Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2020

KAWASAKI GPZ900R Ninja. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


 

Η χρονιά είναι 1986. Ο μήνας είναι Ιούλιος. Το ΠΑΣΟΚ είναι κυβέρνηση ξανά, πάντα «ενωμένο-δυνατό» και η Ελλάδα ετοιμάζεται για την χρυσή της εικοσαετία, πάντα σκορποχώρι ανεύθυνο. Εγώ είμαι 31 ετών. Ο μήνας των γενεθλίων μου είναι ο Σεπτέμβριος. Στο Ελληνικό Δημόσιο είναι η δουλειά μου, πάντα «ενωμένο-αρπακτικό» αυτό κι εγώ ετοιμάζομαι για την 35ετή μου καρριέρα ως δημόσιος υπάλληλος. Αλλά. (Πάντα υπάρχει ένα «αλλά», σε ΚΑΘΕ ελληνική ιστορία.)


Το Yamaha 600 Ténéré που διέθετα, με είχε κουράσει. Και εάν σε έχει κουράσει κάτι ή (πολύ χειρότερα) κάποιος, είναι ώρα για τρία πράγματα: 1/ να το δίνεις, 2/ να «του δίνεις» και 3/ να τον «δώσεις» κανονικά. Εγώ έκανα ΚΑΙ τα τρία.


Αποφάσισα λοιπόν την αγορά μιας μεγάλης – ο όρος "super-bike" δεν είχε ακόμα εφευρεθεί – μοτοσυκλέττας λόγω ερχόμενων γενεθλίων, με έναν όμως δικό μου όρο απαράβατο: δεν θα κόστιζε πάνω από ένα εκατομμύριο δραχμές, στεγνά-νέτα-σκέτα. Γιατί ήταν-που-ήταν πάντοτε οι μοτοσυκλέττες ληστρικά ακριβές στην χώρα μας (όπως όλα τα πράγματα απολύτως είναι εδώ, ΚΑΙ ακριβότερα ΚΑΙ χειρότερα), ήθελα να θέσω ψυχαναγκαστικά κι απαραίτητα κάποιον φραγμό στο ξέφρενο πάθος μου και να... «Ρένα συγκρατήσου» που έλεγε ο «Ακάλυπτος» Καφετζόπουλος, προτού γίνει μαϊντανός τηλεοπτικός και κομπέρ περιοδικού (κι ας είχε ένα φεγγάρι Laverda!) Κάνω την έρευνα αγοράς μου λοιπόν κι ο δίτροχος μπαχτσές αυτά τότε είχε, (ή αυτά εγώ τότε γούσταρα): YAMAHA RD 500 και SUZUKI RG 500, ΚΑWASΑΚΙ GPZ 900 και SUZUKI GSXR 1100, τέλος. HONDA CB 1100 δεν αγόραζα γιατί δεν είχα γιατρευτεί ακόμα απ' την κλοπή τού Bol d' Or μου τρία χρόνια πριν, DUCATI και λοιπά ιταλικά ουδείς ΤΟΤΕ τα κοίταζε, αφού και οι άτυχοι αντιπρόσωποί τους ψάχναν με την διόπτρα να κοπανήσουν στην τσέπη και το κεφάλι κάναν ήδη βαρεμένο, όσο για BMW... δεν ήμουν ιατρός τού Κολωνακιού, ούτε δικηγόρος τού Ποινικού. (Ξέχασα καμμιά και κανέναν;)



Τα δίχρονα τα απέρριψα, γιατί είχα δεύτερες σκέψεις! (Λέω βαθιά μέσα μου και ακροθιγώς: «Κύριε Ντανάκο, αφού το δίχρονο είν' το σεκλέτι σου, τσίμπα τώρα ένα σετ βαλβιδούλες και για περιστροφικές, έέέχεις καιρό... Μέχρι του χρόνου.») Οπότε για να μην σας κουράζω εξ αρχής – γιατί θα σας κουράσω στην συνέχεια έτσι-κι-αλλιώς – είχα να διαλέξω ανάμεσα GPZ και GSXR, τέλος. Μπαίνω στην αντιπροσωπεία τής SUZUKI λοιπόν, κυαλάρω ένα και κάθομαι επάνω του, ξεκαβαλλάω το τριγυρνάω, το χαϊδεύω τού γλυκομιλάω – φτιάχτηκα. Μπαίνω στην αντιπροσωπεία τής KAWASAKI μετά, κυαλάρω ένα και κάθομαι επάνω του, ξεκαβαλλάω το τριγυρνάω, το χαϊδεύω τού γλυκομιλάω – ξενέρωσα. Ένα-ένα όμως:


1/ Το GSXR ήταν αυστηρά-κλιπονάτο «μπροστόβαρο», οι καρποί τού χειριστή απείχαν τρεις πόντους απ' την κεφαλή, το τιμόνι έκοβε όσο το μυαλό τού Φλαμπουράρη και του Τσίπρα μαζί (απέναντι στους Σόϊμπλε και Ερντογάν), το ντεπόζιτο το είχες αγκαλιά στους βραχίονες και στις «θεωρητικές» τελικές, το υποσιάγονο τού κράνους «εύρισκε» στο σωληνάκι αναθυμιάσεών του. Η γωνία των γονάτων ήταν "off" σε σχέση με την θέση των πελμάτων, το σύνολο τής μοτό ήταν σπαρτιάτικο και πιο «μπαίνω με την ταυτότητα και βγαίνω στην κλινική απ' ευθείας» και οι ξένοι δοκιμαστές – τους οποίους ξεκοκκάλιζα – πίναν μπύρρες, σαμπάνιες και σαμπούκες στο όνομα και τις αρετές του. «Ένα λεπτό περιπτερά» που αργότερα τραγούδησε ο Διονυσίου: Εγώ ΔΕΝ ήθελα τετράχρονο-sport, γιατί αργότερα θα αγόραζα δίχρονο-sport, εγώ ήθελα...


