Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2020

APRILIA Tuono 1000 R, 2008. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)



Κεραυνός: ηλεκτρική εκκένωση, εκτυφλωτική λάμψη, βίαιη έκρηξη

 

Αποφάσισα να ανεβάζω στον «πάγκο» μου, όχι μόνο μοτοσυκλέτες-μοντέλα 2012 και μετά, αλλά και κούκλες προηγουμένων ετών, κούκλες σημαντικές και όμορφες, κούκλες σημαδιακές κι άσχημες, κούκλες προπαντός και προπάντων. Καλό το κυνήγι της επικαιρότητας – πρέπει όμως να φροντίζουμε και τους καταναλωτές που δεν μπορούν οι βαριόμοιροι να αλλάζουνε μηχανάκι κάθε φορά που έκαστος κατασκευαστής βγάζει το καινούργιο μοντέλο στην πιάτσα. Γιατί είναι απαράδεκτο έως προσβλητικό, εφιαλτικό έως φονικό να βλέπει ο καθείς μοτοϊδιοκτήτης το πανάκριβο αντικείμενο χρήσης και πόθου του, λατρείας και μόχθου του να παλιώνει γιαπωνεζοειδώς σε ένα εξάμηνο μέσα και ευρωπαϊκώς εντός δύο ετών. (Από Αμερική-μεριά δεν παίζει τίποτα – ακινησία πλήρης, τα χρώμια να 'ναι καλά και οι φραγκοαμέριμνοι που σπρώχνουν τα 'μύρια στην σειρά για μοτοσυκλέτες άλλης εποχής, με ωστήρια και σιδεροδοκούς για ψαλίδια. Θου όμως Κύριε φυλακή τω στόματί μου, θα θυμώσει η Μotor Company και θα τ' ακριβήνει τα μηχανάκια.)

 
Una historia personale
Εκεί γύρω στο ευτυχές έτος 2007, τότε που οι Τράπεζες σού σπρώχναν κάτω απ' την χαραμάδα της εξώπορτας τα παχυλά δάνεια με την βία, τότε που μπορούσες – με την ταυτότητά σου και μόνο – να αγοράσεις μια Bugatti Veyron, μια Brough Superior και με τα ρέστα να πάρεις και μια μαιζονέτα στην Βουλιαγμένη οβερλούκινγκ Σαρόνικος για να στεγάζεις μέσα και το παπί σου – τότε θέλησα και εγώ να αγοράσω μια μοτοσυκλέτα της απολύτου προτιμήσεώς μου. Και το έψαξα το θέμα, μια και το Varadero με έχει εντελώς βολέψει και ξενερώσει. (Μαζί πάνε τούτα τα δυο, ρωτήστε τον κάθε παντρεμένο.) Βγήκα λοιπόν με τα πανάκριβα και τελευταία αποταμιευμένα μου ευρώ στην μοτοπιάτσα για να διαλέξω ανάμεσα σε Kawasaki ZRX 1200 (ο νεκρόφιλος τής γειτονιάς σας ξανακτυπά) και Ducati GT 1000 (ο κλασικολάγνος της γειτονιάς σας επανεμφανίζεται), μεταξύ Triumph Speed Triple 1050 (οι παλιές αδυναμίες όσο και αμαρτίες δεν κρύβονται) και Aprilia Tuono 1000 R (είπα να δοκιμάσω ιταλική ακρότητα), βάλε και το ΚΤΜ που δεν μου άρεσε αλλά μου πήγαινε, οι υπόλοιποι Ιάπωνες δεν διέθεταν κάτι που να μου κάνει κούκου, εκτός από το Honda CB 1300 το οποίο απέρριψα αφού έφερε πλέον μόνο μία εξάτμιση απ' την μια πάντα!

