Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2020

TRIUMPH T100 Steve McQueen Edition. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)



Οι παιδικοί ήρωες είναι παντοτινοί

Σε τούτο τον «πάγκο» μου, με τούτη την μοτοσυκλέτα δεν έχουμε να κάνουμε με μια δοκιμή, ένα τεστ, ένα άρθρο. Έχουμε μπροστά μας έναν μύθο τιτάνιο όσο σιωπηλός ή αινιγματικός κι εάν ήταν αυτός, έχουμε να κάνουμε με μία περσόνα κινηματογραφική και μια μορφή καλλιτεχνική που – επαναλαμβάνω – ήτανε μυθική, για όσους βέβαια είναι κάποιας ηλικίας. (Όσοι ψιθυρίζουνε Τζάστιν Μπήμπερ και σοροπιάζουνε με Μπραντ Πιτ, μπορούν να κλείσουν την ιστοσελίδα μου και ν' ανοίξουν το Cosmopolitan ή το Ciao.)


The Man himself
Ο Στηβ Μακουήν ήτανε πάνω απ' όλα ένας βαμμένος και πούρος μοτοσυκλετιστής. Μεγάλωσε μέσα στους δρόμους και τα συνεργεία, αγωνιζόταν ΜΕ μοτοσυκλέτες από νεαρός και ζούσε ΑΠΟ τις μοτοσυκλέτες αργότερα, τις γούσταρε αυτές ακόμη κι όταν υπήρξε ο πιο ακριβοπληρωμένος ηθοποιός του «Τίμιου Ξύλου» – αυτό είναι το Hollywood για-μένα-σήμερα κύριοι! Είχε τρέξει σε πάμπολλους αγώνες τοπικούς και περιφερειακούς, είχε μάλιστα συμμετάσχει και στο International Six Days of Enduro το 1964 όπου – αν δεν κάνω λάθος – πήρε και χάλκινο μετάλλιο. Ένας άνθρωπος που ως χαρακτήρας ήταν κλειστός, ως ψυχοσύνθεση περίπλοκη και είχε μαζεμένα πολλά μέσα του – όποιος βυθιστεί λίγο στα καταγάλανα μάτια του, πολύ πόνο κι οδύνη θα δει εκεί. Ως ηθοποιός ο Μακουήν ήταν δύσκολος, ως συνεργάτης απλώς ιδιότροπος, ως φίλος απόλυτα δύσβατος και ως γυναικάς προβληματικός απολύτως. (Τα γράφω ετούτα εδώ έχοντας προσωπικώς πολύ διεισδύσει στα μοναδικά δύο δικά μου ινδάλματα: τον Στηβ Μακουήν και τον Έλβις Πρίσλεϋ.) Και μόνο να «καταθέσει» γι' αυτόν η Άλι Μαγκρώ – σύζυγός του απ' το 1973 έως το 1978 – έχει να διηγείται πίκρες και απογοητεύσεις μαζί του σειρά, καθώς την παράταγε την γυναίκα μέρες συχνά να βγαίνει με τα κολλητάρια για βόλτες και μπύρες, κόντρες κι αγώνες, μοτοπάρλα και σερνικότσαρκα. Και όταν σπίτι επέστρεφε – rumor has it as such – της έριχνε και καμμιά ξανάστροφη άμα του κολλούσε εκείνη, του παραπονιόταν, του αντιμιλούσε. (Ουκ έσται τέλος στ' ανθρώπινα, αστέρων και πληβείων αντάμα.)

Ο Στηβ Μακουήν ήταν, για τις δεκαετίες του '60 και του '70 ολόκληρες, ΤΟ πρότυπο του άνδρα, ΤΟΥ κινηματογραφικού αρσενικού μάλιστα προτού πάρει ο Κλιντ Ήστγουντ (ως Βρώμικος Χάρυ) το .44 magnum του και πριν ο Συλβέστερ Σταλόνε (ως Τζων Ράμπο) το Μ60 του και γεμίσουνε ντοματόζουμο τα καρούλια του φιλμ. (Να βάλω εδώ μια διόρθωση σε μια τεχνική λεπτομέρεια που σέρνεται επί χρόνια: το .44 magnum δεν είναι τύπος όπλου αλλά διαμέτρημα, το όπλο ήταν ένα κοινό Smith & Wesson M29 κι επιπλέον δεν ήταν "the most powerful handgun in the world", αφού η θέση ετούτη ήταν πιασμένη απ' το διαμέτρημα .454 Casull.)