2/ Το GPZ ήταν σαν να καθόσουν επάνω σε δίτροχη Lamborghini: το όχι-αυστηρό-κλιπόν τιμόνι του ήτανε μακρυά απ' τον κορμό τού χειριστή, το τιμόνι «έκοβε» όσο κόβει το μυαλό ΟΥΚά σε αποστολή (χωρίς να 'χει πάρει εντολή από Πάγκαλο ή Λυμπέρη), η κεφαλή τού κινητήρα ήταν ευγενώς-επιμελώς κεκρυμμένη, οι βραχίονες τεντώναν σωστά πάνω από το ντεπόζιτο και οι γωνίες γονάτων-πελμάτων ήταν μετρημένες-φτιαγμένες-«κλειδωμένες» για ξεκούραστη και σβέλτη οδήγηση ωρών. Το σύνολο τής μοτό ήτανε πλούσιο και αρχοντικό, η «τοποθέτησή» της διόλου αγωνιστική ή προκλητική ή ντεμεκιτζίδικη (sic) και οι ξένοι δοκιμαστές – τους οποίους ξεκοκκάλιζα – πίναν μπύρρες, σαμπάνιες και σαμπούκες στο όνομα και τις αρετές της. «Δώδεκα, κι ούτ' ένα τηλεφώνημα» που τότε τραγουδούσε η ερωμένη Καρβέλα-Κωστόπουλου-Σαμαρά-Γκλέτσου-κ.α.: εγώ ΗΘΕΛΑ τετράχρονο-allrounder, γιατί παλαιότερα είχα τιμήσει την κατηγορία αυτήν δις – ψωνίζοντας HONDA φυσικά – και μου ταίριαζε απολύτως.


Πάω σπίτι μου, ανοίγω βραδυάτικα ένα malt Lagavulin, ανάβω ένα Cohiba – που τότε δεν το 'ξερε ούτε ο μακαριστός Μάκαρος – και βάζω στο πλατώ τού Thorens έναν κύριο, γνωστό και μη εξαιρετέο μπάϊ δε νέημ οβ Coltrane. Είχα ψηφίσει. Δαγκωτά. Και με την καρδιά στα νεφρά. Τα οποία τα 'χα κάνει μπετά, προκειμένου το GSXR ν' αγοράσω φυσικά. Κι ας κόστιζε κάποια χιλιάρικα σοβαρά, πάνω απ' τον πήχυ τού εκατομμυρίου δραχμών τον οποίο εγώ είχα θέσει. Κι ας ήτανε μανουριάρικο, αγωνιάρικο, ξεκωλιάρικο. Καρποφονικό, οσφυοσυντριπτικό, αυχενοθλαστικό. Φασαριόζικο, βιτσιόζικο, γουστόζικο. (Αυτός που δήλωσε ότι η αγορά γυναικός και το καβάλλημα μοτοσυκλεττός – έτσι το βάζω, για ρίμα – είναι υπόθεση ψυχρή κι εγκεφαλική, οι Κινέζοι μάς τον ζητήσανε να τους βάλει πλακάκια. Στο Σινικό τείχος. Και με χαρά τούς τον δώσαμε.) Παρ' όλον ότι το Kawasaki απολύτως μού άρεσε, απολύτως μού ταίριαζε και απολύτως ψοφούσα, αυτό το μουρλό «κέντρο παράλογων δίτροχων αποφάσεων» μέσα μου, Suzuki διέτασσε και δεν έπαιρνε και κουβέντα καμμία. ΤΟΤΕ δεν υπήρχε φυσικά δυνατότητα test-ride πουλάκια μου, που ΤΩΡΑ μπαίνετε άφραγκοι και καμαρωτοί στις «κάθετες μονάδες»-τρομάρα τους και τσιμπάτε ΚαΤιΜάδες και Μπέμπες φορτωμένες ηλεκτρονικά λιλιά για «δοκιμή», ή «κλείνουν» τις Σέρρες για πάρτη σας οι κ.κ. αντιπρόσωποι και μέσα σάς αμολάνε με 200 ίππους φρουμάζοντες να κουτουλάτε μπαρριέρες. ΤΟΤΕ – κι ιδιαίτερα παλαιότερα – «χάρη σού κάνουμε» λέγανε οι «εμπόροι» που καταδέχονταν τις πληθωρισμένες δραχμούλες σου και σου φέρναν δέκα μήνες μετά, το μηχανάκι που είχες εξοφλήσει μπροστά, αφού το 'χαν γδυμένο από αξεσσουάρ κανονικά, και σε χρεώναν επιπλέον και τα εκτελωνιστικά – «τί ζωή κι αυτή Χριστέ μου» που έλεγε η Βλαχοπούλου, και ξαναλέω εγώ, κι ας μην ήτανε μηχανόβια η Κυρία γυναίκα.


(Ξέρω, δεν αρέσει το χιούμορ μου, μα απ' ό,τι έχω αντιληφθεί, ούτε η δική μου λογοτεχνία αρέσει. Οπότε γράφω αυτό που ευφραίνει την ΔΙΚΗ ΜΟΥ ψυχή, κι όποιος γουστάρει συνεχίζει, όποιος δεν, μηδενίζει.) Έτσι λοιπόν αποφάσισα – για πρώτη-δίτροχή μου φορά – να κάνω ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ απ' αυτό που επιθυμούσα. Κόστος GPZ; 975.000 δραχμάρες. Κι ένα ιουλιάτικο μεσημέρι, στο κατάστημα τού τότε-μηχανικού μου στην Γλυφάδα με περίμενε πινακιδάτη και απαστράπτουσα η καινούργια μου Νinja. (Ρε πάτε καλά; Θηλυκός ninja επ' ουδενί νοείται: είπαμε πληρωμένος φονιάς, μα να ντυθεί ο θεός τού nin-jutsu τρανσέξουαλ για να κουμπώσει στους ορισμούς τούς δικούς σας δεν γίνεται-δεν πρέπει-δεν πρόκειται!!)