Το Kawasaki όμως... μόλις τούς είχε εξαντληθεί (αν και ουδέποτε «τον κόψανε» για να το σπρώξουνε τούτο το κουκλί και θαυμάσιο μηχανάκι), για το Ducati τα ' χω γράψει ξεχωριστά, το Speed Triple μουρμούραγε εντόνως μέσα μου αλλά άμα οι Εγγλέζοι δεν διορθώναν σχεδιαστικά τον κώλο του εγώ επάνω του δεν ανέβαινα ούτε για βόλτα, έμενε λοιπόν το Tuono αμανάτι και μόνο του και με τραβούσε κοντά του. Έτσι λοιπόν, ένα βράδυ – γιατί βραδυνές ώρες όλες οι αμαρτίες γίνονται – κατέβηκα στου Ρομποτή το κατάστημα και το βλεφάριαζα στην βιτρίνα. Και μου άρεσε και δεν μου άρεσε – για να πω την αλήθεια – κι ένα μήνα μετά, μπήκα μέσα και το ζήτησα για test-ride. Ευγενικότατοι οι άνθρωποι εκεί, αφού κάναμε τα απαραίτητα χαρτιά μού το παρέδωσαν για μια σύντομη βόλτα, μέχρι Γλυφάδα έφτασα και είχα ήδη σχηματίσει πολύ θετική γνώμη. (Ήταν όμως αυτό που ζητούσα, που διψούσα, που ήθελα;) Πέρασαν κάποιοι μήνες ακόμα, «πολλά μεταξύ πέλει κύλικος και χείλεος άκρου» συνέβησαν, ώσπου σε κάποιο Σαλόνι Μοτοσυκλέτας σταμάτησα στο περίπτερο της Aprilia. Και δεν σταμάτησα απλώς, δεν φρενάρησα επί τόπου, κοκκάλωσα και μαρμάρωσα μόλις είδα εκείνο το «bianco-ice» χιλιάρι τον κεραυνό, ερωτοχτυπήθηκα οσονούπω. Εκείνη την στιγμή αμέσως κατάλαβα προς τα πού θα κατηύθυνα τα τελευταία ευρώ μου, έτσι λίγο μετά ξεκούτιαζα στου Αρμακόλα το δικό μου Tuono. Και όλα τα λεφτά ήταν μόλις πήρε μπροστά. (Έτσι δεν γίνεται με κάθε μοτοσυκλέτα Ντανάκο;) Όλα τα λεφτά ήταν μόλις το καβάλησα για τα πρώτα λεπτά. (Έτσι δεν γίνεται με κάθε μοτοσυκλέτα Ντανάκο;) Κι όλα τα λεφτά ήτανε μόλις το πάρκαρα στο γκαράζ μου, το έσβησα κι έμεινα εκεί να το περιεργάζομαι, επί τουλάχιστον μία ώρα και τρία τσιγάρα. (Έτσι δεν κάνεις πάντα Ντανάκο;) Οι φρέσκοι ήχοι του η μυρωδιά του, το σχήμα η πόζα του, το φωτεινό χρώμα του μέσα στο μισοσκότεινο γκαράζ, το κοφτερό σχέδιό του δίπλα στις καμπύλες του Honda μου, η χαρά του καινούργιου αποκτήματος μαζί με την μυρμηγκιάρικη αναμονή της ανακάλυψης του ιταλικού δίτροχου τούτου. Αν τ' αντικείμενα γεννούν συναισθήματα, το Τuono παίρνει εδώ άριστα. Αν τα συναισθήματα γεννάνε αισθήματα, εδώ το Tuono παίρνει «δέκα, με τόνο, και μπράβο». Κι αν τα αισθήματα παράγουνε κείμενα σαν και τούτο, τότε το Tuono είναι μια άριστη μοτοσυκλέτα, τελεία.

Έχω γράψει στο παρελθόν για το Tuono, τρία αν-θυμάμαι-καλά κείμενα σημαντικά. Έχω γράψει γι' αυτό πολλές λέξεις βαριές και γλυκές, σκληρές και αληθινές, προσωπικές και ατομικές και λίγοι τις ένιωσαν, μερικοί τις προσπέρασαν, οι πολλοί όπως πάντα δεν ασχολούνται. Εγώ όμως για εκείνο το Tuono μου «I have spilled my guts» κι όποιος γνωρίζει σωστά αγγλικά, θα με καταλάβει. Τέτοια συναισθήματα για μία μοτοσυκλέτα σπανίως έχω εγώ αισθανθεί κι ας έχουν περάσει – δικές μου μοτοσυκλέτες – σχεδόν εξήντα από την ζωή μου. Όσο κι αν έχω προσπαθήσει να βάλω στο χαρτί σκέψεις κι αισθήματα – πάντα περισσεύουνε ένα κάρο από δαύτα, μόλις περνάει από μπροστά μου ένα αδελφάκι του τούτα ξυπνούν και με κοπανούν, που πήγα εγώ ο άσπλαχνος και το πούλησα, που πήγα εγώ ο άδικος και το έδωσα και δεν το 'χω τώρα που διψάω για πάρτη του στα χέρια μου να το πιάσω να τ' οδηγήσω. (Ήταν η δεύτερη φορά που τόσο μετάνιωσα που πούλησα μία μοτοσυκλέτα μου: η πρώτη ήταν όταν μεταβίβασα σ' ένα άσχετο μειράκιο το RG μου, που κατάφερε και το κόλλησε μετά μια βδομάδα!) Ας είναι λοιπόν, ας συγκεντρωθούμε στο Τuono.



