Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2020

SUZUKI GSX1300R Hayabusa. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


Ένα μοναδικό-μοναχικό γεράκι με απλησίαστα φτερά

 

Τελικά είμαστε μια διαφορετική ράτσα εμείς οι μοτοσυκλεττιστές. Ήμουν παρκαρισμένος δεξιά στην Εθνική, κάνοντας ένα τσιγάρο ύστερα από 1.700 χλμ. συνολικά με το 'Busa και θαύμαζα τους συνάδελφους που ξετρυπάγανε το γκρηκ χάιγουέι –τρομάρα του, στα όρια τού κόφτη. Σκυμμένοι άπαντες-ντυμένοι άπαντες-ωραίοι άπαντες, με τα τελευταία υπέροχα μοντέλα να αντιλαλούνε οι μπαρριέρες και να κροταλούν τα βουνά, να κατσαρώνει η άσφαλτος, να λαμπυρίζουν τα πλαστικά στον ελληνικό ήλιο κι εγώ να ανατριχιάζω και να εκβάλλω ουρανομήκεις κραυγές κάθε φορά που περνούσαν. «Αυτοί είναι δικοί μου και είμαι δικός τους κι εγώ» μονολόγησα κι ένιωσα αυτό το ξεχωριστό συναίσθημα ότι κάπου ανήκω, κάποιοι είναι μ' εμένα όμοιοι, κάτι ξεχωριστό έως και περιττό εδώ γίνεται και δεν «τρέχει μία».

Για το Suzuki τούτο έχουν γραφτεί όλα, μα όλα. Τί «υπερταχεία» το ανεβάζουν, τί «πύραυλο» το κατεβάζουν, τί «σκιάχτρο» το θαυμάζουν, τί «γυναικάρα» το σιχτιρίζουν. Έβαλε ο Γιαπωνέζος τις απλήρωτες υπερωριακές εργατοώρες του και με δεκαεπτά-σημερινά χιλιαρικάκια εμείς μπορούμε να αγοράσουμε μια μοτοσυκλέττα που όμοιά της ΑΚΡΙΒΩΣ, δεν υπάρχει. Θα τα πω απ' την αρχή, ώστε στην συνέχεια να αφεθώ ελεύθερος από «αναγνωστικές» υποχρεώσεις: το Haya' μέσα στην Αθήνα είναι πιο μανιτζέβελο από Varadero, έξω στην Εθνική είναι πιο σταθερό από XX, αεροδυναμικά είναι πιο εξελιγμένο από ZΧ-12R, αισθητικά είναι πιο στρογγυλά τολμηρό/προχωρημένο κι από ιταλική exotica, από κατανάλωση είναι άπιαστο (αν δεν έχετε σκοπό να ξεγεννήσετε τα πιστόνια απ' τις εξατμίσεις), από άνεση φορά τα γυαλιά στο GTR 1400, το δε σύνολο πλαισίου-κινητήρα-αναρτήσεων-φρένων είναι τόσο πολύ σωστά μαγειρεμένο, δεμένο και επιτυχημένο, που πρέπει πλέον οι Γιαπωνέζοι να το ρίξουν στην μακαρονάδα και την φασολάδα, τέρμα το sushi.


Ό,τι τίτλο και να βάλω...
... το Hayabusa τον ξεφτιλίζει. Και το εξευτελιστικότερον τού πράγματος είναι ότι το κάνει με άνεση, καθόλου υπεροψία, σιγουριά και ευκολία, αρχοντιά και καμμιά διάθεση για τιμωρία. Με τούτην την μοτοσυκλέττα... είσαι ό,τι είσαι! Θες ταρζανιές, καγκουριές και λοιπές μαλελιές, προθυμότατο το 1300. Θες σοβαρό αλλά γρήγορο τουρισμό, ουδέν πρόβλημα: ρύθμισε GPS, plotter και charter και άντε έως την άκρη τού κόσμου. Θες απλώς να το έχεις και να το βλέπεις; Και μόνο που αφήνεις το μάτι σου να περιπλανηθεί σε τούτα τα ατέλειωτα τετραγωνικά μέτρα καμπυλάτου πλαστικού, γράφεις οπτικά χιλιόμετρα μέχρι να χρειαστείς κολλύριο. Έχει φτάσει πλέον η ώρα όπου τα εργοστάσια μάς υπερκαλύπτουν ως μοτοσυκλεττιστές, καταναλωτές και ανθρώπους. Δεν «μπάζει» από πουθενά τούτο το μηχανάκι και πώς θα ήταν αυτό δυνατό την στιγμή που η εταιρεία τού... Kevin Schwantz έχει παράξει μια ομοβροντία από GSX-R ή ένα B-King. (Εάν προσθέσω την λέξη RG, θα κλέψω... Πατριαρχείο!)

