Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

Ένας γηραιός άνδρας πεθαίνει μόνος. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)

 

 

Τον γνωρίζω, τον ξέρω ελάχιστα, τον αγαπάω πολύ όμως. Είναι ένας παλαιός και μοναδικός αρσενικός, ένας μεγάλος αδιάφορος τρυφερός, ένας στυγνός εραστής κι ανιδιοτελής εκμεταλλευτής των ανθρώπων. Άνδρας – και ΠΟΤΕ «άντρας», μ' εκείνο το ντουβάρικο ντι, τ' αρβανίτικο χοντροκοπιάρικο νι-ταυ – που αν και παχύσαρκος παραμένει ισοβίως λεπτός, ευαίσθητος και σκληρός, αναίσθητος κι ισχυρός, ολότελα όμως δοσμένος στους άλλους. (Μα ας μην τα πω άπαντα από την αρχή.)


Ίσως κι εγώ να γέρασα, στα εξηνταπέντε μου πλέον. Ίσως κι εγώ να έχω από δεκαετιών βαρεθεί, όπως κι εκείνος από αιώνων. Ίσως κι εγώ, αφότου εξήλθα τού μητρικού τού βωμού, το όλον κόλπο πανηγυρικώς να ανθίστηκα – από νωρίς μάλιστα – κι από τότε ξερνάω ζωή στο χαρτί, ψυχή στην φωνή και σώμα στο λυώμα.


Λοιπόν ξεκινώ: Αυτήν την στιγμή που το γράφω και την ίδια στιγμή που εσείς με διαβάζετε, ένας άνθρωπος και δη γηραιός πεθαίνει και σβήνει παντέρημα μόνος, στο σπίτι του. (Η Κόλαση επί Γης είναι και όχι στην φαντασία τού Δάντη, η Κόλαση στο σαλόνι στην κρεβατοκάμαρα βρίσκεται, στο γραφείο παραμονεύει και στην κουζίνα χορταίνει.) Δεν ξέρω ακόμη εάν οι άνθρωποι πρώτα σβήνουνε και κατόπιν πεθαίνουν, ή πρώτα πεθαίνουνε και μετά σβήνουν. (Όχι, μα θα το γράψω εγώ και σημειώστε το σεις, στις παρέες σας να το πείτε.) ΚΑΙ τα δύο ταυτοχρόνως συμβαίνουνε στην ζωή, τραγικά δυστυχώς κι ισοβίως: Οι άνθρωποι ΚΑΙ πρώτα πεθαίνουν (οι ίδιοι) και μετά οι άλλοι τούς σβήνουνε, ΚΑΙ οι άνθρωποι πρώτα σβήνουν (δεν θέλουν άλλο να ζουν) και μετά οι άλλοι χαριστικά τούς πεθαίνουνε – τέλος λοιπόν τής μακράς και ομιχλώδους παράγραφου ετούτης.


«Τί τα θέτε», που λέει ο Γκιωνάκης. Όταν ο Θάνατος έχει μπει σπίτι σου, «...είναι αργά για δάκρυα Στέλλα» δεν θυμάμαι ποιος το 'πε. Άμα μάλιστα είσαι και ζεις μόνος σου, δεν έχεις την καριόλα με τον φλεβίτη-κισσό, την μπατάλω με την απύλωτη και διχαλωτή γλώσσα, την μαλάκω να σού σωτάρει τα κιρρωμένα συκώτια κάθε πρωί – ε τότε Χάριν Κυρίου σού επιδίδει ο Γκρέητ Χάρβεστερ το παυσίλυπο προσωπικό μήνυμά Του και σού κόβει το νήμα αιφνιδίως και αυθωρεί.


Όχι φίλες και φίλοι, δεν σας ψυχοπλακώνω εδώ-τώρα. Ο Θάνατος «μάγκες και κούκλες» – τί έπαθα χαραματιάτικα με τον κινηματογράφο των Fifties; – από μιά σοβαρή και καταληκτική ηλικία μετά, φίλος γκαρντασιακός καρδιακός είναι, ο ταχυδρόμος που σού φέρνει την σύνταξη, η ανιψούλα που την ονομαστική σου γιορτούλα θα θυμηθεί (και θα τής αφήσεις το εξοχικό στην διαθήκη σου. Να πηγαίνει να πηδιέται να χαίρεται, να ξεσκίζεται να τσακώνεται, να γλεντά να παντροκοπιέται με τους χιπστεράδες τούς φλώρους της, καλά να 'ναι η κούκλα).