Μην ξαναρχίσω λοιπόν το ίδιο λακριντί: «Η χρονιά ήταν 1986. Ο μήνας ήταν Ιούλιος»... κι εγώ διέσχιζα κοστουμάτος και ξεκράνωτος φυσικά την λεωφόρο Ποσειδώνος, με κατεύθυνση Κηφισό, με κατεύθυνση την Κυψέλη, με σκοπό «αλλαγή ενδυμασίας ανδρών εξόδου», με σκοπό να ενδυθώ δέρματα και να κοιμηθώ στα Καμένα Βούρλα, δίκην πρώτης βόλτας-πρώτης βραδυάς. (Πώς το έψαλε ο Σπύρος Σπυράκος; «Πρώτο πακέτο, πρώτο μπουκάλι»!) Εντυπωσιάστηκα. Γοητεύτηκα. Μαγεύτηκα. Η Kawasaki ήταν ΑΥΤΟ ακριβώς που ΖΗΤΟΥΣΑ και ΗΘΕΛΑ, ΠΕΡΙΜΕΝΑ και (της) ΤΑΙΡΙΑΖΑ και δεν τα βάζω τζάμπα τα κεφαλαία. (Μην κοιτάτε που αναρίθμητοι μοτοσυκλεττιστές έχουν φάει και κυριολεκτικά καταπιεί κάποιον δίτροχο «ματρακά», και δεν λένε κουβέντα μετά.) Το δούλεμά της; Βελούδινο κι άγριο μαζί, σαν να τραγουδούσε Βέρντι η Τζάνις Τζόπλιν. Το κράτημά της; Ξερό και ανάλαφρο μαζί, σαν τo Bellini που φτιάχνει στο Harry's bar o συνταξιούχος του-πια μπάρμαν. Δυνατή και ευκολοδιάβαστη μαζί, σαν την μετάφραση που έκανε τού Proust o αξεπέραστος Παύλος Ζάννας. Άνετη και συγκρατημένη μαζί, σαν τo negligé που απέρριψε η Κατρίν Ντενέβ στο «Η ωραία τής ημέρας» τού Μπουνιουέλ.

Στο κατακαμένο κι αχνιστό απομεσήμερο τής Ποσειδώνος, το GPZ ελισσόταν μ' αέρα και τσαμπουκά Λολίτας εντός αρσενικού ΚΑΠΗ. Στην κολλώδη και κολλημένη παραλιακή, η Ninja πετούσε χαμηλά με αφροντισιά και καπατσιτά μποντυμπίλντερ εντός συλλόγου ανορεξικών λεσβιών. Η κοκκινόμαυρη 900R με το space-fairing, τις δρεπανοειδείς ζάντες και τις εκπάγλου τεχνολογίας και καλλονής μαύρες-ματ εξατμίσεις σκοτείνιαζε τον εκτυφλωτικό αττικόν ήλιο, κι ας ήταν η ώρα τέσσερις και μισή, καλοκαιρινή και καυτή, να στεγνώνουν τα δάκρυά μου πίσω απ' τα Ray-Βan προτού καν στάξουν. Βγήκα «ποτάμι». Κι εκεί την άνοιξα ελάχιστα κι αμέσως την «έκλεισα», γιατί αμέσως κατάλαβα ότι εδώ ΔΕΝ έχουμε να κάνουμε με γκάζια Γιαπωνέζου πρώην-ξυλουργού (βλ. Suzuki Michio), αλλά με γκάζια Γιαπωνέζου πρώην-ναυτικού (βλ. Kawasaki Shozo) και τούτα τα δυό επαγγέλματα απέχουνε παρασάγγας. (Μη μου πει μετά κανείς ότι δεν ειδοποίησα για το επερχόμενο ταξικοκοινωνικό σχόλιο...)


(Κάνω ένα μικρό διάλειμμα στα «προσωπικά» μου για να γράψω στενά κι ειδικά για την μοτοσυκλέττα ετούτη, ώστε: 1/ όσοι βαριούνται εμένα, να με κλείσουν αφού τα διαβάσουνε και 2/ όσοι γουστάρουν εμένα, στην ΕΒΓΑ να πεταχτούν να φορτώσουνε μπύρρες.) (Ευχαριστώ, εγώ πίνω ΒΕΡΓΙΝΑ.) Από πού να ξεκινήσω; Πρώτον απ' το ότι το ΜΟΝΟ και ΒΑΣΙΚΟΤΕΡΟ ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑ τής GPZ900R ήταν-είναι-και θα 'ναι.... ο Τομ Κρουζ. Απ' την ώρα που ο καταραμένος αυτός φλώρος τηνε καβάλλησε – KAI την λυγερόκορμη Καβασάκι μας, KAI την ψηλαλόγα Κέλλυ Μακ Γκίλλις του – υποχρέωση κάθε dude this side of the Atlantic και εκάστου μάγκα Αθηναϊκών δυτικών συνοικιών ήταν να ΜΗΝ αγοράσει ΑΥΤΗΝ την μοτοσυκλέττα. Kawasaki J ναι, Kawasaki R ναι, μα Kawasaki GPZ900R ποτέ! Είχα δει την ταινία και δεν είχα ψηθεί, μα ήταν αργά τώρα καθώς κρατούσα στα τρεμάμενα χεράκια μου ένα δίτροχο γιαπωνέζικο F-14 κι όσο κι αν κοίταγα πίσω μου, Κέλλυ δεν έβλεπα, Κέλλυ δεν είχα. Αυτό που είχα όμως ήταν μια Dainese δερμάτινη σπίτι μου την οποία και σούμπιτο φόρεσα, πήρα το Bell Star κράνος μου, τα Bates γάντια μου και ξεχύθηκα νωρίς το απόγευμα στην Αθηνών-Θεσ/νίκης για... στρώσιμο.