Possiamo andare
Από πού όμως να ξεκινήσω; Απ' τον κινητήρα της Rotax-για-την-Aprilia, ετούτο το V-2 εκ μαγνησίου με το τόσο χαρακτηριστικό δούλεμα; Απ' την εντελώς-δική του λειτουργία, το ελάχιστο σκαλοπάτι του ψεκασμού στις χαμηλές στροφές, το σφιχτούλι κιβώτιο, το PPC του συμπλέκτη; Αν κάποιοι ισχυρίζονται ότι μπερδεύει χαμηλά – πολύ καλά κάνει, και το Suzuki RG 500 μπέρδευε γιατί δεν ήταν για να δουλεύει εκεί, ήταν για να δουλεύει από εκεί και μετά, απλά. Αν κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται ότι χτυπάει και ακούγεται υπερβολικά, ας πάνε στον ΚΩΤΣΟΒΟΛΟ να αγοράσουν μια ραπτομηχανή: οι μοτοσυκλέτες – και δη αυτές με χαρακτήρα ιδιόμορφο και ξεχωριστό – δεν προσπαθούνε όλες να μοιάσουν στα Honda (που πρέπει να τα κάνουνε όλα σωστά, όλα καλά κι όλα φιλικά προς τον κάθε άψητο, φρέσκο και χτεσινό χρήστη). Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του μοτέρ δεν αποδίδουν στην ουσία τον τρόπο ζωής και απόλαυσης, πρέπει κανείς να το αποκτήσει για να το νιώσει, πρέπει κανείς να ζήσει μαζί του και «να φάει ένα σακί αλάτι» όπως έλεγε η γιαγιά μου, για να μπορέσει να φτάσει στον πυρήνα του Τuono. Και δεν είναι μόνον αυτό. Γιατί η Aprilia – παρελθόντων και των ετών – ψιλοβελτίωσε το τελικό προϊόν καταφέρνοντας να το τοποθετήσει στην κορωνίδα των street-fighter, εδραιώνοντάς το κυριολεκτικά στην κορυφή, για όσο καιρό στην παραγωγή το 'χε. (Μέχρι να βγει αναπόφευκτα το καινούργιο V-4 Tuono και να μετατρέψει «το παλιό»-πλέον σε classic, σε αντικείμενο-φετίχ για όσους η μοτοσυκλέτα παραμένει μοτοσυκλέτα και όχι ένα απατηλά-χρηστικό και «αθώο» πυραυλάκι 167 ίππων και 183 κιλών όπως ο αντικαταστάτης του είναι.) Αντιγράφω λοιπόν – σχόλιο # 1 – από παλαιότερο κείμενό μου: «το σκάσιμο του κινητήρα είναι μοναδικά διστακτικό, εγώ τουλάχιστον στα τριάντα εννιά (39) χρόνια μου μοτοϊδιοκτησίας, δεν έχω αισθανθεί άλλο. (A very distant second, αυτό των πολύ ακριβών και νέων Ducati – σε μοτοσυκλέτα, των πολύ ακριβών και παλαιών Lamborghini – σε αυτοκίνητο» και τα 'χω πει όλα. Και επιμένω: μοτοσυκλέτα είναι ένα ΣΥΝΟΛΟ από ιδέες κι εκτέλεση, απόδοση κι ευχαρίστηση, επιθυμία και λάθη. Ο κινητήρας του Tuono δεν θα 'τανε τίποτα τοποθετημένος σε ένα παπί, όπως ένα παπί δεν θα γίνει ποτέ Tuono, μην τα μπλέκουμε. Το συγκεκριμένο μοτέρ, με το συγκεκριμένο πλαίσιο, με τις συγκεκριμένες αναρτήσεις και φρένα και τον συγκεκριμένο σχεδιασμό ΕΙΝΑΙ το Tuono και το «όλον» αυτό το κρίνω εγώ ως απολύτως πετυχημένο. Αυτός ο 9.650 γραμμαρίων (!) ανάγλυφος σκελετός με το 4.860 (!) γραμμαρίων γλυπτό ψαλίδι στήνουν, κρεμάνε και δένουνε την καρδιά και την κοιλιά του Tuono, αυτό το δομικό ταίριασμα πατάει, αναρτάται και στρίβει με το Showa πειρούνι μπροστά και το Sachs αμορτισέρ πίσω. Όσο και να θελήσω να αποφύγω να μπλεχτώ με τα τεχνικά και τους αριθμούς, δεν πρόκειται να πετύχω τίποτα άλλο απ' το να χάσω την ώρα μου – και την δική σας βεβαίως – γι' αυτό θα περάσω pronto e subito στην οδήγηση του Tuono.