Άϊ ρηπήτ, (πώς λέμε «άϊ σιχτίρ»;) Ο Θάνατος – άμα ζεις μόνος σου από πάθος κι επιλογή, από μανία κι απόγνωση, από θεία επιφοίτηση κι εγωισμό αυτοκτονικό – ο καλύτερος φίλος σου είναι κι ετούτος ο θεϊκός εντολοδόχος, μόνον με τους άνδρες «τα βρίσκει» αληθώς-τελικώς. (Ώρα λοιπόν έρχεται κάποτε και για σε, μ' εκείνον «να τα βρεις» και εσύ hombre.) Σιγά μην είναι καληνυχτάκιας-μαλάκας ο θάνατος, να κάτσει να συνεννοηθεί με γυναίκα! Τί μού 'πε κάποτε ο Απόστολος; (Και ανοίγω μεγίστη παρένθεση, πυκνή ζουμερή.) Ποιός είναι ο Απόστολος; Αχαχα... Όταν κυρίες και κύριοι, οι έλληνες εκδοκότες τολμήσουν να εκδώσουν το «Ελένης νήσος» μου, τότε θα επιφανεί πάλι τής Μακρονήσου ο ψυχοπομπός, της Αριστεράς ο διαπομπευτής, της αγΕλλάδας τής αραχτής ο διακορευτής – δια πένας και στόματος ιδικών μου.) Οπότε, τί μού είπε ο Απόστολος τότε; «Η γυναίκα παιδί μου έβαλε τον διάολο στο μπουκάλι, είναι για να τα βάζεις μ' αυτή; Και σου μιλώ για τον διάβολο, γιατί η γυναίκα ποτέ δεν πεθαίνει, αφού για τ' ανύπαρχτα τα αρχίδια της τον θάνατο έχει»! (Και εξηγώ, χρόνο έχω εγώ, εσείς ανάφτε τον θερμοσίφωνα και βάλτε ποτάκι.)


«Ήτανε που λες παιδί μου η γυναίκα και στο μπουντουάρ της καθότανε, και χτενιζότανε, και στην καθρεφτάρα της μέσα αυτή κοιταζόταν. Και τρωγόταν η κουφάλα κι από πάνω και μόνη της – βρε τί άσχημη είμαι και πώς πάχυνα, δεν του μιλάω εγώ και γιατί δε μου μιλάει αυτός, μα γιατί το παιδί δεν τα παίρνει τα γράμματα και να την θάψω του μαλάκα τη μάνα, πεθερά είν' αυτή; Μιλάμε όλο τον κόσμο η γυναίκα στα χείλια της κλωθογύριζε κι ανακάτευε, κι ετούτο το έκανε μόλις κι απλώς σαν χτενιζόταν. Κι έπιανε από δω τα πεσμένα βυζιά, χούφτωνε από κει τις δίπλες στη μέση, σφαλιάριζε τα μεσόμπουτα πώς είχαν πρηστεί και ζουλούσε τις σακούλες κάτω απ' τα μάτια. Και έβριζε η κουφάλα παιδάκι μου, έβριζε έξω της κι έφτυνε μέσα της – Θεέ μου και Κύριε, πώς γίνεται τούτο; – και ΟΛΑ τής φταίγανε, σου μιλάω για ΟΛΑ. Κι επειδή η ιστορία τούτη το Σύμπαν κουνά ξεκασώνει ανατινάζει, ε, κάποιος έπρεπε ν' αναλάβει την σκατιάρα δουλειά να τη φέρει σε πέρας, τη σκρόφα οριστικά να ρουμπώσει. Και για να μην ο Μεγαλοδύναμος λερωθεί, έστειλε τον Θάνατο να την πάρει. 'Πριτς, Μεγάλε' απήντησε εις τον Κύριο, ο ατυχής τούτος κι υπάλληλός του. 'Εγώ, αν θες να ξέρεις Μεγάλε, με πουτάνες δε μπλέκω, κανόνισε. Δε πάω ρε, δε πηγαίνω, πώς να στο πω; Γιατί τί είπε κάποτε ο χαΐστας Μπερτόλης; «Έχω δει πουτάνες και πουτάνες στη ζωή μου, αλλά σαν τις γυναίκες καμιά»! Είδε κι απόειδε λοιπόν ο Θεός και τί να κάνει ο πολυάσχολος CEO Ουρανίων και Παραδείσου; Διέταξε το σταθερό του "back-up", τον Διάβολο με την Ευλογημένη Ονομασία Προέλευσης, τον Εωσφόρο χιμσέλφ άρδην κι αμέσως ενώπιόν του να τσακιστεί, 'Έχω μία μισιόν ντε κονφιάνς ρε μούλε για σένανε, και θέλω να την εκτελέσεις αμέσως. Καπίσι;'»


(Από ένα σημείο και μετά, την ιστορία ετούτη εγώ αυτοπροσώπως και ιδιοχείρως την πλέκω την διηγούμαι την συνεχίζω, καθώς ξέρω καλά για ποιό πράγμα μιλώ.)