Όταν λέω ότι ΜΟΝΟΝ η KAWASAKI μπορεί και θέλει και βγάζει ΤΕΤΟΙΕΣ μοτοσυκλέττες, το εννοώ. Από τότε, μέχρι και σήμερα. Γιατί ουδείς άλλος ΚΑΤΕΧΕΙ ΑΥΤΗΝ την ΑΙΣΘΗΣΗ που σου δίνει μια Kawasaki. (Πώς γράφει ακόμα ένας εγωκεντρικός και γκρινιάρης σπαζάρχιδος; «Αυτά τα διαβάζετε μόνο εδώ μέσα»!) Καθώς τα προϊόντα τούτα τού «ναυπηγείου» διαθέτουνε ένα δέσιμο, που ούτε η HONDA καν έχει, (και τούτο είναι τίτλος τιμής). Ας το ρίξω λοιπόν στον μοτοσεξισμό: Η HONDA έχει κόλλημα να φτιάχνει μοτοσυκλέττες για ΟΛΟΝ τον κόσμο και όποτε αποφασίσει ΑΥΤΗ, να φτιάχνει μοτοσυκλέττες για κάθε μία κατηγορία πελατών και αναβατών. Η YAMAHA έχει κόλλημα να γίνει κάποτε HONDA, γι' αυτό τής την βγαίνει στους αγώνες συνέχεια, γι' αυτό και κινδυνεύει συνεχώς να βαρέσει κανόνι. Μένει η SUZUKI η κακόμοιρη να παλεύει ανάμεσα κυριαρχία και τρέλα, σαλόνια και πρωταθλήματα, εμπορικούς θριάμβους και μνημειώδη μοντέλλα – "pas mal" που έλεγε κι ο Ζαν Πωλ Γκωτιέ τότε, σουρνάμενος από πέους εις πέος στην Μύκονο.


Ειδικεύω, (και δεν «εξειδικεύω» αμόρφωτοι): άλλο το στρίψιμο τού «ναυπηγείου» και άλλο το στρίψιμο τής «αυτοκρατορίας» (Εννοείτε ποιούς εννοώ;) Άλλο το στίψιμο τού γκαζιού ενός πιάνου κι άλλο το στίψιμο τού γκαζιού μιάς ραπτομηχανής. (Εννοείτε ποιούς εννοώ;) Έτσι όπως στρίβουνε με το μπροστινό, στρίβουν ΜΟΝΟ τα Kawasaki. Έτσι όπως επιταχύνουν τα Kawasaki, ουδείς άλλος μπορεί, και δεν θα πέσω στην αναλυτική περιπτωσιολογία. (Λες και λοστρόμοι και καλαφατιστές, αρχικαπετάνιοι και μούτσοι τα οδηγούν πρώτοι και πρώτιστα, και μόνο εάν υπογράψουν ΑΥΤΟΙ, παίρνει το μηχανάκι την άγουσα για τις εκθέσεις.) Φίλες και φίλοι, transgender και τρανσφοβικοί, γκρινιάρες σύζυγοι και χιπστεράδες υιοί: ΤΑ KAWASAKI EINAI ΓΙΑ ΑΝΤΡΕΣ και πάρτε το όπως θέλετε, εμέ δε με νοιάζει. Οι μοτοσυκλέττες ΤΟΥΤΟΥ του εργοστάσιου ήταν – μια και εξ αφορμής τού 900 μιλώ – πλουσίως λιτές, ιδιοφυώς «ψωμωμένες», τεχνολογικώς συντηρητικές, αθλητικώς πρωταθλητικές, αισθητικώς κοφτερές, κατασκευαστικώς «βαριές», εμπορικώς μετρημένες, αγωνιστικώς συγκεκριμένες και πελατειακώς αφιονισμένες. (Στο τελευταίο θα μείνω.)


Είχα γράψει κάποτε – είκοσι χρόνια πριν, τόσο κάποτε – για τον Μπάμπη. Ο οποίος Μπάμπης ήτο αλάνι κυψελιώτικο απ' τα σπάνια, γκάγκαρος αθηναίος με δυό ψιλά, λεπτά, τόσα-δα ελαττώματα: τον Παναθηναϊκό, και το Καβασάκι του – πράσινα φυσικά και τα δύο. (Άντε κι ένα τρίτο: το Λιτσάκι. Το οποίο ήτανε ζουμπουρλούδικο κατακόκκινο, ένα ημίγυμνο κορίτσι των λουλουδιών και των λοιπών ψυχοτρόπων ανθέων, δυό βυζάκια στην προθήκη, δυό κωλαράκια στην αποθήκη και το μεταξύ αυτών πύρκαυλο σαρκικό έκταμα αφιερωμένο και κολλημένο στον Μπάμπη.) Για τον Μπάμπη λοιπόν, όπως ΔΕΝ υπήρχαν ΑΛΛΕΣ ομάδες, έτσι ΔΕΝ υπήρχαν και ΑΛΛΕΣ μοτοσυκλέττες: άπαξ καβασακικός, πάντα πράσινος και δεν πά' να γα' η Σκεπαστή και ο Πειραιάς, ο Βύζας Μεγάρων κι ο Φωστήρ ο «φονέας γιγάντων». Όόόλα ετούτα λοιπόν τα είχα στο μυαλουδάκι μου συνεχώς μέχρι τα Καμένα Βούρλα όπου νωρίς το βραδάκι κατέληξα και στο ΓΑΛΗΝΗ τού Ε.Ο.Τ. κράτησα εκλεκτές σημειώσεις, (και όχι του Μήτση το σημερινό χοτέλ για ρωσάκια μπατίρια).


