελληνική πολιτική, για μουσικάρες μιλάμε κι εσύ γράφεις!


Για "fighting streets" και "morals gone" τραγουδά ο Ρογήρος. Για "shotgun sings the song" έγραψε το 1971(!) ο Τάουνσεντ, καμμιά σαρανταριά χρόνια πριν δηλαδή, προτού «οπλίσω» κι εγώ την ηρωίδα τού βιβλίου μου «τα τρία μι» και πάμε άπατα και τα δύο. Για "We DON'T get fooled again" διατάζει μετ' επιτάσεως, γιατί "History ain't changed", διότι "Slogans are replaced" και περισσότερο και τρανότερο δίκιο δεν θα φανταζόταν ουδείς πως υπήρχε πιθανότητα ΚΑΙ δυνατότητα να ακούσει. (Άλλο να τα λες αυτά μετά τον Μάη τού '68 και πριν το Πολυτεχνείο τού '73, και άάάλλο να μπουκάρεις σήμερα στα αδιάφορα κι ανυπεράσπιστα υπουργεία και να τα κάνεις λαμπόγυαλο πετώντας τρυκάκια. Άλλο να ανήκες ΤΟΤΕ στην Μπάαντερ-Μάϊνχοφ, και άάάλλο ΤΩΡΑ να σαλτάρει το αυταναφλεγόμενο Πανελλήνιο για τις και-καλά άδειες σπουδών ενός σαλταρισμένου μα πουπουλοπεσμένου Ρωμανάκου.) Ναι ναι ναι, ξέρω: άλλο το καλάσνικωφ και άλλο το κιθαρόνι – τότε όμως τα πράγματα ήτανε αλλιώς μαλακά και αλλιώς πάνσκληρα, όπως ακριβώς σήμερα τα ΙΔΙΑ πράγματα είναι αλλιώς πάνσκληρα και αλλιώς μαλακά. ('Cause it all boils down to the one and same story: «Όλα γίνονται για την ιδιοκτησία» όπως επιγραμματικά-σιωπηλά έχει δηλώσει ο Τέρενς Μάλικ και τα ξερόλικα στόματα άπαντα οριστικώς έραψε.)


Τίποτα δεν χάνεται, και ας επαναλαμβάνεται. Τίποτα δεν καταβάλλεται, κι ας είναι ξαπλωμένο στο χώμα. Τίποτα δεν αλλάζει, παρά μόνον ο αδήριτος κανόνας τής ΙΔΙΑΣ τής αλλαγής. Και κάθε πέρασμά της από την ψευδοκάλπη τής κάθε πλατείας Συντάγματος, μόνο στον ΙΔΙΟ κουβά τής μαζικής ηλιθιότητας σε πετά, με την ΙΔΙΑ αυνανιστική καφίγια σε στραγγαλίζει, στον ΙΔΙΟ τάφο ανυπαρξίας και μεγαλομανίας μαρμαρωμένον εσέ να κρατά – εσένα που όλο «δε θα το ξανακάνω» μολόγαγες κι όλο την βελόνα τού μαμαδίστικου εθνικισμού, του οικογενειακού κοτζαμπασισμού, της κρατικής δικτατορίας, της ελληνικής υπαρξιακής παθολογίας βύθιζες αυτοκτονικά κι αποξεχαστικά στης καρδιάς σου την μικροφωνική φλέβα.