Να μαθαίνουν οι νέοι, να θυμούνται οι παλαιοί
Ο Μακουήν διέθετε περί τις 130 μοτοσυκλέτες, πολλά αυτοκίνητα – η προσωπική του Ford GT40 που φιλμάρισε το Le Mans μόλις πουλήθηκε για 11 εκατομμύρια δολάρια! – και μερικά αεροπλάνα. (Μαζί με μια τεράστια κι αχανή αποθήκη από σχετικά memorabilia τα οποία φροντίζει ο γιόκας του Τσαντ – καμμιά σχέση με την πάμπτωχη αφρικανική χώρα – να εκποιεί τακτικώς.) Όπως λοιπόν μυθική ήταν η αγαπημένη του Husqvarna 400 Cross του 1971 – που πουλήθηκε σε άλλη δημοπρασία για 140.000 δολάρια! – με την οποία σουζάριζε τόσο σε ΜΧ πίστες όσο και στην έρημο Μπάχα της Καλιφόρνια, έτσι περισσότερο μυθική ήταν και η Triumph 6Τ Trophy την οποία παραλλαγμένη-στρατιωτικά οδήγησε στην επική-για-την-εποχή-της ταινία Η μεγάλη απόδραση. Με τούτην έκανε το μνημειώδες άλμα πάνω απ' τα ελβετικά συρματοπλεγμένα σύνορα κυνηγημένος από γερμανούς-μπαϊκεράδες – τους οποίους ο ίδιος ο Κουήν ντουμπλάρισε αφού κανείς δεν μπορούσε να τον προφτάσει – μόνο που το φέιμους πήδημα τελικά δεν το έκανε ο ίδιος, αλλά ο φίλος και συναγωνιζόμενος Μπαντ Έκινς. (Οι ασφαλιστές απαγόρευσαν ορθά-κοφτά στον «τρελό» να σαλτάρει, για να μην χάσει η παραγωγή τα λεφτά της κι η σινεβιομηχανία το μποξ-όφις.) «Η μεγάλη απόδραση» λοιπόν, μια ταινία του 1963 απ' τον Τζων Στέρτζις – ναι, μα όσον αφορά στην Μοτοσυκλέτα στον κινηματογράφο, ο πρώτος διδάξας ήταν ο νεότατος και λεπτότατος Μάρλον Μπράντο ως Τζώνυ Στράμπλερ στην ταινία Ο αταίριαστος του Λάζλο Μπένεντεκ το 1953. Εδώ ο λιγομίλητος κι από τότε αψυχολόγητος Μπράντο καβαλά μια Triumph T6 Thunderbird κουκλίτσα, ενώ ο έτερος κακός της ταινίας Λη Μάρβιν βασανίζει ένα τοπικό προϊόν απ' το Γουινσκόνσιν.