Ξεκινώ: 1/ Το «μούτρο» τού φαίρινγκ είναι κοφτερό ρυγχωτό, καθώς δεν περιμέναν οι «αντιγραφείς» Γιαπωνέζοι τον χερρ Gerald Kiska να πιάσει πενάκι, αφού τότε ήταν αγέννητος ο αντιγραφέας ΑΥΤΟΣ. 2/ Το λεπταίσθητα ανοιχτό μπροστά και σοφά-παρτό στα πλαϊνά φαίρινγκ είναι μοναδικό, καθώς τυλίγει το όχι-πλατύ-λόγω-Deltabox-αλλά-diamond-σκελετού μοτέρ και «αδυνατίζει» την μοτό. (Το πόσο δίκιο είχαν TOTΕ, αποδείχτηκε με το GPZ1000RX ΜΕΤΑ, που έπασχε από σωματικές μαγουλάδες. 3/ Δεκαεξάρης μπροστά και δεκαοχτάρης πίσω τροχός κι όμως, ούτε «δημιουργικές ασάφειες» – α ρε θεέ Mπαρουφάκη! – σαν το CBR900RR, ούτε «βαδίζω και παραμιλώ» – α ρε θεέ Μιχαλόπουλε! – σαν το RG500ΓΑΜΜΑ. 4/ Η πρώτη μοτοσυκλέττα το 1983 που με 115 αλογάκια «πάτησε» τα 150, γράφοντας 151 μίλια (240χαω), φωτίζοντας την επιγραφή που μένει σταθερά αναμμένη από τότε και γράφει: «Η ΚΑΒΑΣΑΚΙ ΦΤΙΑΧΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΤΙΣ ΤΑΧΥΤΕΡΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΤΕΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. ΠΡΩΤΗ.» 5/ Μοτέρ στενό και προ παντός «κρεμαστό» à la Egli και μισοΝτουκάτι, με αντίβαρο στον στρόφαλο για τους δευτερεύοντες κραδασμούς, αερανάρτηση και anti-dive που ενώ «στους άλλους» ουδόλως δουλεύανε – μιλώ εκ προσωπικής RG πείρας – εδώ κεντούσαν και γράφανε! 6/ Εκπληκτική σέλλα για έναν, για δυό, για τρείς, για «χίλιους δεκατρείς» – γειά σου ρε Μίκη ήρθε η ώρα σου, μόνο ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ δεν έχεις ψηφίσει! 7/ Άλλον ήχο ναυτικό-βιομηχανικό κάνει ο κινητήρ και άλλον δυναμικό-λες ψηφιακό βγάζουν οι εξατμίσεις: αποτελεί αμαρτία και όνειδος να βάλεις εδώ after-market μπουρί που κοτσάρουν οι ασθενοσπερμικοί. Κι αν ναι και-καλά, υποχρεωτικά KERKER φυσικά, που δεν υπάρχουνε πια, οπότε βουρ επιστροφή στις «μαμίσιες». (Έκανα κι εγώ το ακριβό λάθος να βάλω μια ολόσωμη Γαλλίδα Devil και την ξεκρέμασα, μόλις χώρισα με την Camille!) 8/ (Ολιγόλεπτον διάλειμμα, δια να κάνει και τζίρο το μπαρ... και μαζί σας σε λίγο.) (Στο μεταξύ απολαύστε  εσείς το θαμπό slide, με την Καβασάκι μου στην ολάνθιστη πελοποννησιακή Φύση, είκοσι χρόνια προτού καεί...)



Λύσσαξα στο χιλιόμετρο με την καινούργια μου Kawasaki. Τί γύρος Πελοποννήσου και στην Ήπειρο «σφεντονιές», τί για Πάτρα ξεμάτιασμα και για Θεσσαλονίκη ξεπέταγμα, μέχρι και στην Μύκονο πήγα και το σκυλομετάνιωσα, γιατί το βεντιλατέρ απ' την πολλή λειτουργία κόντευε το «νιτσάκι» να τ' απογειώσει. Τί βραδυνά παγωτά Λαύριο-μεριά κι απογευματινές μπύρρες Λεψίνα και στου «Φωνιά». Τί παλτό και κοστούμι το πρωί στην δουλειά, και το βράδυ με μοκασσίνι και τζην στης μοδός τα μπαράκια. (Ι'm talking about THE "eighties" man, αυτά που τώρα τα κάνουνε έκθεση τα φλώρια κι οι φώκιες τής LIFO!) Allround μοτοσυκλέττα είναι ΑΥΤΗ ακριβώς που τα κάνει ΟΛΑ γενναία και αξιοπρεπώς, δυνατά κι επιβλητικά, αρχοντικά και διακριτικά, old-world κι αστικά – γι' ΑΥΤΟ και ΔΕΝ μοσχοπούλησε η Καβασάκι ετούτη ΠΟΛΥ στην «εργατιά». (Το χοντραίνω;) Διότι κατ' εμέ – κι αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη των λόγων μου – ΑΥΤΗ η μοτοσυκλέττα δεν κόλλαγε δεν ταίριαζε δεν τσουλούσε ανέτως στα «μικρά κι ανήλιαγα στενά» τού εξαίρετου Τάσου Λειβαδίτη, δια χορδών σερ Μπιθί. Δεν ήταν «Μπολντόρι για μαστόρι απ' το παπόρι», δεν ήταν YPVS για λιγδέ κουρελού και σύστριγγλα τσιμπουκόφωνα, δεν ήταν GSX για εκκωφαντικά παντιλίκια. Ο «ναυπηγός» είναι επιστήμων άνθρωπος, σοβαρός και εργατικός, αποτελεσματικός και δημιουργικός – ε, αν βρέθηκαν και πέντε αλητάμπουρες κι αποτόλμησαν μόστρα νυχτιάτικα στην πολυθρύλητη ΑΥΡΑ, δεν θα το γράψουν και οι New York Times βεβαίως! (Το πολύ να ξαναπάρει παραγγελιά ο ποιητής μας Γιώργος Χρονάς και να μας γράψει το παχύσαρκο sequel τού «Τελετές μοτοσυκλέτας», μη και μείνει κανείς άσχετος ατσιλιμπούρδιστος σε ξένα χωράφια μέσα!!)