Και έδωσε που λέτε ο Πλάστης ΤΗΝ σοφή εντολή, ο Σατανάς την Γυνή να πλασσαριστεί, ν' ακοστάρει σβέλτα και πονηρά το άπιαστο θηλυκό, ώστε «στο τσουβάλι να το βάλει». Κι εκεί που καθότανε χτενιζότανε κι αυτοματαζιότανε το σιλικονάτο σύνολο πόθου και ψόφου, σκάει ο οξαποδώ από πίσω της και τηνε στρώνει σε ένα πιπίνι γλειψιάρικο, μα σε ένα ψηστήρι καυλιάρικο, ωρέ σε ένα κομπλιμεντάρισμα-μπετονάρισμα... που μέχρι κι εκείνη η λεσβιοαλόγα η Γκρέτα Γκάρμπο μωρέ, δωρεάν και από καρδιάς θα τού τον είχε πάρει στο στόμα. Χα! Ατάραχο και απρόσβλητο το θηλυκό, νιώθει στους προπύργιους και αδύναμους ώμους της τα ιδρωμένα κοκκαλοδάχτυλα τού Πονηρού, την διαπερνά ένα αφροδίσιο σύγκρυο (που τύφλα να 'χει η επέλαση τού ΣΔΟΕ στο λογιστήριο), γυρνά κομματάκι το κεφάλι επιδεικτικά και τού απαντά, κόβοντάς τον διερευνητικά κι επιτακτικά τούτη: «Ρε μαλάκα διάολε-πώς σε λένε. Νομίζεις ρε, πως μαζύ μου μπορείς, να τα βάλεις εσύ ρε; Όχι πες μου, μπορείς; Το πιστεύεις εσύ, όχι πες μου, εσύ το πιστεύεις ότι δύνασαι και μπορείς, μ' εμένα το Γλυκό το Στενό, το Μεγάλο Κενό, το Βαθύ Σκότος εσύ να τα βάλεις;»


Φίλοι γνωστοί μου και άγνωστοι, αναγνώστες τού νέου κειμένου μου τούτου σπατουλαριστοί και ρέκτες τής παλαιάς λογοτεχνίας μου απηνείς, απαντήστε μου σεις, τί θα μπορούσατε να τού πείτε; «Κάτσε καλά μωρή τρελή» ο κερασφόρος τής απαντά, «διαθέτω εκ Θεού εντολή να σε πάρω μαζύ μου και εις την ορθήν Οδόν της Ζωής να σ' επαναφέρω, έστω και τώρα, έστω κι αργά». (Νά, κάτι τέτοιες πομπώδεις κι ουρανομήκεις μαλακίες κορνάρουμε εμείς οι άντρες και μάς έχουνε πάρει «στο χοντρό τους και στο ψιλό», απ' την Ντόρα Μπακογιάννη μέχρι την Λίνα Μενδώνη, απ' την Σία Κοσσιώνη μέχρι την «πρόσεχε μη ρουφάς άλλο, θα σου μπει το σεντόνι».... χαχαχα, δεν θα σε σώσει Ντανάκο η ρίμα απ' την σεξιστική τους κατακραυγή.) Για να μην σας κουράζω εγώ – αφού ήδη καταβεβλημένος πολάκης [sic] πια είμαι – το ντέρμπυ μεταξύ των αληθινών «αιωνίων» ad infinitum θα συνεχιζότανε, εάν η Γυναίκα δεν πέταγε το τελικό επιχείρημα-πρόταση, (που μόνο Αυτή κι ο Ταγίπ Ερντογάν κατέχουν και ξέρουν να το χειρίζονται και πάντοτε να κερδίζουν). «Λοιπόν, ρε διαολομαλά', πώς σε λέ'. Για να τελειώνουμε ρε. Αν είσαι μάγκας και ομορφόπαιδο – και δεν κλάνεις πίσω απ' το οικόπεδο – αν είσαι όπως μας λες ικανός και διάολος σωστός, έμπα ρε πούστη αν μπορείς μέσ' στο μπουκάλι! Νά, σ' αυτό το μπουκάλι εδώ, στο μπουκάλι αυτό το μικρό, με το ελάχιστο άρωμα που 'χει μείνει και δε μου δίνει ο μαλάκας λεφτά ρε καινούργιο να πάρω εγώ, να το αντικαταστήσω να το γεμίσω, μη του γαμήσω..


(Τα υπόλοιπα τα φαντάζεστε, νοήμονες είστε, δεν είστε κολωνακίου ακτήμονες, ούτε κορωνοϊού επιστήμονες.) Τον έριξε στο male φιλότιμο και στην female κόντρα το γύναιο – ποιόν τον διάβολο ρε, τον ημίθεο και θεάνθρωπο τούτον που περιτρέχει την Γη και φροντίζει άπαντα να γίνονται κώλος – αφού όπως λέει ο γίγαντας Κώστας «ωραιότερο πράγμα απ' τον κώλο δε γίνεται», («γι' αυτό αναλαμβάνει την σκατένια δουλειά τούτος να κάνει» εγώ πετιέμαι και συμπληρώνω). Τέλος φίλες και κύριοι: από εκείνην την «ιστορική» – όχι των Πρεσπών – την στιγμή, η Γυναίκα έβαλε τον Διάβολο στο μπουκάλι και τονε βγάζει «εξόδου» όποτε ΤΟΥΤΗ γουστάρει. (Πώς βγάζει ο Στέλιος μας ο M.C., της ελληνίδας Μπελλούτσι το πετί-πούμα στο ντάουντάουν-Ηράκλειο, με την ροζουλιά-μαργαριταρένια λαιμαριά βόλτα; Έτσι!)