Μα γιατί κάθομαι όμως και τα γράφω αυτά; Οδηγώ στην Αθήνα καλοκαίρι του 2012 και στις κολώνες βλέπω παντού αφίσες για τους Ιππής του Αριστοφάνη με «σταρς» τον Πέτρο Φιλιππίδη και τον Γιάννη Ζουγανέλη πάνω σε μεγάλο on-off με δερμάτινα μοτοτζάκετ και δεν μου 'ρχεται αναγούλα, να ζητήσω πολιτικό άσυλο στην Άνω Μαγούλα μού 'ρχεται. Η Μοτοσυκλέτα έχει τόσο πολύ κακοπάθει – και μαλακοπάθει – στις Τέχνες στην Ελλάδα, που κάνει τον Στηβ Μακουήν να φαντάζει ως εξωγήινος. Ως μπαϊκεράδες το έχουνε παίξει πολλοί Έλληνες ηθοποιοί απ' τους οποίους μόνον ο χαμένος Γιώργος Νινιός και ο αλησμόνητος Νίκος Κούρκουλος ήταν μοτοσυκλετιστές: ο πρώτος έτρεχε εντούρο και συνεργείο διέθετε και ο δεύτερος, ως ο απόλυτος αρσενικός άρχων της συνοικίας μου, κατηφόριζε απ' το σπίτι του στην Φιλοτίμου στο θέατρό του στην οδό Κυψέλης πάνω στην κατακόκκινη και αστραφτερή, χωρίς φαίρινγκ και τετρακύλινδρη Goldwing του, πάντοτε χωρίς κράνος. Επιτρέψτε μου: δεν αρκούνε τα φράγκα, η μόδα ή η φήμη για να σε κάνουνε μηχανόβιο. Ούτε το ότι καβαλάς GSάκι σε στήνει να δίνεις στο πόπολο συμβουλές όπως ο Σπύρος Παπαδόπουλος, τύπου «φοράτε πάντα το κράνος παίχτες μου». Μηχανόβιος ή μοτοσυκλετιστής, μπαϊκεράς ή δικυκλιστής πάνω απ' όλα σημαίνει να είσαι σιωπηλός κι εδώ θα συγχαρώ τον Γιώργο Νταλάρα(!) που ενώ όλοι για τα πάντα τον βρίζουνε, τουλάχιστον το άτομο στην μοτοσυκλέτα του δίπλα μία φορά πόζαρε κι έκτοτε τον μοτοσκασμό έχει βγάλει. (Και δεν μας φούσκωσε το τσουρέκι τριγυρνώντας με λέδερ μπουφάν και δέρνοντας τις συμπρωταγωνίστριές του σε ταινιούλες ελλήνων σκηνοθετών τελείως της πλάκας.)


Το ζουμί
Το ζουμί είναι τούτο το Triumph πάντως, το οποίο μόλις πρωταντίκρυσα, ένιωσα μιαν ανατριχίλα σε ολόκληρο το κορμί μου. Γιατί καθώς το Triumph T100 Steve McQueen Edition με περίμενε στο γκαράζ της αντιπροσωπείας, o Xρόνος τουμπάρισε απότομα και με πέταξε στο 1965 όταν ήμουν δέκα χρονών και ο Χώρος μετατράπηκε στον κινηματογράφο ΚΥΨΕΛΑΚΙ στον οποίο είχα πάει να δω την ταινία. Πλησίασα κι έκατσα πάνω της, παρατηρούσα το σπέσιαλ ταμπελάκι με τον κωδικό # 1004 κι αισθανόμουν σαν ένα κομμάτι μικράκι ελάχιστο μοτοσυκλετικής ιστορίας. Επαναλαμβάνω λοιπόν: το ζουμί στην μοτοσυκλέτα αυτή ΔΕΝ είναι η μοτοσυκλέτα αυτή, μα Ο ΜΥΘΟΣ που σε τυλίγει και σε κάνει δικό της/του. Όποιος αγοράσει τούτη την Bonneville ΔΕΝ θα αγοράσει ακόμη μία δικύλινδρη Triumph, μα θα αγοράσει μια απ' τις 1.100 Triumph που μπορεί να μην πρόκανε να υπογράψει προσωπικώς ο συγχωρεμένος ο Στηβ, μα που φέρουν αυτές την δική του υπογραφή, είναι βαμμένες σε τούτο το εντελώς ξεχωριστό matte khaki green και σε κάνουν να νιώθεις πως ανήκεις κάπου αλλού, σε κάποιον άλλο ήρωά σου και πρόσωπο παιδικό, (για όσους Έλληνες δεν ζηλέψαν να γίνουν Κωστόπουλοι ή Λαυρεντιάδηδες όλοι).