Τί είπε ο αμίμητος Μίμης Φωτόπουλος; «Ρε δεν πάτε στο διάολο, να ξέρω πού σας έχω»! Έκαστος εφ' ω ετάχθη ΔΕΝ λέει το Ευαγγέλιο; Ε, το λέει η Ζωή και είναι το ίδιο: ΑΥΤΗ η μοτοσυκλέττα τής KAWASAKI HEAVY INDUSTRIES ήταν, ΚΑΙ πρώτη, ΚΑΙ το ορόσημο για το τί ΠΡΕΠΕΙ να είναι και είναι η ΠΛΗΡΗΣ μοτοσυκλέττα: όχι η «αμπλαούμπλα» CB 750 ή η κακιασμένη «σκοτώστρα» – ΑΥΤΟΙ το λένε φίλοι μου, όχι εγώ – Mach 500. Ή «κατάνες» καθεδρικές απούλητες και λοιπές «σακαφιόρες» μπατάλικες FJ 1100. Επαναγεμίζω και πυροβολώ: κατ' εμέ η GPZ900R Νinja ήταν η ΠΡΩΤΗ-ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΗ μοτοσυκλέττα δυτικά τής Θάλασσας τού Yamato. Δεν υστερούσε σε τίποτα, δεν της έλειπε τίποτα, δεν της περίσσευε τίποτα και δεν πρόκειται ΞΑΝΑ να υπάρξει. Απετέλεσε προϊόν όχι απλώς κορυφής μα αιχμής ΕΚΕΙΝΗΣ τής εποχής, κι αν έχουν τσουλήσει έκτοτε μοτό θεϊκές τις ρόδες τους στον πλανήτη, μια αληθινή Κυρία σαν και αυτήν ποτέ δεν το έκανε θέμα. Με δάφνες δεν ασχολήθηκε, ακόμη κι όταν τον Μάρτη τού 1984 ντήλερς κατεβάσανε τρεις τους και πήρανε πρώτη και δεύτερη θέση στον αγώνα τού Isle of Man Production TT! Με πωλήσεις δεν ασχολήθηκε, γιατί ούτε η ίδια η KAWASAKI το/την πίστεψε, απόδειξη ότι έσπευσε κι έβγαλε την διάδοχό της GPZ1000RX Tοmcat κιόλας το 1986, και το 1988 στην ZX-10 προχώρησε. «Ποίαν χρείαν αποδείξεων έχωμεν άλλωστε» κύριε μεγάλε κι αθάνατε Μητσοτάκη μας; Το ίδιο το εργοστάσιο εξακολούθησε την παραγωγή τής ΣΗΜΑΝΤΙΚΗΣ, ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΗΣ κι ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΗΣ GPZ900R για την Ευρώπη μέχρι το 1993(!), για την Αμερική μέχρι το 1996(!!) και για την Ιαπωνία μέχρι το 2003(!!!) (Κι ύστερα τσιτάρουνε οι κολλημένοι μ@λ@κες ότι «οι κιτρινιάρηδες αλλάζουν μοντέλα κάθε εξάμηνο»!)


Απ' τις ρυθμιζόμενες μανέττες, μέχρι τους ακλόνητους καθρέφτες. Απ' τον επαρκέστατο χώρο αποθήκευσης, μέχρι τα πλήρη φτερά που κρατούσαν λάσπη-νερά μακριά απ' τους επιβαίνοντες. Απ' τον υπερκαλυπτικό ανεμοθώρακα δίχως γερμανικές «ντουλαπιές», μέχρι τα ισορροπημένα φρένα που κάναν τις ιταλικές «ιντεγκραλιές» απαραίτητες για κάνα καμάκι. Έμπαινες στην παρατεταμένη στροφή με «όσα», έμενες εκεί με τα «τόσα» που εισήλθες εσύ και ήξερες απολύτως κι απ' έξω ότι θα εξέλθεις, ΑΚΡΙΒΩΣ όπως μπήκες. (Αφού πήγε ο Μωυσής στην ΚΑΒΑΣΑΚΙ αυτοπροσώπως και τους ζήτησε να εγγράψει στις πλάκες του τον τρόπο που στρίβαν τα μπροστινά τους, και μόνο η χαρακτηριστική εθνική μετριοφροσύνη των εκλεκτών γιών τού Ακιχίτο μάς γλύτωσε εμάς από εντολή ενδεκάτη!) Φρέναρες εσύ αγχωμένα ή τζαναμπέτικα ΜΕΣΑ στην παρατεταμένη στροφή και δεν σηκωνόταν το πλαίσιο να πάει προς νερού του στο αντίθετο ρεύμα, ούτε παίρναν διαζύγιο το τιμόνι από το ψαλίδι, να σου πουν «εγώ θα στρίψω αριστερά και τράβα εσύ ευθεία» δια χειρός Τάκη Μουσαφίρη και χορδών Γιώργου Μαργαρίτη! (Και δεν συρράπτω μοντέλλα με οδηγικές συμπεριφορές γιατί, τόσο ο νόμος περί Τύπου, όσο κι ο Κούγιας έχουνε κάάάτι αναδουλειές, που δεν προτίθεμαι εγώ να πληρώσω.) Άνοιγες στην ευθεία σκαφτά και σκαστά το γκάζι εσύ και η Κυρία Νίτσα έφευγε ΕΥΘΕΙΑ μωρέ, πιο ευθεία κι απ' την ρητορεία περί «πνεύματος και ηθικής» τού Αυλωνίτη στην ταινία «Η ωραία των ΑΘηνών». Κι από ποιότητα κατασκευής; Ο μύθος λέει ότι τα γρανάζια τού κιβωτίου ήταν από προπέλλες δεξαμενόπλοιων που περισσέψαν απ' το ιεροεξεταστικό Quality-Control Dpt. τού ναυπηγείου. Ότι τα στρόφαλα ήταν από τα φημισμένα τραίνα της, τα πλαίσια από τα ξακουστά υποβρύχιά της, μόνο τα φρένα TOKICO ήτανε, τα λάστιχα BRIDGESTONE ήτανε, τα μπουζί NGK ήτανε κι ο αέρας, Αkashi ήταν κι αυτός στο πιο μολυσμένο.