Οδήγησέ το και απόλαυσέ το
Παρκάρω το Var(k)adero μου στην αντιπροσωπεία και μόλις έπιασα τα κλιπόν τού GSX1300R, ένιωσα ότι έπεσα για προσκύνημα στον Προφήτη. «Αμάν» είπα, «πάνε οι καρποί κι η μεσούλα μου», «πού να είχα πάρει για δοκιμή το GSXR το χιλιάρι» δευτέρωσα. Και μόλις την ράμπα ανέβηκα και τσούλησα στην Σπύρου Πάτση, άρχισα να καταπίνω τις λέξεις μου. Και μόλις βγήκα στην Ιερά Οδό, άρχισα να ξεχνάω τις λέξεις μου. Και μόλις βγήκα στην Εθνική, άρχισα να ουρλιάζω σε κορακίστικα! Και για πρώτη γνωριμία, έτσι για την χειραψία, βρέθηκα απόγευμα στα Καμένα Βούρλα, με το τζιν και τα μποτάκια πόλης, τα κοντά γάντια και το ελαφρύ δερμάτινο κι ας έβρεχε στο Κάστρο, κι ας είχε καργάρει φορτηγά ο δρόμος, κι ας νύχτωνε κι εγώ το δάγκωνα απ' το κρύο. Βρε μιλάμε δεν ήθελα να επιστρέψω, δεν γύριζα σπίτι μου, αν είχα και το gi μου μαζί, στο dojo τού ΑIKIDO Sensei μου στην Θεσσαλονίκη απόψε θα γυμναζόμουν.

Και ερωτώ: είναι αυτό μοτοσυκλεττισμός κορυφής ή δεν είναι; (Είναιαιαι.) Είναι τούτο απόλαυση άνευ κορυφής, ή δεν είναι; (Είναιαιαι.) Είναι το Suzuki GSX1300R μοτοσυκλέττα που σε κολλάει πάνω της, σε βεντουζάρει-σε ρουφάει και δεν θες να σταματάς ούτε για βενζίνη; (Είναιαιαι.) Έσκυβα πίσω απ' την άριστη ζελατίνα τού φαίρινγκ και 280άριζε το μηχανάκι για πλάκα. Έγερνα και εξείχα όσο άντεχα στις στροφές και το μηχανάκι πάθαινε φλεβίτη απ' την ορθοστασία. Φρέναρα από όσα είχα μαζεμένα και άντεχα, και τσιχλώναν καρποί-βραχίονες-κλείδες-πλάτη χωρίς εκείνο το απότομο σοκ και δέος των ημιαγωνιστικών GSXR 1000-750-600. Ενώ «πριν» βαριόμουνα όταν είχα μπροστά μου ατέλειωτες καμπίσιες ευθείες, τώρα-μ' αυτό βολευόμουν αρχοντικά, κλείδωνα την γκαζιέρα περί τα 200χαω και διακτινιζόμουν μέχρι τα επόμενα διόδια, ώσπου να ανοιγοκλείσει τις ματάρες της και να μου δώσει τα ρέστα το Μαρινάκι εκεί στον Μαλλιακό.