Ο Στηβ Μακουήν ήταν ένας άνθρωπος βασανισμένος. Η μητέρα του μια αλανιάρα πόρνη ήτανε, ο πατέρας του τον εγκατέλειψε στα τρία του χρόνια. Μπαινόβγαινε στα αναμορφωτήρια και οι διάφοροι τυχαίοι πατριοί του τον σαπίζαν στο ξύλο. Στους πεζοναύτες για τρία χρόνια υπηρέτησε, έπινε κάπνιζε πηδούσε κι αλήτευε ασυστόλως, έζησε μια ζωή – προτού γίνει ή τον κάνουνε σταρ φυσικά – που τέτοια σήμερα «δεν παίζει», «δεν υπάρχει». Του άρεσε του Στεφανάκου – το χριστιανικόν Στηβ – πολύ η ταχύτητα, γούσταρε να τρέχει με οτιδήποτε μπορούσε να πάει όσο το δυνατόν γρηγορότερα, η σκηνή του αυτοκινητιστικού κυνηγητού του στο Bullitt είναι αξεπέραστη, όπως ανεπανάληπτη είναι και η φαλιριστική ταινία του Le Mans. (Ομολογώ ότι συνεχώς κινδυνεύω να μην γράψω το τεστ της μοτοσυκλέτας, αλλά μια ελεγεία και ευλογία μαζί στον άνδρα αυτόν και δεν φταίω εγώ. Ας μην έβγαζε η Triumph το μοντέλο ετούτο κι εγώ θα καθόμουνα ήσυχος σπίτι μου να ταΐζω τις γάτες.) Γιατί τα γράφω τούτα λοιπόν; Διότι τα ανδρικά-του-ανδρός χαρακτηριστικά έχουν περάσει αύτανδρα και αυτούσια στην μοτοσυκλέτα ετούτη. Όχι προς Θεού, δεν είναι βασανισμένη μοτοσυκλέτα η Μπόνεβιλ, μα βγάζει έναν τόσο προσωπικά cool εαυτό που παρομοιάζει απόλυτα με τον τίτλο που απεδόθη στον Μακουήν: "the king of cool".

Κάθομαι λοιπόν πάνω στην από-άριστη-έως-καταπληκτική και ατομική σέλα της και απολαμβάνω απ' την πρώτη γκαζιά, απ' το πρώτο χιλιόμετρο, απ' την πρώτη σταγόνα βενζίνης. Την βάζω μπροστά, την αφήνω ελάχιστα να ζεσταθεί και τσουλάω μαζί της στον δρόμο, όπως δεν έχω κάνει αλλιώς παρά μόνο με τούτες τις μοτοσυκλέτες του εγγλέζικου εργοστάσιου. Μπόνεβιλ έχω οδηγήσει πολλές, είμαι ισόβια κολλημένος με το Scrambler που δεν έχω ακόμα αποκτήσει – μα αίσθηση σαν κι αυτή, άλλη δεν υπάρχει. Και δεν έχει να κάνει με την μηχανή, τον κινητήρα τον σκελετό, τα φρένα τα γκάζια, έχει να κάνει με την πραγματική και αληθινή του ΜΥΘΟΥ αχλύ κι εξηγώ πάραυτα τούτη την ξεχασμένη μα ονειρική αρχαία ελληνική λέξη. ΑΧΛΥΣ είναι η ομίχλη η καταχνιά, η θολούρα και το αποπνικτικό μίγμα υγρασίας και σκόνης. ΑΧΛΗ είναι αυτό με το οποίο τυλίγονται οι αρχαίοι ελληνικοί θεοί όταν κατεβαίνουν στην Γη για να βοηθήσουνε ή να καταστρέψουνε τους ανθρώπους. ΑΧΛΗ είναι και η ατμόσφαιρα που θα τυλίξει στο φτερό τον κάθε τυχερό που θ' αγοράσει ετούτη την μοτοσυκλέτα. (Αρκεί να αντιλαμβάνεται και να εμφορείται από αυτά που γράφω εδώ, αλλιώς θα νιώσει πικρά προδομένος.) Γιατί η απόκτηση και η οδήγηση μιας μηχανής – κι ιδιαίτερα ΕΤΟΥΤΗΣ της μηχανής – είναι υπόθεση καθαρά ψυχική ΚΑΙ συναισθηματική, δεν είναι «πόσο καίει το χιλιόμετρο ρε μάγκα το βασανάκι;», ούτε «πόσο πονάει η δόση το μήνα ρε μάστορα απ' το μηχανάκι;» Πρώτος εγώ σέβομαι τα πανάκριβα σημερινά και ανύπαρκτα πια ευρώ, μα να μην γίνει τούτο αιτία την νεοελληνική χυδαιότητα να καλύψει – γκέγκε;