Ανεβαίνεις επάνω του και το καβαλάς. Πιάνεις το τιμόνι, φέρνεις τον κεραυνό κάθετα με το έδαφος κι αμέσως έχουν πιαστεί οι γοφοί σου στο σημείο της λεκάνης κοντά. Γιατί; Διότι το Tuono είναι κανονικά ένα RSV Mille με καρατιμόνα και χωρίς πλαστικά, πράγμα που σημαίνει ότι η μισή μοτοσυκλέτα είναι σχεδιασμένη για ατέλειωτο-τέλειο σκύψιμο και η υπόλοιπη είναι υποχρεωμένη να σε στήνει επάνω της σαν κατάρτι. Άντε και βάζεις μπροστά. Έχεις φορέσει το κράνος σου – οπότε δεν ακούς το κρύο μοτέρ του – κουμπώνεις αγρίως την πρώτη ταχύτητα και τσουλάει αυτό βήχοντας, έρποντας, βλαστημώντας. Μαλακώνεις εσύ πάνω στην άριστη σέλα του, αλλάζεις ταχύτητες και δοκιμάζεις τα φρένα, σταματάς στα φανάρια και κοιτάς τους άλλους που περιεργάζονται την μοτοσυκλέτα σου, καλά τα πας έως τώρα. Κατεβαίνεις Κηφισό και παίρνεις την Ιερά Οδό με κατεύθυνση Ελευσίνα – όχι για να θαυμάσεις τις κόρες της πώς ισορροπούνε στα δωδεκάποντα σήμερα – μα για να βγεις στον δρόμο για Μάνδρα-Παλαιοκούντουρα-Οινόη και διασταύρωση για τα Βίλια. Από εκεί θα κατεβείς στην Ψάθα φυσικά και θα πας στο Λουτράκι μέσω Σχίνου και Περαχώρας, θα επιστρέψεις δε από παλαιά Εθνική, μέσω Κινέτας-Λουτρόπυργου, έχεις και λέγω λοιπόν. Το Tuono είναι μια μοτοσυκλέτα για να μην κατέβεις ποτέ από πάνω της και είναι μία μοτοσυκλέτα για να σε κατεβάσουν αμέσως από εκείνην: σε ανάβει σε κορώνει, σε φτιάχνει σε πωρώνει, σε ινδιανοποιεί τόσο πολύ που ώρες-ώρες σκέφτεσαι μήπως θα ήταν καλύτερα να μην είχες ποτέ τα κλειδιά της. Οι σούζες βρίσκονται στην ημερησία διάταξη, η μεσαιοψηλή ροπή του ζωντανότατου δικύλινδρου σου τσιχλώνει τα χέρια μέχρι ν' αγγίξεις τις τελικές του και να πάρει το κρανίο σου αιφνιδία μετάθεση για τα φώτα του στοπ. Στις στροφές σού φαίνεται κάπως βαρύ – θυμήσου τα RSV γονίδιά του – μα δεν σε πειράζει διόλου αυτό, εγώ το προτιμώ από τους πανάλαφρους και ξυραφάτους ραπιντογράφους, τα νευρικά και ανεξέλεγκτα νυστέρια στην ελληνική άσφαλτο (sic) πάνω. Ψηλό είναι (ναι), μακρύ είναι (ναι), ε και; Επιθετικό είναι (ναι), διονυσιακό είναι (ναι), μα γι' αυτό ακριβώς δεν πουλιέται; Οι αναρτήσεις του είναι κούτσουρα, ε και; (Οι αναρτήσεις αγαπητέ δεν είναι χαλιά, αλλιώς η Μοιραράκη σε πρόλαβε κι άλλον για γαμπρό πήρε.) Τα φρένα του είναι ξερά, ε και; (Τα φρένα αγαπητέ δεν είναι βερίκοκα εποχής, αλλιώς το ΚΑΤ θα 'χε κτίσει δυο πτέρυγες επιπλέον.) Όταν οδηγείς ένα Tuono και έχεις αποφασίσει να το χαρείς, τότε τούτες οι «λεπτομέρειες» σε φτιάχνουν αντί να σε χαλάνε. Έρχεσαι με όσα στην κατηφορική διασταύρωση-φουρκέτα για Πόρτο Γερμενό-δεξιά, για Ψάθα-αριστερά και πνίγεις την μανέτα, κατεβάζεις ταχύτητα κι ανοίγεις ταυτοχρόνως το γκάζι. Αποτέλεσμα; Το Tuono ασφαλώς, ελάχιστα και σταθερά, επιβραδύνει δίχως να σταματά και σουζάρει ελαφρά, γερμένο αριστερά, ορμώντας στον φιδωτό και στενό ανηφορικό δρόμο. Με τα πεύκα τούς καθρέφτες να σου χαϊδεύουνε, τα φώτα τα άστρα να σβήνουν, τον πίσω τροχό να γλύφει το χώμα και το στόμα σου να καταπίνει το τελευταίο του σάλιο - "Am I hard enough / am I rough enough" τραγουδάνε οι Stones. Χορεύεις το πλαίσιο στους μηρούς σου ανάμεσα, ακροπατάς τους αναβατήρες πιέζοντας ακριβώς κι ελαττώνοντας πίεση όπου πρέπει, επιβάλλεις στο τιμόνι τις μαλακές διορθώσεις σου και σκάβεις ολοένα βαθύτερα το γκάζι. Μπορεί τούτη η διαδρομή να μην το χωράει το Tuono σου αλλά – θα το πω – δεν είναι καλύτερα όταν τα πράγματα δεν χωράνε, στριμώχνονται, ξεχειλώνουν λιγάκι και τα τοιχώματα ή πειράζει;