Κατόπιν λοιπόν τούτης τής τσιχλώδους, δυσνοήτου και ντανοφωτικά-εξοντωτικής παρενθέσεως, με τα ανωτέρω «κεντρικά κι ουσιαστικά» ξανά σάς συνδέω. Για τον θάνατο μιλούσα εγώ – τον διάολο ποιός τον γαμεί – και δη αυτόν που στο σπίτι μου/μας, τους/σας έχει μπει και διαρκώς απειλεί, σιγά ρε, πείτε του να κλείσει την πόρτα γιατί μπάζει και μας έχει σηκωτριχιάσει τ' αρχίδια. Κι επειδή ξεκίνησα να μιλώ για τον δικό μου τον Άνδρα τον Γηραιό που ΑΥΤΗΝ την στιγμή σβήνει πεθαίνει, ΕΝΑ έχω να πω: Όταν ο Άνδρας τον θάνατό του αντιμετωπίζει και συναντά – εάν είναι μόνος του – τότε ο Θάνατος μεταβάλλεται σε αρνάκι. Έχετε δει εσείς στο σινεμά την ΕΒΔΟΜΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ τού Μπέργκμαν; Αυτήν την γκριζομαύρη σκηνή την απόκοσμη κι εφιαλτική, όπου ο Χάρος παίζει σκάκι με τον Άνθρωπο-Πρίγκηπα φάτσα; Εκεί όπου πίσω τους δεν υπάρχει καν Γη, άσε δε Ουρανός αλλά η Αποκάλυψη... Πάντα; ("Teaser", που λένε οι Κουτσογιαννόπουλοι των πρωινάδικων: Ευτυχώς που ζει και δημιουργεί ο Μέγιστος Διάδοχός του ο Τέρρενς Μάλικ κι έτσι ο ανυπέρβλητος σουηδός δεν έχει βρυκολακιάσει.) Τον κοιτά τον γροικά ο Θάνατος τον Άνδρα κατάματα και δεν τον φονεύει κτυπά, δεν τον ξεφτιλίζει διασύρει παραπετά, μα αδιόρατα τούτος χαμογελά, με την ασφάλεια και σιγουριά νικητή κυριάρχου. Και σταματά, κάνει πίσω, σεβασμό βγάζει και τελικώς προσκυνά! (Τέτοιες στιγμές, ακόμη κι ο ίδιος ο Θεός, σκέτη δευτεράντζα κομπάρσος μάς είναι.)


Όταν ο Θάνατος μπαίνει στο σπίτι σου να σε πάρει κι εσύ είσαι μόνος σου, γονατιστός και μετανιωμένος, ημιθανής και σε αποσύνθεση, ο Θάνατος σε λυπάται να σε βασανίσει, άσε δε να συλλυπηθεί. (Τα μνημόσυνα και τα κόλλυβα είναι για τις καρακαυλωμένες τις χήρες, με τις τσιτωμένες ζαρτιέρες, το ερεθιστικά χαραδρωμένο και βαρθολίνεια μουσκεμένο το στρινγκ και το δαντελένιο σουτιέν με τα φορτωμένα και ώριμα ατρύγητα στήθια). Όταν ο θάνατος μπαίνει στο σπίτι έρημου και μοναξιασμένου εργένη – άσχετο εάν αυτός όλο τον κόσμο αλώνισε και λιάνισε κάποτε – εκεί και προς αυτόν βαίνει προσεκτικά, ελαφρά, με λεπτή την καρδιά. Γιατί ο ανήρ στην δύση τού βίου του – και δη ο ανήρ ο κιμπάρης και άρχοντας, ο Αθηναίος και κοσμοπολίτης, όχι ο βάρβαρος και ψηλομύτης – λάμπει και εκτυφλεί, την τελευταία ικμάδα αρρενωπότητας καταθέτει με αυταπάρνηση και γοητεία και είναι αυτή ιερή, σαν το πρώτο σπέρμα εφήβου σπυριάρη.