Πολλά είπα πάλι. Επιφανειακώς άσχετα, μα ουσιαστικώς καλά-βυθισμένα στο συλλογικό υποσυνείδητο τής δυστύχου ελληνικής μας ψυχής, πόσω μάλλον τής εποχής μου. Γιατί τότε, μπορεί τα τραγούδια αυτά να τα τραγουδούσαν οι WHO, μα όσο μακρύτερα βρισκόσουν απ' το "swinging London" τού Εξήντα, τόσο πιο «στερεοφονικά» την άκουγες, (και δεν έχω κάνει λάθος με το όμικρον πάλι). Για τέσσερα παλιόπαιδα ζωηρά με τύμπανα και κιθάρες εκεί-κάποτε στο Ηνωμένο Βασίλειο κάθησα να γράψω εγώ, και πεταχτήκανε ασυγκράτητες αναμνήσεις και θαύματα, σκέψεις και τραύματα, όνειρα και μπερδεμένες αλήθειες. Γιατί ΤΟΤΕ εμείς δεν ακούγαμε απλώς Μουσική: καθόμασταν βιδωμένοι ηχείων-έναντι ΕΠΙ ΩΡΕΣ και μουλιάζαμε την ψυχή μας ολόκληρη στο σφυροκοπάνημα εκείνων των μακρυμάλληδων ξένων. Μέσα σ' εκείνα τα Sixties – μισοκαραμανλικά, μισοχουντικά – άντε μετά να μπορέσουμε «Ομπρός να σηκώσουμε τον ήλιο» άπαξ και δεν στηθήκαμε για κομμουνιστές, αφού προτιμούσαμε τούς μαλλιάδες-γιεγιέδες, αυτούς που ΟΛΗ η Ελλάδα τού «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» κορόϊδευε μέσω Πάντζα και Τζανετάκου. Γι' αυτό σιωπήσαμε, εμείς. Γιατί οι δυό όχθες τής ζωής μας εκείνης χαράχθηκαν απ' την ανύπαρκτη-ακόμη γέφυρα μέσα μας: απ' την μια η ροκ μουσική κι απ' την άλλη η οικογένεια, το σχολείο, η κοινωνία. Απ' την μια οι ήχοι των Fender και Ludwig και απ' την άλλη οι κατατονικές σιωπές, οι μεροκαματιάρικοι πόνοι, οι φόβοι οι αιώνιοι οι ελληνικοί, καθημερινοί και συνθλιπτικοί, αδιέξοδοι καταθλιπτικοί πάντα. (Θέλετε και απόδειξη; Τα συλλαλητήρια Αθηνών και Θεσσαλονίκης για το «Μακεδονικό» σφραγίζουν επώδυνα κι ανεξίτηλα ότι η Ελλαδίτσα την ασφάλεια τού εθνικού βυζιού, το παχνί τού εθνικού – επιτρέψτε μου, αφού κάνει και ρίμα – μουνιού και τον μισθό τού εθνικού κορμιού ΠΑΝΤΟΤΕ θέλει. Και απ' αυτό, τίποτε εντελώς άλλο.)



Η λέξη «επανάσταση» ΤΟΤΕ δεν ήταν η ΙΔΙΑ όπως την γράφει, την εννοεί και την ζει ΣΗΜΕΡΑ ο υιός Κουφοντίνα-Σωτηροπούλου. Η λέξη «μουσική» ΤΟΤΕ δεν ήταν η ΙΔΙΑ όπως την παίζουν την εννοούν και την ζουν ΣΗΜΕΡΑ οι Ιμάμ Μπαϊλντί και η Μόνικα. Η λέξη «αγάπη» ΤΟΤΕ δεν ήταν η ΙΔΙΑ όπως την γαργαλούν την εννοούν και την ζουν οι εικοσάρηδες, οι τριαντάρηδες και οι σαραντάρηδες ΤΩΡΑ. Εμείς όμως, ο Στέλιος ο Μάκης ο Θόδωρος, ο Αντώνης ο Χρήστος εγώ έχουμε μείνει ΕΚΕΙ, εκείνην την χαραματιανή την βραδυά κατά Γούντστοκ-μεριά που ο Ντάλτρεϋ τις ψυχές μας κατέστιξε με το επινεφριδιακά θρησκευτικό "See me, feel me, touch me". Και σε τούτες τις απλές μα τόσο παντοδύναμες λέξεις εμείς την ανάσα και πορεία μας κλείσαμε κι έκτοτε ταπεινά περπατούμε δίχως λέξη δημοσίως να βγάζουμε, παρά μόνον εάν έχουμε μπροστά μας μπουκάλι ή κομποσκοίνι, την διαθήκη μας ή το πιστόλι μας. Ακούγοντας σιωπηλά και ισόβια το "The seeker" το "Behind blue eyes", περιμένοντας το "5:15" τής ζωής μας το τραίνο. (Που ακόμα να έλθει αργεί κι ας αργήσει αυτό όσο θέλει – εμείς The WHO θα ακούμε συνεχώς σταθερά, και δυνατά πάντα.)

 

 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2018

Διαβάστηκε 289 φορές Τρίτη, 06 Φεβρουαρίου 2018 15:37