Κι αν έχεις κουράγιο ή την περιέργεια μπορείς γρήγορα να βρεθείς από κει ως τον Μπράλο, μήπως θες να σ' το οδηγήσω κι εδώ για να καταλάβεις; Να βγεις από την Εθνική, να περάσεις κάτω απ' την γέφυρα και να χωθείς με όσα περισσότερα δύνασαι – γιατί το Tuono οπωσδήποτε με πολύ περισσότερα δύναται – στην πρώτη δεξιά παρατεταμένη κι ανηφορική; Εδώ τα χιλιόμετρα είναι οπωσδήποτε τα διπλάσια απ' την Ψάθα, ενίοτε και τριπλάσια, μήπως αντιλαμβάνεσαι ότι με το Tuono δεν τρέχει κάστανο εδωπέρα; Αλλά αυτό που τρέχει είναι ένας αναβάτης και μια μηχανή, ένας άνθρωπος με μια ιταλική μοτοσυκλέτα, εσύ με το Aprilia Tuono σου κι εναλλάσσεις τις παρατεταμένες με των ταχυτήτων τα ανεβάσματα, τα πλαγιάσματα του κορμιού σου με τα ακροθιγή φρεναρίσματα, τα ελεγχόμενα σπιναρίσματα με τις πακτωμένες σου αναρτήσεις - "How much more poetry can you take, man?" Ξεφλουδίζεις και αυτό το βουνό και δεν έχεις ούτε χρόνο ούτε μυαλό για ν' αντιληφθείς τι κάνει – παράλληλα με εσένα – το Tuono σου, αυτά θα σου σκάσουν κατάμουτρα και κατάσαρκα είτε στην Ιτέα ή στα Καμένα Βούρλα, αναλόγως πορείας σου και φοράς διαδρομής. Γιατί εκεί θα σταματήσεις να ξεκουραστείς, θα βγάλεις το κράνος σου μούσκεμα, θ' ανάψεις με χέρια τρεμάμενα ένα τσιγάρο, θ' ανοίξεις την δερμάτινη φόρμα σου να μπει φρέσκος και κρύος αέρας, θα μπορέσεις να ξανασκεφτείς... ότι ζεις.