Συνεχίζω, συνεχίζω...
Επιθυμούσα αταξίες στροφιλικίου, πρόθυμο το κρεμ-μπεζ βουνό. Επιθυμούσα κόντρες φαναρίου, μπροστάρης το ιαπωνικό πτηνό. Επιθυμούσα μόστρα και μούρη καφεζαχαροπλαστείου, αδιαμφισβήτητος νικητής το τετρακύλινδρο διαξονικό. Τέτοια πλήρη μοτοσυκλέττα, τέτοια μοτοσυκλέττα απεριόριστων και καθόλου εμποδιστικών δυνατοτήτων ομολογώ δεν έχω ματαγνωρίσει και το κυριώτερο; Δεν σε φοβίζει, δεν σε τρομάζει, δεν σε καταπιέζει και δεν σου επιβάλλεται. (Αν βέβαια εσύ θες να συνεχίσεις να ζεις, και δεν κλειδώνεις το γκάζι ακόμα κι όταν πας για τις πάνες τού μπέμπη σου.) Ξετυλίγεις την πορεία, την διαδρομή ή το ταξίδι σου κι ό,τι κι αν συμβεί (βροχή/ήλιος/χαλάζι, οικονομική κρίση, πτώση στήθους ή επίθεση Αρειανών), εσύ συνεχίζεις αδιάφορος και αμετακίνητος, με πάνω από 200χαω. Κατευθυνόμενος προς Πάτρα, ανοίγουν οι ουρανοί και λέω το τόσο-κλασικό: «βαριέμαι να φορέσω αδιάβροχα». Κλικάρω μια-κάτω τον ηλεκτρονικό χάρτη απόδοσης και συνεχίζω «αμερόληπτος». Κι αφού στερέψαν οι ουρανοί, άνοιξε ο Κύριος και κάτι δεξαμενές που έχει εφεδρεία κι έγινε η «Εθνική» - τρομάρα ΜΑΣ – «Αθηνών-Πατρών» κολυμβήθρα – ε, τότε σταμάτησα κάτω από μια γέφυρα, ντύθηκα κανονικά και αδιάβροχα, κλικάρησα ακόμα μια-κάτω τον χάρτη και ξανασυνέχισα. Ούτε άγχος, ούτε ανησυχία, ούτε φασαρία, πατούσα τις πλαστικές φονικές λωρίδες διαγράμμισης και το Suzuki δεν το κουνούσε ρούπι. Σοφοί οι απόγονοι τού πνεύματος τού Yamato, βάλανε σκαλοπατητά την ΥΠΕΡ-ΒΟΛΙΚΗ – προσέξτε την λέξη μου – ισχύ και προστάτευσαν και ημάς τους δυστυχείς Ρωμιούς που πληρώνουμε πισίνες και κόττερα των εργολάβων κι εκείνοι την σωστή άσφαλτο την βάζουνε με την αλατιέρα. Την μία φορά που είχα την μέγιστη απόδοση και επιχείρησα προσπέραση σ' ένα καφάσι με ρόδες μ' έναν πατομπούκαλο γέρο γαντζωμένο στην αριστερή με 60χαω, πάτησα κάτι νερά, έκανε το «γεράκι» ένα πλαγιοσπινάρισμα μικρό μεν, αρκετό-κοφτό δε να με λούσει πατόκορφα μια στέρνα αδρεναλίνης κι εγώ ευλόγησα αυτούς τους Ιάπωνες nerds με την ηλεκτρονική γκατζετομανία τους που με σώσαν από βέβαιο high-siding!