Πώς το κελάηδησε ο Πάριος, δια χειρός Πυθαγόρα; «Ποτέ δεν σε ξεχνώ»! Κάθε μοτοσυκλέττα τής ζωής μας συνδέεται ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ, ΣΤΕΝΑ κι ΑΥΣΤΗΡΑ με την ζωή μας ΕΚΕΙΝΗΣ τής ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ κι ΕΠΟΧΗΣ, (και δεν βάζω πάάάλι τόσα κεφαλαία στο τζάμπα!) Νέοι κι ωραίοι, ελεύθεροι και ανύπαντροι, με όποιες δουλειές σοβαρές, πολλές κοινωνικές σχέσεις και θηλυκές επαφές, λεφτά ΕΟΚικά μέσω «Τσοβόλα δώσ' τα όλα» και μεροκάματα πάντα-σκληρά μεν, μα καλά-αμειβόμενα δε, (να μνημονεύουμε λοιπόν και τον διαχρονικό Βαρθακούρη). Οι ελληνικοί δρόμοι ίδιοι ήταν ΤΟΤΕ, ίδιοι είναι και ΣΗΜΕΡΑ (μια «Αττική Οδός» πανάκριβη και προ-κρίσης ήδη μποτιλιαρισμένη δεν φέρνει την άνοιξη), η ελληνική άσφαλτος – στην Αττική τουλάχιστον όπου κινείται το ήμισυ τού πληθυσμού τής Ελλάδας – ίδια ήταν, είναι και θα 'ναι εσαεί. Τα 115 άλογα τής GPZ ήταν υπεραρκετά (δεν σκιζόντουσαν τότε άπαντες να καβατζάρουνε τα διακόσια), τα 257 της πλήρη-κιλά ήταν κι αυτά υπεραρκετά (δεν υπήρχαν τότε τα GS Adv. να χορτάσει ο κόσμος τούμπες), τα 248χαω ήταν κι αυτά υπεραρκετά (απ' το ίδιο φυσικά εργοστάσιο που έβγαλε το Mach και το H2R). Με αεροφούσκωτες (sic) αναρτήσεις πίσω-μπροστά και δυό απλά 39άρια «καλαμάκια» στα χέρια, δεν είχα ακούσει πολλούς να ψιθυρίζουν στο Κ.Α.Τ. «δεν κράτησε φίλε μου», «δεν κατάληξα εκεί που το είχα προορισμένο», «δεν με ακολούθησε εμένανε που το πίστεψα» και άλλα λοιπά μετατραυματικά, για να κουνάν το κεφάλι οι φίλοι θυμόσοφα και να ξεσκατώνει τον σακάτη στο κρεββάτι η σύζυξ. Γιατί όλο «βρόμες» και «φόλες» κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο το γραικό για «σκοτώστρες» και ουδείς «βάζει την νταλίκα τής Αλήθειας μόνη και αδιαπραγμάτευτη ΚΑΘΕΤΑ στην ιδεολογική-μπουρδολογική Εθνική», ώστε μια τάξη να βάλει. «Σκοτώστρα» η GPZ900R; Μπααα. «Δεν έδωσε ποτέ δικαίωμα στη γειτονιά» όλοι με ένα στοματάκι τιτιβίζουνε στις παρέες και τα πληκτρολόγια – εμ βέβαια, αφού το εκλεκτό άνθος αυτό τού Akashi δεν έπεσε – κατά πλειοψηφική μοίρα – στα χέρια κοντράκηδων και καννίβαλων, ασχέτων και λεζαντάρηδων, χαρμάνηδων επιδειξιομανών τού παντιλικιού και σπαταλημένων ξενύχτηδων Αύρας και Βούτας. ("Smells like racist spirit" μουρμουρίζει το μωρό μου που ξαπλωμένο διαβάζει αυτά εδώ και είναι κολλημένο με τους Nirvana.)


Με 145χιλ. διαδρομή πίσω και 115 μπροστά, χαλάστηκε κανείς; Δυό 280άρηδες δίσκοι στην είσοδο κι ένας τεράστιος 270άρης back-door, λαχτάρησε κανείς; Ίχνος στα 91χιλ. και μεταξόνιο στα 1425χιλ., παραπάτησε κανείς; Κι από βλάβες; Βλάβες είπατε; Πάρτε τηλέφωνο καμμιά υπηρεσία δημόσια και «αναμείνατε στο ακουστικό σας» καλύτερα. Βλάβες από τούτη και σε τούτη την «μηχανή» δεν υπήρχαν, δεν υπάρχουν και δεν θα υπάρξουνε, εάν εσείς βεβαίως δεν είστε καννίβαλοι, τσιγκούνηδες ή επιεικώς άσχετοι με και προς το λατρευτό αντικείμενο τούτο. (Βγάζουνε βλάβες τα ποντοπόρα πλοία μωρέ;) Μόνη μου διαφωνία και παράπονο; Το οποίο μπορεί να συνέβη ΜΟΝΟ στην δική μου μοτοσυκλέττα, αν και δεν το νομίζω: προτού συμπληρώσω το στρώσιμο – που το δικό μου κρατά, σε ΤΟΥΤΑ τα κυβικά, τουλάχιστον 3.000χλμ. – ένιωθα ένα μάγκωμα κάτω και πίσω μου, μια ασυνεννοησία, μια μη-συνεργασία, μια «ψυχρασία» που είπε κι ο Ζήκος. Την πάω παρευθύς στον μηχανικό και του λέω «απ' τα καρμπυρατέρ και πίσω, λύσε την ΟΛΗ και σημείωνε ό,τι δεις». Την ανθίστηκε ο Χρήστος την δουλειά, λύνει κατ' ευθείαν ψαλίδι και άξονα κι ανευρέθη ο πονηρός δίχως σταγόνα γράσσου λιπαντικού, έτοιμη ήτο η τρομερά μπάρα να τα κάνει όλα... που, πι, πα.... Πέρλ Χάρμπορ τελείως. Έτσι λοιπόν γρασσαρίστηκαν άπαντα εξ αρχής όπως όφειλαν να ήταν απ' το εργοστάσιο, και της μεν KAWASAKI η τρωθείσα φήμη απεκατεστάθη, εγώ πλήρωσα όμως αδρά για λύσιμο λαιμού-αξόνων-γκαζιέρας-μοχλικού και δεν τολμώ να θυμάμαι τί άλλο. Μα βγήκα στους δρόμους με ένα GPZ900R «μωρό» και βελούδινο, «πορνό» και αιθέριο, ελαστικό στο όριο και σκληρό στο περιθώριο κι ο Φώτος είναι ο πρώτος γραφέας που (μ)πλέκει σεξ και μοτό – «δύο έργα, δεκτοί και οι πρωινοί, ψύξη-θέρμανση όλο το χρόνο» όπως έγραφε η ταμπέλα τού ΡΟΖΙΚΛΑΙΡ για όσους, ΚΑΙ το προλάβανε, ΚΑΙ το θυμούνται!