La suma
Κυρίες και κύριοι και αγαπητά μου παιδιά, το Tuono αξίζει κάθε ένα ευρώ του, αλλά μόνον αν πρόκειται τα ανωτέρω να ζήσετε. Αν θα το χρησιμοποιείτε καθημερινά για να σας θυμίζει την σαββατοκυριακάτικη υποχρέωσή σας απέναντί του, ΟΚ. Άμα όμως του βάλετε μπαγκαζιέρα και κάλυμμα τανκ, το πήρατε για την «μούρη» του ενώ εσείς είστε για σκούτερ φτιαγμένος, έχετε κάνει λάθος και δεν λυπάμαι καθόλου για σας, το Tuono λυπάμαι. Η κατοχή μοτοσυκλέτας – και η παρεπόμενη οδήγησή της – δεν είναι διόλου υπόθεση απλή, αν τα μοτοπεριοδικά, τα χρηματοδοτικά προγράμματα και η παραμυθιαστική Διαφήμιση σας έχουν οδηγήσει σε χωράφια στρεβλά, τα δίκυκλα ουδόλως αυτά φταίνε. Έβγαλε την «βρώμα» το Tuono ότι δεν κόβει το τιμόνι του; Πρώτον δεν είναι trial μηχανάκι, δεύτερον είναι μισό RSV και τρίτον το κόψιμο του τιμονιού είναι για ελιγμούς μέσα στην πόλη, οπότε ρε πολύξερε ιδιότροπε καλομαθημένε και έξυπνε, παπί πάρε. Έβγαλε το Tuono «βρώμα» ότι μοιράζει βλάβες επί αθώων και αδίκων; Πρώτον δεν πλένουμε ποτέ δίκυκλο με την μάνικα πίεσης καυτού ύδατος στα αυτοκινητάδικα σαββατιάτικα στέκια. Δεύτερον, η ιταλική μοτοσυκλέττα θέλει και απαιτεί προσωπική προσοχή, ένα χεράκι εδώ ένα χαδάκι εκεί, με τις Ιταλίδες δεν είναι «παντρεύτηκα-ψώνισα, καθάρισα-τεμπέλιασα» βρε, σωστά απαιτεί η θεά το συνεχές κόρτε και ενδιαφέρον σας, την παρουσία το φλερτ σας. Και τρίτον, η Ιταλίδα έχει και συνεχή έξοδα, λάστιχα-γρανάζια-αλυσίδα, συχνή επιτήρηση – και όχι συντήρηση – του μοτέρ, παρακολούθηση περιφερειακών και ηλεκτρικών, πρόληψη κυρίως και όχι «τρέχω και δε φτάνω μετά, και γκρινιάζω κι από πάνω γιατί πληρώνω»!