Ας γράψω και κάτι ειδικό
Τούτο δω δεν είναι «το κορίτσι-λάστιχο», είναι ο κινητήρας bungee-cord. Έβαζες μια έκτη και τα 'κανες όλα: προσπεράσματα, σπιναρίσματα, ψώνια απ' το σούπερ-μάρκετ, τηλεφωνήματα στο κινητό, όλα μιλάμε. Τούτο δω δεν είναι πλαίσιο, είναι «ο Όλυμπος κι ο Κίσαβος» τα δυο βουνά αντάμα. Τούτες δω δεν είναι αναρτήσεις, είναι σκέτες εξαρτήσεις. Κι από φρένα; «Κορμάρα» που λένε και οι θαμώνες μπουζουκομάγαζων, μαζί τους κι εγώ συμφωνώ μονολεκτικώς κι απολύτως. (Βέβαια, μετά ΤΕΤΟΙΕΣ τελικές, ΦΥΣΙΚΟ είναι να παρουσιάζουν μια κόπωση.) Να εικονογραφήσω; Ως πεδίο δοκιμών έχω διαλέξει το ευθύ-ανηφορικό κομμάτι μετά τα πρώτα διόδια Εθνικής Αθηνών-Θεσ/κης, εκεί στο πλαστικό ταχυφαγείο Αμερικής (ονόματα δεν λέμε, διαφήμιση δεν κάνουμε). Mιλάμε τέτοιο κατσάρωμα δεν το πετυχαίνει ούτε ο καλύτερος κομμωτής, χώρια τα αυλάκια, τα μπαλώματα, τα χαλάσματα και οι σπηλιές. Ρε άλλαζα λουρίδες με 200χαω, τα περνούσα οριζοντίως/διαγωνίως/καθέτως –τίποτα, εις μάτην, ο δίτροχος ιέραξ ίσα που καταδεχόταν να σιδερώσει όποια ανωμαλία και να συνεχίσει απερίσπαστο τον ολωσδιόλου καταδιωκτικό δρόμο του. Πιάνω την ευθεία τής Θήβας, γεμίζω ζουρλές περιστροφές τον στρόφαλο, ξαπλώνω πάνω στο τανκ κι εκεί κατάπια διαμιάς όλα-μα-όλα τα σχόλια που μέχρις εκείνη την στιγμή είχα κάνει για την εμφάνιση και την αισθητική του: έχει λόγο ο σχεδιαστής κύριοι που το έκανε άσχημο. Γιατί δουλεύει. Ένιωθα τον αέρα να γλύφει, να αρπάζεται, να αγκαλιάζει και να τυλίγει καρφώνοντας το Σουζούκι στο οδόστρωμα, τέτοια αίσθηση σάς εύχομαι να σας τύχει. (Που δεν, αν δεν ψωνίσετε την συγκεκριμένη μοτοσυκλέττα.) Είναι τέτοια η πάκτωση στις υψηλότατες ταχύτητες πάνω στην άσφαλτο, που μόνο ΤΟΥΤΑ τα άλογα, με ΤΟΥΤΑ τα κιλά, με ΤΟΥΤΗΝ την σχεδίαση, με ΤΟΥΤΟ το φαίρινγκ μπορούν να πετύχουν. (Έτσι εγώ λέω.)

Βαρέθηκα να γράφω καλά λόγια. (Που όταν υπάρχει θέμα και λόγος, δεν τα βαριέμαι ποτέ.) Τί άλλο να γράψω; Μα μόνον διθυράμβους για το πώς οι Ιάπωνες κατασκευαστές καταφέρνουν να κάνουν το ήδη-καλό, καλύτερο. Και να μας αφήνουν κάθε χρονιά με τα ίδια ερωτήματα: «μα πόσο καλύτερο μπορούν οι αφορεσμένοι να το κάνουν το μηχανάκι;». Κι όμως μπορούν. Και το κάνουν. Γιατί το θέλουν. Και όχι μόνο για τα φράγκα, ή την μόστρα, ή την παράδοση, ή την εθνική υπεροχή. Αλλά γιατί αφοσιωμένοι μοτοσυκλεττιστές, αφιερωμένοι δουλευτές και αφιονισμένοι καπιταλιστές ονειρεύονται-σχεδιάζουν-κατασκευάζουν και χαίρονται ουσιαστικά... την ζωή (και την ζωή τους), έστω κι αν αυτή παίρνει σχήμα και πνοή μέσω τούτου του υπερέμψυχου δίκυκλου.


