Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

Κηδείες ζωής, θανάτου οδηγίες. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)

 

 

Στις τελευταίες κηδείες που παραβρέθηκα, μου έκανε ΜΕΓΑΛΗ εντύπωση ENA πράγμα που όσο κι αν το δικαιολογώ, δεν το καταλαβαίνω: όλοι – άντε, σχεδόν όλοι – μόλις πέσουν οι πρώτες φτυαριές χώματος πάνω στο φέρετρο μέσα στον τάφο, αμέσως λακάνε και φεύγουνε, πετούν κάποιο λέλουδο βιαστικά και βαράνε αμέσως τέτοια μεταβολή, που ούτε... τσολιάδες στ' Ανάκτορα να 'ταν!


Και στις τρεις τελευταίες κηδείες που πήγα, έμεινα ως το πραγματικό τέλος ταφής εκεί μόνος μου να με ζεσταίνουν τα καντηλάκια, οι μαρμαρόπλακες τούς θρήνους να αντηχούν και τα πανταχού-παρόντα πουλιά να τιτιβίζουν ύμνο ζωής κι εκλεκτό αποχαιρετισμό τεθνεώτος. Μέχρι κι οι νεκροθάφτες-σκαφτιάδες με διώχνουνε: «Θα σκονιστείτε κύριε» λένε, «Περάστε στην αίθουσα για συλλυπητήρια και καφέ» με ωθούν, «Να ζήσετε να τον/την θυμόσαστε» έμμεσα με προστάζουν. Τί απαντώ κοφτά και πνιγμένος στα δάκρυα, αλλυχτώντας μέσα μου εκκωφαντικά και έξω μου κλαίγοντας σιωπηλά; «Δεν πάω ΕΓΩ πουθενά, εγώ για ΑΥΤΟ και ΕΔΩ ήλθα.» Ξερά και αδιαπραγμάτευτα, έτσι όπως μόνον ένας απονενοημένος τής ζωής, ένας ταπεινός θάνατου ασκητής, ένας μεσήλικας με προβλήματα νιότης οφείλει να πράττει και να μιλά, να επιμένει και ν' αντιδρά.



Και καλά αυτοί οι φτυαράτοι ψυχοπομποί να 'ναι αδιάφοροι, βιαστικοί και σκληροί: έχουνε χώσει στο χώμα τέτοια κουκλιά, έχουνε θάψει τέτοια κουφάρια-σειρά που χοντρόπετσοι έχουνε γίνει. (Άμα βλέπεις όλη μέρα τού Χάρου σφαχτά, ή θα γίνεις θεός ή θα γίνεις χασάπης κι από τότε που ο Βούδδας πήρε τον Χριστό αγκαζέ να πάνε για μπύρρες, έτερο σενάριο ουδαμού παίζει.) Η οικογένεια όμως κι οι συγγενείς, ο φιλικός και ο ευρύτερος κοινωνικός κύκλος; Γιατί-μα-γιατί φεύγουν ΑΥΤΟΙ, αυτοί ακριβώς που προ ολίγων λεπτών σπαραξικάρδια ολοφύρονταν – και το εννοώ απολύτως αυτό – και μετά στον ακατάπιωτο καφέ και το ζαχαρόπλυμμα κονιακάκι ανάβουν τσιγάρο και κάθονται ενεοί, λύνεται η γλώσσα τους και ενίοτε χαχανίζουν, σφίγγουν κρύες παλάμες άγνωστων τεθλιμμένων και παραπατούν πηγαίνοντας στην τουαλέττα να καταρρεύσουν; (Δεν μ' ενδιαφέρουν όμως αυτά: εντελώς ανθρώπινα και απόλυτα πρέποντα είναι όσο κι αναμενόμενα – συμφωνώ, μα δεν επαυξάνω.)