Αντιγράφω λοιπόν – σχόλιο # 2 – από παλαιότερο κείμενό μου: «ναι, το Tuono είναι μια πολυτέλεια μέσα σε τούτη την χώρα όπου οι δρόμοι είναι από ασκούπιστοι έως φονικοί, ο καφές πανάκριβος και νερόπλυμα, οι γυναίκες ψηλομύτες και χαμηλοκώλες, η Κυβέρνηση οθωμανική και η Εφορία σκανδιναβική. Ναι, το Tuono είναι μια απ' τις τελευταίες μοτοσυκλέτες αντίστασης στην περιώνυμα πρόστυχη και πανηγυρικά ξεφτιλισμένη ελληνική πραγματικότητα, αυτήν ακριβώς που κάνει τα μωρά να κλειδώνονται στις θερμοκοιτίδες, τους νέους να τα σπάνε στις διαδηλώσεις, τους μεσόκοπους να 'χουν ξεχάσει τι πάει να πει χαρά της ζωής και τους γέρους να κρεμιούνται απ' τα χείλια Παπαδάκη και Μενεγάκη». Και μόνον αν παρατηρήσετε το σύνολο της ουράς του Tuono, θα με υποχρεώσετε να παραθέσω και το τελευταίο – # 3 σχόλιο – από παλαιότερο κείμενό μου: «ανασηκωμένο σαν το φόρεμα της Μόνικα Μπελούτσι στον γραίγο, πεπλατυσμένο σαν το στήθος της Σοφία Λώρεν σε ηλικία ώριμη, πολυσκαλοπατητό σαν το μακιγιάζ της Γκρέης Τζόουνς μεσάνυχτα, φλασολαμπερό σαν το μουτράκι της Κάιλι Μινόγκ καταμεσήμερο» είναι αυτό που εγώ έχω γράψει και δεν παίρνω λέξη μου πίσω. Τους έπιασε η σεμνότητα των Ελλήνων και διαφωνούν με τα δικά μου ζεστά και παθιασμένα γραπτά – μωρέ ντρέπονται και κρύβουνε τις πομπές τους. Γιατί όποιος φείδεται λόγων καλών στην ζωή, ένας μίζερος βλογιοκομμένος σιχτίρης οπωσδήποτε καταντά, να μιλά αναλόγως των φράγκων, να χαιρετά αναλόγως γνωριμιών και να γκρινιάζει επειδή εκείνου του λείπουνε πόντοι. Μπορεί για μοτοσυκλέτες να γράφω εγώ τελικά, μα δεν γράφω αποκλειστικά για μοτοσυκλέτες. (Αλλιώς ετούτες θα μένανε στις εκθέσεις απούλητες και οι βιομήχανοι θα βγάζανε μανταλάκια.) Γράφω πρωτίστως για ανθρώπους που καβαλάνε μοτοσυκλέτες, για μοτοσυκλέτες που οδηγούνται από ανθρώπους ανοιχτούς ζωντανούς, ανθρώπους ανθρωπινούς και όχι ανθρώπους μηχανοποιημένους.


Άνοιγα το γκάζι και δεν ήθελα να το κλείσω ΑΠΟ ΑΙΣΘΗΣΗ, παρά μόνο αν με σταματούσε ένας τοίχος, ένας ταρίφας ή κάτι μοιραίο. Έπνιγα τα φρένα και δεν μ' ένοιαζε αν κρατούσε ο δρόμος, αν ήταν ζεστά τα λάστιχα, αν θα μάζευα τελικά τα χιλιόμετρα που ζητούσα. Άκουγα να δουλεύει ο κινητήρας του και δεν ήθελα να πιστέψω ότι δεν θα κολλήσει έτσι όπως «αρβάλαγε», έτσι όπως στεγνά βάραγε, έτσι όπως χτυποκοπανούσε. Μάθαινα για τα βάσανα που διάφοροι ιδιοκτήτες τραβούσανε, το πλένανε και την άλλη μέρα... γκάγκα τα όργανα. Το πλακώνανε λίγο περισσότερο και την ίδια στιγμή, τσιάο κι αντίο ανορθωτές και ηλεκτρικά αγνώστου αιτίας. Μια φορά ένας απρόσεκτος Πακιστανός στο βενζινάδικο έχυσε βενζίνη στο δικό μου ντεπόζιτο, και παρ' όλο που αμέσως το σκούπισα και νεράκι τού έριξα, την άλλη μέρα γύρω-γύρω η τάπα είχε γράψει κάτι κίτρινα – απ' το ίχνος βενζίνης – δάκρυα που μόνον οι γκρίζοι και σκληροί μου κρόταφοι με απέτρεψαν απ' το να βάλω τα κλάματα από την τσαντίλα. Οι Ιταλοί δεν τα έχουνε λύσει όλα τους τα προβλήματα, ούτε κάθονται ν' ασχοληθούνε με παιδικές ή χρόνιες αρρώστιες. Σου λένε «εμείς το βγάλαμε το αριστούργημα, ώρα δική σου ν' ασχοληθείς με τα περαιτέρω» – δεν λέω, αρχοντική έως πριγκιπική άποψη αυτή, μα σήμερα που όλα τα πιτσιρίκια είναι πολύ μα πολύ καλομαθημένα, θέλουνε το επιπέδου-GP χιλιάρι τους να καίει ελάχιστα, να μην μπαίνει για service ποτέ του, να μην αλλάζει η μεταπωλητική του αξία ούτε λεπτό και να γράφουνε άπαντες παιάνες για τούτο.