Κατανάλωση είπατε; Μα τότε ουδείς μας νοιαζόταν. Κόστος ασφάλειας; Μα τότε ελάχιστοι είχανε. Διαστήματα service; Μα τότε ολίγιστοι κάνανε. (Όταν αποφάσισα να την πουλήσω – για να κρατήσω το SUZUKI 500 RG μου – ο νιός ιδιοκτήτης της επέμενε να γίνει το «σερβισάρισμα» σε δικό του μηχανικό, παρ' όλον ότι εγώ θα το πλήρωνα εάν γινόταν στον εμπιστοσύνης-δικό μου. Αποτέλεσμα; Ο μεκάνικ ΚΑΙ μας χρέωσε, ΚΑΙ τρικύλινδρα εργαζόμενο το Καβασάκι μάς «επαρέδωσε», ΚΑΙ είχε αντικαταστήσει τα ακριβά-παλιά του μπουζί με ακόμη παλιότερα-λανθασμένα. (Trailer τολμηρό: ΑΥΤΕΣ είναι ΚΑΠΟΙΕΣ – όνομα και μη χωριό – ΜΟΡΦΕΣ που προσκυνάνε τα μειράκια σήμερα, και δώσ' τους γλαδιόλες, και τάϊσ' τους πλακέττες οι φρέσκοι και άσχετοι, όταν εμείς τούς έχουμε πανάκριβα και σιχτίρικα «πληρωμένους». Γκέγκε;) Εμένα δεν μ' ένοιαζαν τα σκάρτα-11 δευτερόλεπτα στα 0-400μ. Εμένα δεν μ' ένοιαζαν τα 22 λίτρα ντεπόζιτο. Εμένα δεν μ' ένοιαζαν τα ελάχιστα 908 κυβικά της εκατοστά, ούτε τα ντροπαλά της 34άρια Keihin, την στιγμή που οι μεγαλοπιασμάν-κόντηδες Ιταλοί δεν καταδεχόσαντε να σφηνώσουν οτιδήποτε λιγότερο από ξεφίλτρωτα 40άρια Dellorto. Εμένα δεν μ' ένοιαζε τίποτα εκείνη την εποχή, γιατί όταν είσαι μόνο 31 ετών και είναι Ιούλιος τού 1986 στην Ελλάδα – ΔΕΝ σ' ένοιαζε ΤΙΠΟΤΑ κι είμαι σίγουρος πως όσο λίγοι με αντιλαμβάνεστε, λιγότεροι μ' εννοείτε. (Άντε ο εξής είς: ο Γιάννης Εφραιμίδης.)


Άλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι, άλλες μοτοσυκλέττες. Άλλη – ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ – ήτανε η Ελλάδα, άλλοι – ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ – ήταν οι Έλληνες και άλλη – ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ – ήταν η Μοτοσυκλέττα. Αυτό είναι του Χώρου το έρμα, του Χρόνου το τίμημα, της Ζωής μεγαλείο: ΟΛΑ ΑΛΛΑΖΟΥΝ κι όποιος ξέρει ότι ο Ηράκλειτος δεν είναι φροντιστήριο Μέσης Εκπαίδευσης, θα γνωρίζει τί εννοούσε ο προσωκρατικός Εφέσιος Μύστης. Τίποτα δεν μένει απαράλλαχτο-σταθερό, εκτός από τρία πράγματα και τ' απαριθμώ για να σας απεξαρτήσω απ' το Wikipedia: ο καρχαρίας, η κατσαρίδα και η ελληνίδα γκόμενα κι αμέσως σας ενημερώνω ότι η ατάκα ετούτη είναι ΔΙΚΗ ΜΟΥ, την έχω κατατεθειμένη στην Εθνική Βιβλιοθήκη και έκτοτε ζω τόσο πλουσιοπάροχα απ' τα πνευματικά δικαιώματα, που έχω την δυνατότητα να ξενυχτάω για να γράφω ετούτο το ξεχωριστό και προχώ άρθρο. Ουδεμία σχέση έχει η Kawasaki GPZ900R με τις σημερινές μοτοσυκλέττες, τους σημερινούς αναβάτες, τους σημερινούς δρόμους, την σημερινή βενζίνη. Τις σημερινές γυναίκες, τις σημερινές γιαγιάδες, τις σημερινές μπουγάτσες. Τα σημερινά λεφτά, τα σημερινά βυζιά, τα σημερινά πιοτά. Τους σημερινούς πολιτικούς, τους σημερινούς αστυνομικούς, τους σημερινούς μηχανικούς. ΕΥΤΥΧΩΣ.


Γιατί «αν υποψιαστώ» – που έλεγε η χήρα τού εθνικού περδολόγου Λαζόπουλου – ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει στην Ελλάδα την χώρα μου, ενώ στις βιτρίνες τής αντιπροσωπείας λάμπει και φωτοδοτεί, αστράφτει και οδηγεί, τυφλώνει και διονυσιάζει η Kawasaki H2R, θα βάλω τα γέλια ξανά, σιωπηλά, εσωτερικά. Γιατί έζησα στα '80ies, οδήγησα την Νinja και τερμάτισα σώος και αβλαβής, έμπειρος κι υγιής, σοφά κενός και πλήρως αδειανός μέχρι σήμερα, εδώ, τώρα. Κι από τις πενήντα-και μοτοσυκλέττες που είχα κι οδήγησα, σε ΜΙΑΝ οφείλω ΤΙΜΗ και δεν θα πω το γιατί, καθώς εμπίπτει στα «προσωπικά δεδομένα»: στην Kawasaki GPZ900R Ninja μου, καλημέρα.

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2017

Διαβάστηκε 1999 φορές Σάββατο, 04 Φεβρουαρίου 2017 17:37