Εγώ στις κηδείες πηγαίνω για τον νεκρό και για τούτον εδώ επιθυμώ να μιλήσω. (Ο νεκρός – δυστυχώς πια ή ευτυχώς τελικά – φύλο δεν έχει. Έτσι κι ο «ατομικός διακόπτης» κατέβηκε, πάνε τα βυζιά, πετάξανε τα πουλιά, το σερνικοθήλυκο σβήστηκε μέχρι η σήψη να αναλάβει το φυσικό έργο της ως πρόσκληση σκουληκιών, λίπασμα γης, δύσοσμος μυρωδιά λήθης.) Γιατί ο νεκρός δεν είναι συρτάρι μωρέ, τώρα ανοικτό-τώρα κλειστό! Χτες ζούσε, σήμερα πέθανε. Προχτές γελούσε γαμούσε και τώρα πρασίνισε και κιτρίνισε. Σύμφωνα με την θιβετανική ΒΙΒΛΟ των ΝΕΚΡΩΝ – το Bardo Thodol – η ψυχή υπάρχει και φτερουγίζει, αιωρείται κι αγωνιά να αποσπαστεί απ' το πρόσφατο-σάρκινο σκήνωμά της επί μέρες ΕΠΤΑ, κατόπιν θανάτου. (Άλλοι λένε σαράντα μερόνυχτα και μερικοί γιορτάζουν «του κώλου τα εννιάμερα», ποσώς μ' ενδιαφέρει ο ακριβής χρόνος. Κι εδώ θα ανοίξω μια ΜΕΓΑΛΗ και ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ παρένθεση για να πω μια προσωπική ιστορία μου, σχετικά με την ψυχή τού νεκρού και πού/πότε/πώς πάει ετούτη...)


Όταν κάναμε «τα σαράντα» τού πατέρα μου στην Ήπειρο, παρόντες ήταν η οικογένεια, ελάχιστοι φίλοι του και δύο γριές τού χωριού. (Τί άλλο να κάνουν οι δόλιες σ' ένα χωριό τού 1981 με πέντε μονίμους κατοίκους, αλφαδιά με τ' αλβανικά σύνορα, που αποκλείεται μάλιστα απ' τα χιόνια τον μισό χρόνο;) Και στο καφεδοκονιάκ στο γι' αυτό-ανοιγμένο-μοναδικό-καφενείο εκεί, με πλησιάζει η μια άγνωστή μου γριά, μου πιάνει το χέρι και στο αυτί μού σφυρά με κομμένη την ανάσα απ' τα χρόνια τα γηρατειά, την μόνιμη απουσία οδοντίατρου και το κάπνισμα ντόπιου ταμπάκου: «Τον είδα στον ύπνο μου τον πατέρα σου» και προτού συνέλθω απ' την έκπληξη, το ζαρωμένο ερείπιο μού περιγράφει ΛΕΠΤΟΜΕΡΩΣ και ΕΠΑΚΡΙΒΩΣ τον πατέρα μου – τον οποίο σημειωτέον και τονιστέον δεν είχε δει ποτέ της, ούτε καν την ημέρα τής κηδείας του, καθώς είχε πάει να περιμαζέψει «τον ανεπρόκοπο» τον γάϊδαρό της! «Ήτανε στη στροφή στο διάσελο κεί, στη βρύση του Παναή, κοντοστάθηκε και κοίταζε πότε προς την Αλβανία και το χωριό του, και πότε προς τα Γιάννενα και την Αθήνα του» μού σκάει το δίποδο γκρέμι, και τρέμω και τώρα που τα γράφω εγώ, έστω με λέξεις δικές μου. «Μάζευα κάτι χόρτα στην άκρη του δρόμου και τον χαιρέτησα, αυτός δε μου απάντησε μα κάπως επρόσεξα ότι κρατούσε μαγκούρα και στη γη δεν πατούσε – λυθήκαν τα πόδια μου και δε τολμούσα ούτε καν να ξυπνήσω.» «'Τί κάνεις εδώ βρε αφεντικό;' τον ρωτώ, εκείνος δε μου απαντά, και γυρνάει σε μένα μ' ένα χαμόγελο γλυκό και μου κραίνει: 'ΟΛΑ ΓΙΝΑΝ ΚΑΛΑ, ΟΛΑ ΟΠΩΣ ΕΠΡΕΠΕ ΓΙΝΑΝ' και πήρε το στρατί για την Σωπική, κι από κει για Πολύτσανη μια ευθεία που είναι.»