Όταν πεθαίνει κάπου εις γηραιός, ΑΜΕΣΩΣ γεννάται αλλού ένας νιός κι ετούτη η καραβίσια αλυσίδα ποτέ της δεν σπάει. Ναι, άπαντες εξερχόμαστε μέσω διόδιων κολεού μα μόλις βγούμε στο φως, στα τέσσερα πέφτουμε και το Σύμπαν ευχαριστούμε, του Κυρίου τα σεπτά χέρια φιλάμε εμείς κλαίγοντας, καθώς μόνον οι Άνδρες κατέχουνε τα κλειδιά και συνωστίζονται παροικούν τον ναό τής Ευγνωμοσύνης. (Είδε ρε κανείς ποτέ σας γυνή, να σας πει ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ κι ΑΛΗΘΩΣ καν ένα «ευχαριστώ» μόνο κι απλό; Όχι λέω εγώ, εγώ την ευθύνη αυτήν τραβώ πάνω μου κι εξηγώ: η Γυναίκα είναι για να λέει «παρακαλώ», και θέλει κλειτορίδα από χρωμιομολυβδαινιούχο ατσάλι για να το πει, τούτο-αυτή-όλο. Επαναλαμβάνω: η γυναίκα ζητά και ο άνδρας δίνει, η γυναίκα παρακαλεί κι ο ανήρ ικανοποιεί, η γυναίκα απαιτεί κι ο αρσενικός μας ευχαριστεί, χαρίζει, προσφέρει. Πώς το κλείνει η Νταϊάν Bενόρα στο ΗΕΑΤ; "The rest is the mess you leave behind.")


Το ξέρω, το νιώθω, το αισθάνομαι. Τώρα και δυνατά, «δυό ποτά πιο δυνατά» που έγραψε περίφημα ο Ρέημοντ Τσάντλερ. (Δεν ξύπνησα τζάμπα από τα χαράματα, δεν σηκώθηκα απ' της σπηλιάς μου το πέτρινο προσκέφαλο, για να σας γράψω ετούτα.) Πετάχτηκα πάνω γιατί άκουσα μιά Φωνή να βογκά, μιά Ψυχή ν' αλλυχτά, ένα Σώμα να πέφτει – is this death ρε; Σηκώθηκα μ' ένα τρέμουλο των χειλιών και κλώτσησα το σκοτάδι από γύρω μου, να ανάψω το πορτατίφ, να βάλω καφέ γαλλικό, ν' ανοίξω την οθόνη τού υπολογιστή, στο κρύο κι επίπεδο «μάρμαρο» εκεί πάνω τις λιγοστές λέξεις μου να σκαλίσω. «Πεθαίνει ο Γηραιός ρε» άκουσα με τ' αυτιά μου την καρδιά μου να μουρμουρά, «σβήνει ο Άνδρας μας ο παλιός ρε» επανέλαβα για να το πιστέψω, να το χωνέψω ο ίδιος. Γιατί άμα έχεις συνειδητοποιήσει εκκωφαντικά τα 65 σου – και δεν έχεις δώσει σ' αυτό καμμιά σημασία – τότε μόνο είσαι σε διαρκή επαφή με τους αναχωρούντες κάθε στιγμή, τους υπ' ατμόν για την βάρκα τού Χάροντα, τους ταξιδιώτες τού ομιχλώδους πορθμείου «Κυθήρων». (Μεγάλε Τεό Αγγελόπουλε, πόσο τυχερός είσαι που έζησες και δούλεψες μ' έναν Μαστροϊάννι και έναν Κατράκη;) Γιατί ο Αχέροντας – επιμένω εγώ – δεν βρίσκεται στην «ανδρόεσσα» Ήπειρο αλλά πολύ πιο κοντά, επικίνδυνα και σφαγιαστικά πιο κοντά, άντε ως τον διάδρομο το σαλόνι, την βεράντα την χέστρα, την κλίνη και το κουτί με τα χάπια.


Ξέρετε μάλιστα άνδρες αναγνώστες και άγνωστοι φίλοι μου, ποιό το απρόσμενο αντίδωρο είναι; Ότι στο κρυφό ματς μεταξύ μονήρους ανδρός και βιαστικού θάνατου – αυτός που χάνει, ο δεύτερος είναι! (Κι αφήστε τον Στράτο Διονυσίου απ' το στασίδι των φυλακών Κορυδαλλού να ψάλλει το ανεπανάληπτο «Αυτός που μένει αθάνατος / Είναι μονάχα ο θάνατος»...) Όταν μπουκάρει ο δρεπανηφόρος με το τριαξονικό άρμα του για «να φορτώσει», μπροστά στον Άνδρα τον Γηραιό, τον Μόνο του και Γυμνό, τον Καταπεπτωκότα και Ηττημένο – ο ίδιος ο Θάνατος κάνει πίσω. (Θα τονε πάρει μαζύ του ΚΙ αυτόν φυσικά, μα...) Γιατί Άνδρας είναι κι ο Θάνατος βρε, βαρέστε τις καμπάνες Κωνσταμονίτου αβέρτα. Σηκώστε μουεζίνηδες απ' τον μιναρέ Αλ Ραχμάν, σαολινοκινέζους ερημίτες απ' το Σε Τσουάν και κοκαϊνομανείς ιερείς απ' τις Άνδεις. Ο Θάνατος άνδρας κι ετούτος εστί, ο Άνδρας τον θάνατο φέρνει και είναι – ορίστε γιατί. (Ας το πω, ας το χώσω εδώ να μην ακουστεί, εδώ ας το μυστικό κρύψω: ο θάνατος πούστικα αρπάει το μουνί, τον πούτσο όμως ο θάνατος καταπρόσωπο τον κλαδεύει. Γιατί αν καθότανε το μουνί σαν γατί, ο κάθε μίστερ θάνατος να το λυώνει να το σκοτώνει – δεν θα υπήρχε στην Γη πια Ζωή, το «έργο» προ πολλού θα είχε τελειώσει. Γιατί ΕΥΤΥΧΩΣ-ΘΕΪΚΩΣ που υπάρχει θάλλει και ζει το ασύλληπτα-συλλημένο αιδοίο τ' αθάνατο που στηρίζει φροντίζει, βυζαίνει κι απομυζαίνει η ίδια η τροφός και παραγωγός Μήτρα την εσαεί κινδυνεύουσα την Ζωή – ο άνδρας είναι μόνο για ζημιά και καταστροφή, πόλεμο γκρέμισμα, μετοχές στα χαρτιά και συστήματα οπλικά, πάρλα τού κώλου και πούτσα τού κεφαλιού.)