Να δούμε λίγο και τον αρνητικό πόλο;
1/ Θα ήθελα το στροφόμετρο στο κέντρο, το κοντέρ δεν το κοίταξα παρά μόνο μια φορά μετά τον ΣΕΙΡΙΟ όταν έγραψε 290χαω και αυτά ήταν αρκετά, για μία φορά, για εμένα. Αντί λοιπόν να βλέπω το νούμερο «6» σταθερά αναλογικοεμφανιζόμενο φάτσα-κάρτα, κέντρο-καράκεντρο στο πάνελ των οργάνων, θα το προτιμούσα πιο Ducatoειδώς, λευκό και στο κέντρο, όπως π.χ. στο RG 500. 2/ Η συγκεκριμένη μοτό διέθετε Yoshimura 4-σε-1, θαυμάσια. Παρατήρησα όμως ότι οι πλαϊνοί δοκοί τού πλαισίου ζεσταίνονταν άνισα: τον δεξιό δεν μπορούσες καν να τον ακουμπήσεις, την στιγμή που ο αριστερός ήταν εντελώς ανεκτός. Έκανα το τεστ και σε άλλο Suzuki με δύο Yoshi' τελικά και οι δοκοί είχαν την ίδια θερμοκρασία! 3/ Θα νιώσετε πόνο στους καρπούς απ' το πολύωρο ταξίδι, (άρα δεν φταίνε μόνον οι δικοί μου, όπως μού κατέθεσαν και άλλοι ιδιοκτήτες). Στις υψηλές ταχύτητες όμως αποφορτίζονται εντελώς, οπότε no worry-no sorry. 4/ Μπορεί οι μετρήσεις κατανάλωσης να λένε ό,τι λένε, εγώ όμως έμεινα με την εντύπωση ότι ο δείκτης βενζίνης κατέβαινε καθώς το μοτέρ ρούφαγε, καθώς τα χιλιόμετρα ανέβαιναν, καθώς η ευωχία αυξανόταν. Ρολλάριζε τόσο γρήγορα κι άνετα η μοτοσυκλέττα, που η ώρα τού βενζινά έφτανε απρόσμενα. 5/ Και λίγο θετικός πόλος: το κακόμοιρο Blackbird τής HONDA, σχεδόν μια μπουκιά το έκανε και το κάνει το "peregrine falcon", όπως είναι το δυτικοεπιστημονικό όνομα του ανατολικοϊαπωνικού Hayabusa.

Άρα, είναι μοτοσυκλεττάρα
"In so many words, yes" που λέει κι ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο στο CASINO. Ογκώδης αλλά όχι βαριά (εάν γνώστης είσαι), δυνατή αλλά όχι τρομακτική (εάν σχετικός είσαι), άνετη αλλά όχι πλαδαροτουριστική, πρωτοποριακή και καθόλου συντηρητική, πετυχημένη εμπορικά και απολαυστική οδηγικά, σοβαρά επιθετική και καθόλου απαιτητική, αρκεί ένα μόνο πράγμα: να μην φοράτε εσείς ως ιδιοκτήτες και αναβάτες της... το κράνος από μέσα και το μυαλό από έξω, με εννοείτε υποθέτω!

To SUZUKI GSX1300R Hayabusa είναι μια μοτοσυκλέττα ορόσημο (άξια να αγωνιστούν να την φτάσουν οι άλλοι), είναι μια μοτοσυκλέττα γραμματόσημο (άξια όσοι την αποκτήσουν και να την κρατήσουν ως συλλεκτική), είναι μια μοτοσυκλέττα πρόσημο (που γεμίζει τις αντίστοιχες συναδέλφους της με αρνητικά τέτοια), είναι μια μοτοσυκλέττα οικόσημο (και κάτι τέτοιο είναι η πρώτη φορά που το λέω). Πώς λένε οι όπου-γης άπιστες, «εγώ τον άντρα μου τον έχω κορώνα στο κεφάλι μου»; Έτσι κι εγώ προσθέτω ότι το Haya' εγώ ως μοτοσυκλεττιστής και δοκιμαστής το έχω στην αδιαμφισβήτητη κορυφή τής λίστας μου, όχι μόνο των γρήγορων-ξεχωριστών-τεχνοθαυμαστών-μοναδικών-ιδανικών μοτοσυκλεττών, αλλά των μοτοσυκλεττών γενικώς. Κι αυτό είναι όλο.

 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2016

Διαβάστηκε 2948 φορές Τετάρτη, 08 Φεβρουαρίου 2017 18:04