Έχω μείνει αποσβολωμένος ξερός, στο ένα χέρι κρατώ το κονιάκ και στο άλλο τσιγάρο, τα πόδια μου τρέμουνε και τα μάγουλά μου άμεσα σχίζονται να επιτρέψουν στα δάκρυα ελεύθερα κι ανεμπόδιστα να κυλήσουν. «Εδώ γύρω ήταν ο μπαμπάκας σου παιδί μου» συρταρώνει η εκατόχρονη θεά και αλλάζοντας γεμιστήρα κοφτά κι αποτελεσματικά, τραβάει το κλείστρο τής δυσώδους και ξεραμένης γλώσσας της και θαλαμώνει την επόμενη σφαίρα: «Κανείς δεν πεθαίνει αγόρι μου, αν δεν αναπαφτεί, αν δεν κλαφτεί πρώτα» και σηκώνεται από την καρέκλα της η μαυροφόρα ηγερία, στα λυγισμένα σακατεμένα ποδάρια της στήνεται, αρπάει το μπαστούνι της και βροντά πίσω την πόρτα τού καφενείου σκορπώντας μιαν οσμή Τάφου Πανάγιου και μπουρδέλλου τής Μπανγκόκ, σφαγείου αποφορά και ηλιοστασίου κατάθεση από Άγιον Όρος κι επάνω. Πείτε με τυχερό, μα απ' το 1981 το 'χω «σφραγισμένο» αυτό, κι όσο διαλογισμό έκανα στην ζωή μου – χαρτωσιά δεν πιάνει συγκρινόμενος με το «πτυχίο» που η άγνωστή μου χωριάτισσα, η αγράμματη Πυθία των Δρυμάδων μού έδωσε, τα αυτιά μου πάντοτε κουδουνίζουν από ΑΥΤΗΝ την σιωπή κι ιαχή που 'ναι κι οι δυό τους η απόλυτη τής Ύπαρξης η γραφή.


Τα κόκκαλα – μετά θάνατον – βεβαίως και μπαίνουνε μέσα στην γη, η Ψυχή εκεί δεν χωρά όμως. Οι αναμνήσεις βεβαίως και χάνονται στην ζωή, η Ψυχή ποτέ δεν παύεται όμως. Γιατί επιστρέφει αυτή στην Μεγάλη Δεξαμενή κι από κει ψηλά με σιγουριά πάντα αναζητεί το επόμενο ρούχο, το επόμενο σώμα, την επομένη φωνή ώστε να 'ρθει στην γη και να ζήσει μέχρι ν' αναστηθεί, μέχρι να τελειώσουν οι μαλακισμένα-απολαυστικές κι ανθρώπινα-εξευτελιστικές δουλίτσες και ν' αράξει εκείνη στα πόδια τού Βούδδα και του Χριστού, του Μωάμεθ τού Λάο Τσου – τους δικούς σας εσείς Μητσοτάκη και Τσίπρα, Τραμπ και Μακρόν συμπληρώστε.



Μα πού ήμουνα, τί έλεγα, πού εσάς είχα αφήσει; Είχα σταματήσει-κολλήσει λοιπόν σ' εκείνη των οικείων την μεταβολή, την εσπευσμένη αναχώρηση των πενθούντων συγγενών, στην ολοκλήρωση κι ενίοτε ξεπέτα τής κοινωνικής υποχρέωσης φίλων τε και γνωστών – και δεν αδικώ μα κανέναν. Καταλαβαίνω, καταλαβαίνω: και στην θέα μόνο τού χάσκοντος τάφου, στην μακρόστενη τρύπα αυτή που ξυπνάει σκουλήκια και ξεβγάζει κτερίσματα από ταφές προηγούμενες – ακόμη κι ο φονιάς το δικό του τέλος μετρά, ακόμη κι ο μαιευτήρας την διαθήκη του κάνει. Αντιμέτωποι με την «Κλήση» που σταθερά μάς κόβει ο Θάνατος, δεν υπάρχει αττικάρχης ή βουλευτής, μπάτσος ή κολλητός στον Δήμο για να την σβήσει: ΕΔΩ ακριβώς μάς κοιτάζει το τέλος μας, γι' αυτό και ΕΛΑΧΙΣΤΑ θα σταθούμε εκεί, όσο για να μην καρφωθούμε πως από υποχρέωση ήλθαμε και συντόμως στο γραφείο μας θα επιστρέψουμε, στις ασχολίες μας στις δουλειές μας, το κινητό ευτυχώς να κτυπά συνεχώς κι ας είναι απ' την Εφορία απ' την ΑΑΔΕ, απ' την Αντιτρομοκρατική απ' την Πυροσβεστική, απ' το IRS απ' την CIΑ. Χίλιες φορές όλα τα χειρότερα βάσανα στην ζωή, παρά μόνον τού θάνατου η αιωνία σιγή, ο νωπός λάκκος που θα σκεπαστεί, η δύσμοιρος ασήκωτη και αιώνια μοναξιά εγκατάλειψης και ταφής, λησμονιάς και διαγραφής, ενός τέλους πικρού δίχως τέλος στο τέλος.