Δεν ξέρω τίποτα, παρά ένα: είμαι μόνος μου στην ζωή, όπως πάντοτε ήμουν. (Όπως βέβαια άπαντες είμαστε, απλώς η μαμά και η πεθερά, η κόρη κι η ερωμένη, η Εφορία κι η Πολεοδομία μάς ενοχλούν μάς απασχολούν, μας ταλαιπωρούνε μάς δυστυχούν, μας οργάζονται και μας ευτυχούνε.) Και τώρα που απολαμβάνω – εμένα μού λες; – το παγωμένο μαρμάρινο, αχανές και απρόσωπο «κεφαλόσκαλο» των εξήντα πέντε μου χρόνων, ΕΝΑΝ έχω αποκλειστικά να κοιτώ, ΕΝΑΣ βρίσκεται συνεχώς-συνεπώς έναντί μου. Και δεν είναι εχθρός μου αυτός, δεν είναι αντίπαλος ισχυρός, δεν είναι κατακτητής ιταμός να με σακατέψει, να μ' αφαλοκόψει: ο θάνατος σέβεται τον μόνο του άνδρα τον γηραιό, ο Θάνατος τα δισκόφρενά του πατά μαλακά μπροστά στον γονατισμένο-πεσμένον τον Άνδρα. Η τελευταία τούτη ιερουργία σ' ένα μάλιστα σπίτι τόσο εκκωφαντικά αδειανό – από χαρά γυναικός και φασαρίες παιδιών, συνεργατών τις πουστιές και κλεψιές υπαλλήλων, Δημοσίου προείσπραξη και Ιδιωτικού επικουρική – ακουμπά σε Δελφούς και στην Δωδώνη εφάπτεται, το Κατερινιώ τού Σινά αλφαδιά να πατά με το Βατικανό τού Παπά, η ακίνητη Μέκκα πυριφλεγής με το σκατολασπωμένο το Βαρανάσι παραστέκουν την έξοδο τού Ανδρός Παλαιού και δη Γηραιού, που τώρα Μόνος πεθαίνει. (Κάντε εικόνα τα προηγούμενα έστω για λίγο σάς παρακαλώ, κι αν δεν τρομάξετε, θα καταλάβετε γιατί εμείς οι ελάχιστοι έχουμε μείνει εδώ κι αποφάσισα ξανά να μιλήσω εγώ.)


Εμ γι' αυτό χορεύει τρελά-μανικά ο Ζορμπάς στην ακρογιαλιά. (Ό,τι τού 'λειψε τού δύστυχου τού γραφιά Καζαντζάκη, έκατσε τούτος και μοναδικά το αποθανάτισε.) Γιατί ο θάνατος, ένα ύστατο χάδι στο μάγουλο είναι, σ' αυτό τής βασανισμένης ψυχής όμως. Γιατί ο θάνατος.., πώς το είπανε σαμουράϊ μοβόροι πολύπειροι; «Άμα νιώσεις ένα κρύο σύννεφο, πάνω απ' τα κεφάλι σου και κοντά, ο θάνατος είναι.» Κι αν βότσαλα ή σύννεφα στο μπαρόκ σαλόνι τού Γηραιού δεν χωρούν δεν υπάρχουν, εάν ανάμεσα στους πανάκριβους πίνακες και τις λεπταίσθητες κρυσταλλερί, τα παχειά τα χαλιά και τις πολυθρόνες με το μουσκεμενοξεραμένο παρελθόν ο Χώρος κι ο Χρόνος έχουν παγώσει παρ' όλο το malt αλκοόλ, παρ' όλα τα κόκκινα Dunhill – ε, τότε έχει προσέλθει ο θάνατος οίκαδε άνδρες μου και κάντε σιωπή όλοι.