Το Τuono, κάτι τέτοια δεν το ενδιαφέρουνε. Και εμένα κάτι ίδια, ούτε με νοιάζουν. Δεν είμαι βέβαια στις μοτοσυκλέτες μου χτεσινός, μα ΑΙΣΘΗΣΗ λίγες μοτοσυκλέτες σημερινές διαθέτουν. Κι όσο τα εργοστάσια κατευθύνονται στην κατασκευή υπερόπλων και commuters (που στα υπερόπλα τους μοιάζουνε), τόσο μοτοσυκλέτες σαν το Tuono σπανίζουνε, όσο κι αν το καινούργιο – απ' ό,τι μου λένε – είναι απείρως καλύτερο, το καινούργιο Tuono εμένα δεν μου αρέσει ούτε αισθητικά ούτε φατσικά, ούτε προσωπικά ούτε μοτοσυκλετιστικά (και μέχρι νεωτέρας δοκιμής τούτο).


Positivo e negativo
Ν' αρχίσω με τ' «αρνητικά»: είναι μωρέ μειονέκτημα το γεγονός ότι το βεντιλατέρ ανάβει αμέσως ή ότι το γρανάζωμα είναι μακρύ; Είναι βαρύ βρε το V-2, στα 210 γεμάτα κιλάκια; Είναι κακό ότι ο αέρας σε χτυπά μετά τα 150χαω; Να συνεχίσω όμως και με το ένα θετικό; Μοτοσυκλέτα τέτοια δεν θα ξαναφτιαχτεί, «οι καιροί ου μενετοί». Γι' αυτό λοιπόν εσείς βγείτε στις αγγελίες κι αρπάξτε το δικό σας αστέρι, γλυτώστε το απ' τους άσχετους που αμέσως του χώνουν την πινακίδα στον λασπωτήρα και βάλτε το βαθιά στο γκαράζ και την καρδιά σας. Άμα μάλιστα δεν είστε των –άντα ετών, αγοράστε ένα πλουμιστό Factory, φορέστε του δυο Αcrapες ανοιχτές και θα με θυμηθείτε όταν γεράσετε: αυτόν τον συνδυασμό χρωμάτων και σχέδιου που εγώ δεν άντεξα ν' αγοράσω, εσείς θα μ' ευλογείτε όταν θα καβαλάτε μετά. Και μια και επί προσωπικού ο λόγος, συγχωρείστε μου που δεν ανεβάζω φωτογραφίες δικές μου απ' το Tuono μου. Ο λόγος; Δεν έχω καμμία!!! Το κράτησα το έρμο τόσο λίγο και τόσο κοντά μου που δεν διαθέτω ψηφιακή του απόδειξη, έστω μια εικονίτσα του στο αρχείο μου – ευτυχώς όμως, γιατί θα την είχα ανεβάσει στο καντηλάκι μου με τα στέφανα και για τρίτο γάμο εγώ δεν πηγαίνω!

(Υστερόγραφο: περίεργος «πάγκος» ετούτος ο σημερινός, το ομολογώ. Μα «ο πάγκος» μου δεν είναι μετρήσεις και νούμερα, προσεκτικό ζυγισμένο γράψιμο και ισορροπίες κατόπιν διαφημιστικών συμφωνιών και επανειλημμένων τηλεφωνημάτων. Ο «πάγκος» μου είναι πρώτιστα σκέψεις κι αισθήματα, αβίαστα κι ομολογημένα, που δεν περνάνε από κανένα μίξερ ή κάδο πλυντήριου, βγαίνουν οι φράσεις απ' το κεφάλι μου όπως γεννήθηκαν κι έτσι ελπίζω πως πρέπει να παραμείνουν. Μένει λοιπόν σε εσάς η κρίση και κριτική, χρήσιμη είναι ετούτη και για τους δυο μας.)

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2014

Διαβάστηκε 3029 φορές Παρασκευή, 03 Ιανουαρίου 2014 04:34