Το ξέρω, το νιώθω, το αντιλαμβάνομαι: είναι πολύ σκληρό και απάνθρωπο στην ζωή να «επιστρέφεις» εσύ, την στιγμή που ο «άνθρωπός σου» μόλις μπήκε στο χώμα. Μα κάτσε λίγο βρε αδερφέ, κόψε λιγάκι το γκάζι μωρή αδελφή, δεν θα λειώσει ο συμπλέκτης σου, πάτα κομμάτι τα φρένα. Σβήσε για ελάχιστο χρόνο αυτό σου το καταγαμημένο μοτέρ, αν θες και δεν αντέχεις άλλο – άντε άναψε το εκατοστό το τσιγάρο σου μα μείνε με κάθε τίμημα-κόστος δίπλα στο τάφο του, πάνω απ' το ξυνισμένο σαρκίο της, που τους είναι πλέον τόσο αδιάφορα όλα. Παράτα το κομβόϋ των συγγενών που ήδη βαρύθυμα αναχωρεί για την αίθουσα, μείνε λίγο πίσω και ξέκοψε, κάθισε όπου θες μα κάτσε ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΑ εκεί... κάτω από την Ψυχή που Εκείνη άνωθεν σε κοιτά σε παρακολουθεί, σε ικετεύει και σ' έχει ανάγκη. Ναι, μόνο κορμί έχεις μάθει να μετράς και να υπολογίζεις εσύ κι άπαξ η σάρκα ξεράθηκε και ταβλιάστηκε, κόπηκε ο μόνος δεσμός που αναγνωρίζεις και «δουλεύεις» εσύ: όλα τα άλλα είναι για κουβεντούλα και σεμινάριο, μασαζάκι και κομμωτήριο, αυνανιά ευτυχίας κι οργασμό καλοπερασιάς. Σαν ΑΥΤΗΝ την στιγμή άλλη δεύτερη δεν θα υπάρξει, και όσο κι αν δεν την αισθάνεσαι δεν την νιώθεις εσύ, η Ψυχή ΚΑΙ την νιώθει ΚΑΙ την έχει ανάγκη μεγάλη.


Funny thing: εκεί στον καφέ πια, στην πολύβουη αίθουσα που έχει δει κλάμματα και λιποθυμίες, καυγάδες τρικούβερτους και θρήνους μεγάλους, Βερντέν εκατόμβες και Νυρεμβέργης ανακωχές – εκεί ουδείς πια κλαίει σπαρακτικά, όλοι έχουν ξανά στους σοβαρούς ρόλους των ζωντανών μπει, καθώς τελικά ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΚΟΜΗ ΦΟΡΑ απεδείχθη-σφραγίσθηκε ότι ο μίστερ Θάνατος για άλλον και άλληνα είχε έλθει! Άλλες γυναίκες αμίλητες ψιθυρίζουνε και άλλοι άνδρες μιλούν δυνατά, άλλες για τα παιδιά τους κοκκορεύονται κι άλλοι τις δουλειές τους προπετώς ρεύονται – «μια mezzo κατάσταση» που μου 'πε μια γκόμενα για την ζωή με τον γκόμενό της!


Θα το ξαναπώ: δεν βρίσκομαι εδώ, εγώ. Εγώ πάντοτε στις κηδείες μένω τελευταίος και δίπλα στον λάκκο με τον νεκρό στέκομαι – η ημέρα μου έχει από εκείνη την στιγμή τελειώσει. Δεν βάζω άλλες συναντήσεις δουλειές, υποχρεώσεις κι ευθύνες μετά. Δεν κλείνω επόμενα ραντεβού, βραδυνά σχέδια, ποτά μονά-φαγητά πολλαπλά-κρεββάτια διπλά – απόψε εγώ στον πεθαμένο ανήκω αποκλειστικά. Και κάθομαι με τις ώρες εκεί, στο σκάμμα δίπλα όρθιος στον καιρό και με την μύτη υγρή μοιάζω με τον σκύλο τον Hachiko που τον Ρίτσαρντ Γκηρ περίμενε στον σταθμό, στην ομώνυμή του ταινία. Γιατί είμαι πιστός στον πεθαμένο εγώ κι ας μη με λένε Νίκο Αναγνωστόπουλο τον βουλευτή Αθηνών τον παλιό, που ως «ο φίλος του νεκρού» είχε βαφτιστεί απ' τα χαρμάνια τ' αλάνια. Τί σκατά σκύλου όνομα διαθέτω εγώ, ώστε στο φτερό να σηκωθώ και να παρατήσω νεκρό... «Δε σε ξέρω δε με ξέρεις, υποφέρω κι υποφέρεις» ως άλλος Χατζηχρήστος να πω, σε live έκδοση όμως;