Ο Θάνατος ο ίδιος ανεπιθύμητος και απρόσωπος, ψηλός ευθυτενής και υπεύθυνος, ο πρώτιστος μάνατζερ και ύστατος διευθύνων στέκει και στέκεται δίχως την παραμικρή κίνηση να χρειάζεται για να κάνει. Κι απέναντί του κοντά, τρέμει διπλώνει κρατιέται πονά ως last-man-standing o γέρος αρσενικός, έχοντας το μπαστούνι πετάξει. Πάνω απ' το ξεχειλωμένο το κατρουλιοχεσμένο του σώβρακο φορά το σακκάκι το «διπλοσταυροκουμπωτό» (που άδει ο Ψυχογιός), έχει χώσει στο αριστερό επιστήθιό του τσεπάκι αντί για pochette το κυλοττάκι τής τελευταίας του βιζιτούς και στο ελεύθερο χέρι του κρατά το βαρύτιμο Βοημίας ποτήρι με το κεχριμπάρι Σκωτίας άκρατο φυσικά, άπιωτο φυσικά, το δικό του - αιθανόλης και τριγλυκερίδιων - θολό αίμα.


Επιτρέψτε μου και αντέξτε με, καθώς μόνον εγώ τα γράφω αυτά(1) και γι' αυτό(2) σταμάτησα κάποια στιγμή να τα γράφω αυτά(3) Στέλιο). Στα πόδια του, αντί για του ΜΟΥΡΙΑΔΗ τα μαύρα oxford δετά τσαρουχωμένες είναι δύο λερές στραβοπατημένες παντόφλες, τα γυαλιά κοντεύουν να πέσουνε απ' την μύτη του, μιά κιτρινισμένη απ' τα σάλια την νικοτίνη και με τα υπόλοιπα-σούπας φανέλλα του να φορά και η σεβαλιέρα στ' αριστερό μικρό δάχτυλο – στο δεξί την φοράνε ο Σταυράκης Θοδωράκης ο ντε Ποτάμι κι ο ΚωΝσταΝτίΝος Γλύξμπουργκ ο ντε Γκρέτσια – ως τελευταία σφραγίς και το πούρο habanero στα υπόλοιπα λιπόσαρκα δάχτυλα μαγκωτό. (Αναμμένο μεν, μα ακάπνιστο πια.) Ένα σώμα κρεμασμένο λιανισμένο στραγγισμένο πλήρως από ζωή, ένα κορμί που έζησε άπληστα, έδωσε πήρε, χάρισε άρπαξε, ήπιε και έχυσε, έφαγε κι έχεσε και τώρα δεν έχει ΤΙΠΟΤΕ άλλο να κάνει.


Ο θάνατος είναι ο πρώτος τροχονόμος κι ο τελευταίος σταθμάρχης, εγώ το 'χω κι αυτό πει (κι έχω μόνο εγώ κουφαθεί). Γιατί έρχεται ΠΑΝΤΑ και ΜΟΝΟ την ώρα που ΑΥΤΟΣ ξέρει και κρίνει, ορίζει και επιβάλλει – σιγά μην εξαρτιόταν και αφηνόταν αυτός «στον πατριωτισμό» των μαλακισμένων ημισ-ελλήνων. Όταν σε πλησιάζει και σε αρπάζει αυτός, είναι το γνωστό Σύμπαν και ο άγνωστος Κόσμος ολόκληρος που υποτάσσονται στις Ώρες στις Μοίρες, στην Δίκη στην Νέμεσι, στο Κάλλος στην Χάρι. Αυτός ξέρει και τούτο αρκεί – όχι ρε θα κάτσει να περιμένει κοτζάμ δίδυμος αδελφός Ύπνου το κάθε Μπακογιαννάκι να τιτιβίσει «και βγήκε και δεν βγήκε» το λαλημένο κακόμοιρο, το κοπαδιαστά ψηφισμένο απ' τους ψεκασμένους «υπεύθυνους κι ώριμους» πολίτες και πωλητές τούτης τής άμπαλης άκαυλης και άμυαλης χώρας.


Τέλος.