Έχουν από ώρας οι νεκροθάφτες φτυαρίσει με τέχνη και προσοχή τα χώματα έναν σωρό, έχουν αναχωρήσει οι μαυροφορεμένες – και τόόόσο σέξυ – κορούλες κλαίγοντας μπουκωμένες μύξα και πλάνταγμα, έχει πατήσει γκάζι ο γαμπρός αγκαζέ με τον πεθερό και γραβαττωμένοι κι αλύγιστοι πλέουν προς το προοπτικό μέλλον τής... σχέσης τους, την οποία επιτέλους μπορούν απ' την ντουλάπα να βγάλουνε, όπως τούς έβγαζε η συγχωρεμένη η στρίγκλω τα μάλλινα από το σεντούκι της. Έχει από ώρα χαθεί ο πολυφίλητος γιόκας που την πηγαινόφερνε την καργιολομανούλα του στο κουμκάν στην αισθητικό, στην τράπεζα στο κομμωτήριο, στους γιατρούς και τους συγγενείς για επίσκεψη, για διαβούλευση, για συμφωνία με συμβολαιογράφους και δικηγόρους. Τον είδα βέβαια βιαστικά μια χούφτα χώμα να της πετά και τούτην κατάμουτρα φυσικά, ένα ροζί πετσί η πλαδαρή και φρεσκοξυρισμένη μούρη του, αρωματισμένα γεροντόπαχα βλογιοκομμένα από δουλεία κι υπηρεσία μίας γριάς που τον πέθανε ΜΟΛΙΣ τον γέννησε, και τον γέννησε ΤΩΡΑ που αυτή ψόφησε – «Θα της τα φάει άπαντα μέσα σ' ένα χρόνο, και πολύ είναι» με πληροφόρησαν διακριτικά, αθώα και πούστικα τα φίδια οι συγγενείς του. Εκείνη η θείτσα με τις πεσμένες βυζάρες, εκείνος ο ξάδελφος με την προσθετική των μαλλιών, ένας παππούς γλυκύτατος κι άφωνος στέκεται έτοιμος να σωριαστεί και δυό χιπστεροφλώρια με τέσσερα κινητά τηλεφωνούν για να πουλήσουνε στην Νέα Υόρκη και ν' αγοράσουν στο Τόκυο, να ειρωνευτούν φίλους τους στο Insta' και να μη χάσουν καμμιά νέα κλανιά τού Πάγκαλου απ' το Twitta'. (Κι ύστερα με ρωτάνε εμένα, γιατί πεθαίνουν οι άνθρωποι! Κι όταν χωρίς ουδένα ακαδημαϊκά-ρηχοσήμαντο νόημα τούς απαντώ «Διότι απλώς κι εντελώς είναι λειωμένοι μάλακες»... κουνάν το κεφάλι τους, «Ρωτάμε το βλάκα τον άφραγκο, τον σαλταρισμένο τον παραιτηθέντα, τον αποτυχημένο γραφιά τον καραφλό μποντιμπίλντερ, τον μπατίρη το μηχανόβιο, τον σπόρτσμαν του κώλου» μονολογούνε και μ' αποφεύγουνε, με κεντούν και με πριτσινώνουν.)


Μα εγώ είμαι εκεί σταθερός, στο καθήκον πιστός, ως είς βλάκας Παρθένος με ωροσκόπο Κυψέλης. Ευεπήκοος στην ψυχή ως γέρος σοφός, ένας μικρούλης Ντανούλης θαμπωμένος απ' το Μεγαλείο Ζωής που ξεκινά από την μικρότητα τού θανάτου. Μην κοιτάτε που στην αγάμητη χώρα μας για κάθε έναν νεκρό, καν ένα μωρό δεν γεννιέται! (Εμ γι' ΑΥΤΟ υποδέχτηκαν κι αποδέχτηκαν οι Έλληνες τούς εισβολείς-πρόσφυγες... Επειδή φοβούνται κι αρνιούνται να δώσουν την χιλιοκακογαμημένη κορούλα τους σε νταβραντισμένο Αλβανό μεροκαματιάρη, καθώς προτιμούν να την δώσουνε στον κοινοτικώς-επιδοτούμενο Αφγανό που, αφού της φορέσει μπούργκα απ' τα ποδάρια ως τον λαιμό, θα της καρφώσει μονίμως και διάπλατα τα κυτταριτιδικά σκέλια της ανοιχτά, ώστε να παράξει αυτή φαντάρους προφήτη αρκετούς, μουσουλμάνια κομμάντα ικανά – τα επιδόματα απ' τους ευρωμικροπέους να έρχονται, οι μισθοί απ' τις ΜΚΟ να πέφτουνε και «γαία Ελλάδος πυρί απίστων μιχθήτω».)



Μόνος μου για μιαν ακόμη φορά, εκεί δίπλα στο σκάμμα εμμένω. Η χαρακτηριστική όσο κι υποβλητική ησυχία τού νεκροταφείου είναι μαγευτική, τα μάρμαρα των τάφων στον ήλιο-μετά την βροχή λάμπουν και με τυφλώνουνε, τα κεχαριτωμένα πουλιά κελαηδούν απ' τα κυπαρίσσια ψηλά σαν παιδική χορωδία καλοκουρδισμένη και γι' αυτό θεϊκή, και δίπλα στα πόδια μου ο Μαρίνος η Τέτα ο Θόδωρος κείτονται πεθαμένοι νεκροί, άψυχοι σιωπηλοί, παγωμένοι φευγάτοι. Ποιοί να 'ναι τώρα αυτοί; Πού να 'ναι τώρα ετούτοι; Αν εξαιρέσεις τις μοτοσυκλέττες, τα κοσμήματα και τα ποτά – τί αληθώς πήραν μαζί τους στον ουρανό, τί αληθώς αφήσαν στην γη μας επάνω; Συγχωρείστε με που θα τον ξαναναφέρω εδώ, μα όταν έθαψα τον πατέρα μου με τα ίδια τα χέρια μου, δεν έκατσα στιγμή άλλη-δεύτερη πάνω απ' τον τάφο. Είτε επειδή νοεμβριάτικα είχα γίνει απ' το φτυάρισμα ολόκληρος μούσκεμμα και το κρύο που «έρπειν» κατέβαινε απ' την υπερκειμένη Νεμέρτσικα μ' απειλούσε με πλευρίτωμα πρώτης, είτε επειδή άμαθος ακόμα στον «πρώτο μου» θάνατο ακολούθησα και εγώ ράθυμα μα τυφλά τ' ολιγόχαντρο βιαστικό κομπολόϊ των συγγενών και των φίλων. Εκτός νεκροταφείου και νεκρού, μα πίσω ξανά στην ζωή ζωντανών κι ομιλούντων. Κι έκτοτε πάντοτε αυτή η σκηνή σταθερά αναδεύει στο μυαλό μου: εμείς οι ζώντες δίπλα στο πυρωμένο τζάκι τής Μπίας να τρώμε κάστανα και να πίνουμε τσίπουρο, κι έξω μέσα στην νύχτα που βαριά έπεφτε, ο φρεσκοθαμμένος πατέρας μου να ρουφά το πωγωνήσιο ψιλόβροχο που αθόρυβα γάζωνε «δικαίους και άδικους, βασιλιάδες και πένητες, αγίους και πόρνους».


ΑΥΤΗ είναι η Ζωή, φίλες και φίλοι. Γιατί μόνον η Ζωή τον Θάνατο περιέχει και ο θάνατος δεν διαθέτει ζωή. Και για τούτο τον λόγο κάθομαι ακριβώς επί ώρες άφοβα εγώ όρθιος δίπλα στον μόλις θαμμένο: για ν' αντιληφθώ την σκιά τής Πύλης αυτής, το ίχνος τού Ναού τούτου όπου η Ζωή στον Θάνατο παραδίδει ένα τέως-άνθρωπο, εκεί όπου ο Θάνατος παραλαμβάνει από την Ζωή έναν νυν-νεκρό – κάτι σημαντικό κι υπεράνθρωπο νιώθω ότι συμβαίνει εδώ και δεν θέλω ν' απουσιάζω να λείπω.