Αυτό και αυτή είναι όλη και η υστάτη τού ανδρός η χαρά: το τέλος. Είτε σού έρχεται με την μορφή Χάροντα, είτε σε ρόμπα πεθεράς καταφθάνει, (που σου ψήνει στο micro-wave στόμα της το καυλί μιά ζωή, γιατί το δίνεις τής κόρης της συ και όχι τής ίδιας). Beware λοιπόν άνδρες και φίλοι μου, ένα θα πω τελευταίως: Φροντίστε την ώρα τού δικού σας θανάτου να είσαστε μόνοι σας, όσο κι αν αυτό ακούγεται από παρακινδυνευμένο έως απαράδεκτο, μακάβριο κι εφιαλτικό, αδιανόητο και εξουθενωτικό. Σηκωθείτε από κρεβάτια κι εντατικές, από τηλεοράσεις και όποιες δουλειές, από χημειοθεραπείες και θηλυκές αγκαλιές και ισοσταθείτε στο όποιο ύψος σας, του ατομικά-δικού σας θανάτου. Πιάστε τολμήστε αδράξτε το παγωμένο χέρι τού ΑΛΗΘΩΣ «διεθνούς δρεπανηφόρου» ετούτου και ΑΜΕΣΩΣ κι ΑΝΩΔΥΝΑ στην επόμενή σας ζωή θα περάσετε, μετά βαΐων και κλάδων, οργάνων πνευστών και τυμπάνων κρουστών, κορασίδων Παναθηναίων και μειρακίων Σπαρτιατών.


Αυτό-τούτο είναι το επικό κι ύστατο μάθημα τού Ανδρός Γηραιού μα προπαντός Παλαιού, που πεθαίνει μόνος μονάχος του «επί Κολωνώ», καιρό τώρα. Κι εγώ, ως Κυψελιώτης ευαίσθητος και φωκιωνεγρίτης εργάτης, ως ιχνηλάτης οξυδερκής κι εραστής διακαής σάς μεταφέρω – εκ μέρους του, τολμάω να πω – την δική του σοφή παρακαταθήκη. Λίγοι θα με διαβάσουνε, ελάχιστοι θα το καταλάβουν. Ολίγιστοι δεν θα φοβηθούν να ξαναμπούνε στο κείμενο και καναδυό θα το μασάνε ώσπου να το χωνέψουν. Κι όταν θα έλθει και η δική μου η ώρα σιμά, στον θάνατο μπροστά εγώ να στηθώ, εύχομαι στα τρεμάμενα χέρια μου να κρατώ αυτές εδώ – απ' τις χιλιάδες υπόλοιπες – τις σελίδες. Και με όση φωνή θα 'χει μείνει στα σπλάχνα μου, να διαβάσω – εκ μέρους τού Λαμπρού Μόνου και Παλαιού Γηραιού – τις λέξεις μου τούτες τις λατρευτικές και θωπευτικές, τις συμπονετικές κι αφιερωτικές προς τον Θάνατο ίδιον.


«Aβέ, γειά χαρά» θα αρθρώσω δειλά, «Καλώς τον Άρχοντα» να του πω φωναχτά κι ας μου τρέχουν τα σάλια απ' την συγκίνηση και τα δάκρυα απ' τον καταρράκτη. (Αφού δεν ήρθε να με πάρει όταν ήμουν εικοσιπέντε χρονών, με ταβανωμένο το πέος και τα ξανθά μου μακριά τα μαλλιά, ας πρόσεχε τούτος.) «Είμαι έτοιμος» να ψελλίσω κι ας αισθάνομαι τις ψυχικές τσέπες μου έμφορτες χώματος, τις σαχλές σκέψεις μου έμπλεες πτώματος και την τετελεσθείσα ύπαρξή μου ένα γραμμάτιο ξοφλημένο. Δεν πειράζει μωρέ, το ξέρω κι εδώ θα το πω, όπως μού το 'πε κι εμένα κάποια ανύποπτη μεθυσμένη στιγμή, ο Γηραιός στο αυτί: «Μη φοβηθείς Ντάνη μου, σαν έρθει ο θάνατός σου να σ' εύρει. Έχει έρθει αυτός για να σε φυτέψει βαθιά σε καινούργιο θεσπέσιο και θεόσταλτο θηλυκό, σ' ένα νέο κι ανθισμένο αιδοίο να σε σπείρει ξανά για να φυτρώσεις να μεγαλώσεις ν' αναπτυχθείς, να ωριμάσεις να καταλάβεις κι απ' αυτό να χαθείς, πάλι. Γι' αυτό λοιπόν ΠΡΟΣΕΧΕ ΣΥ: ότι θα ξανακάνεις τα ίδια είναι σίγουρο, χειρότερα μην τα κάνεις!»


Ως εδώ λοιπόν: από δω και πέρα δεν υφίσταται φως, μέχρι κι ο Φώτος έχει το μοτέρ σβήσει. Κανείς δεν ξέρει πότε θα πεθάνει, όπως ακριβώς μόνον οι μέγιστοι συγγραφείς γνωρίζουνε πώς να μην τελειώσουν το κείμενό τους. (Γιατί οι Μέγιστοι Συγγραφείς ζήσανε περισσότερο κι ελάχιστα γράψανε, όπως ακριβώς οι Παλαιοί Γηραιοί ελάχιστα ζήσανε και με την δική τους ζωή «γράψαν».)

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

 

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2020

Διαβάστηκε 136 φορές Κυριακή, 04 Οκτωβρίου 2020 08:31