Μήπως για ψυχοπομπός προαλείφομαι; Μήπως ξυπνά ο Ερμής μέσα μου και θέλω διακριτικά τους νεκρούς «μου» να συνοδεύσω στον Χάρο; Μήπως συν-θλίβομαι που δεν πρόκειται να τους ξαναδώ κι επιμένω για λίγο ακόμα ν' απολαύσω την αύρα και την μανούρα τους, την μαλακία τους και την ομορφιά τους; Μήπως δεν αντέχω με τίποτα τελικά τον αποχωρισμό και την εγκατάλειψη, την μοναξιά την ορφάνια την έλλειψη, την απουσία το κενό την ανυπαρξία; (Δεν γνωρίζω, επειδή ακριβώς γνωρίζω εντελώς.) Στέκομαι λοιπόν εκεί δίπλα τους όσο περισσότερο αντέχω-μπορώ και τις επόμενες μέρες πολλές φορές θα επισκεφθώ το «συνεργείο» τού Μαρινάκου, της Τέτας το «νοικοκυριό», το «μπαρ» τού Θεόδωρου. Κι εκεί στα πρόχειρα κι όρθια δυό κουβέντες μαζί τους θα πω – για τις μοτοσυκλέττες τής HONDA που ο πρώτος τις έφτιαχνε, για την μουσική τού Tchaikovsky που η δεύτερη έπαιζε, για τα κλασικά martini που ετοίμαζε ο τρίτος. (Ποιός να 'ναι ο επόμενος τέταρτος τώρα; Έχω τις υποψίες μου βέβαια, μα βουτηγμένες στις αμφιβολίες μου είναι καθώς, ΕΝΑ ξέρω εγώ: οι αξιόλογοι φεύγουν νωρίς μαζί με εκείνους που δεν πρέπει να φύγουνε και οι μαλακόλογοι φεύγουν αργά, μαζί με εκείνους που – κατ' εμέ – δεν θα 'πρεπε καν να 'χαν έλθει.)


Τώρα τελευταία – και με αφορμή τον θάνατο τούτων των προσφιλών μου τριών – πολύ τον σκέπτομαι τον κύριο Θάνατο... μέσ' στον διαλογισμό μου. Βλέπετε εκεί απολαμβάνει Εκείνος πεδίο κενό κι αλωνίζει σπάταλα και αβέρτα και γι' αυτήν την κατάσταση κάπου, σε κάποια άλλα χαρτιά τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου κατέγραψα, θα τα δουλέψω ξανά-και-ξανά κι όταν θα 'ναι έτοιμα από μένα – πρώτα θα πάω να τα διαβάσω στον Μαρινάκο στο Περιστέρι, μετά θα τα υποβάλλω εγώ για διόρθωση στην Τέτα στο Χαλάνδρι και μέχρι την Κύμη θα ξαναπάω εγώ, την σφραγίδα-έγκριση-χαμόγελο τού Θόδωρου να βάλω από κάτω.


Γιατί τους «δικούς μου» νεκρούς εγώ δεν έχω αφήσει ΠΟΤΕ, γι' αυτό μέχρις εδώ γενναία και τυφλά, μυστικά και αφόρητα, ολοκληρωτικά κι εξοντωτικά έχω ζήσει. Διότι άλλους δασκάλους ΠΛΕΟΝ αρμόδιους από τους «νεκρούς» δεν διαθέτω εγώ, ούτε ακολούθησα ποτέ μου κάνα μαλάκα δυστυχώς-ζωντανό: γκουρουδάκια και ψυχαναλυτές είναι για γκόμενες, Ράμφοι Ζουράρηδες για μικροσόφτ πέη κι έτσι αναπόφευκτα το ναζιάρικο πάλκο γεμίζει από παπάδες και φιλόσοφους να κορνάρουν για θάνατο συνεχώς, την στιγμή που μόνον οι νεκροί για ζωή μπορούν – και δικαιούνται δια – να ομιλήσουν.



 

 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2019

Διαβάστηκε 238 φορές Κυριακή, 21 Απριλίου 2019 07:20