Τα κόκκαλα
Η Steve McQueen Edition – και για συντομία SMQE – είναι μια βασική Μπόνεβιλ Τ100 ή μια σύγχρονη «στρατιωτικοποιημένη» έκδοση της Triumph T6 Trophy. Εκτός απ' το σκουρόχρωμα λαδί ακρυλικό της, το μαύρο στις ζάντες, στο καβούκι του φαναριού κι αλλαχού, διαθέτει μονόσελο και σχαρίτσα καθώς και σπέσιαλ μικρή ποδιά κινητήρα, φέροντας επιπλέον με στένσιλ στα καπάκια του «Μεγάλου» την υπογραφή, συν μια πλακετίτσα στο καβαλέτο του τιμονιού με τον αύξοντα αριθμό της. (Θα παραχθούν μόνο 1.100 κομμάτια, η «δική μου» έφερε τον αριθμό 1004, η δε υπ' αριθμόν 1 πήγε δικαιωματικά στο Τσαντ Μακουήν που έδωσε και την άδειά του – με το αζημίωτο φαντάζομαι βέβαια, καθώς έτσι γίνονται τούτες οι μπίζνες.) Ένας βασικός ατσάλινος διπλός σωληνωτός σκελετός – όπως παλιά όπως πάντα, όπως τότε που οι μοτοσυκλέτες ήταν απλές και δεν πρόκειται ποτέ τους ξανά να 'ναι. Ένας βασικός δικύλινδρος αερόψυκτος εν σειρά κινητήρας – όπως παλιά όπως πάντοτε, όπως τότε που οι μοτοσυκλέτες ήταν εργαλεία μετακίνησης και χαράς και ουχί καταναλωτισμού κι υστερίας, επίδειξης και γύψου στην τυχερότερη. (Στην χειρότερη, κηδείας.) Λίγα βασικά στοιχειώδη και πρακτικά, αναγκαία σπαρτιάτικα και λειτουργικά περιφερειακά – όπως παλιά όπως ανέκαθεν, όπως τότε που οι μοτοσυκλέτες τούς ανθρώπους υπηρετούσανε και όχι το απολύτως αντίθετο που γίνεται τώρα.

«Ποιο είναι το πλαίσιο της αναφοράς σου;»
Στην περίπτωση του SMQE, πλαίσιο δεν υπάρχει με το σχήμα και την μορφή, το υλικό και την κατασκευή που έχετε συνηθίσει ν' αντιλαμβάνεστε και να καβαλάτε. Όπως ήδη έγραψα, ένα απλό-ατσάλινο-διπλό-σωληνωτό είναι όλο κι όλο αυτό, ούτε πανάκριβα εξωτικά υλικά ούτε αφαιρούμενα υποπλαίσια, ούτε κρεμαστά μοτέρ ως οι κήποι της Βαβυλώνος ούτε αλουμινόκουτα τρελοκουρμπαρισμένα. Ένας σκελετός κολλημένος στις «αργές» μα πρέπουσες 28 μοίρες λαιμού και μ' ένα απαλό ίχνος 110mm, αν προσθέσετε κι ένα «μακρύ» μεταξόνιο της τάξης των 1500mm, έχετε μία σύγχρονη μοτό εποχής ακλόνητη σταθερή, αργή μεν στις βίαιες δράσεις σας μα σοφή αυτή στις δικές της αντιδράσεις. Την μία φορά που προσπάθησα ν' αποφύγω τον αγχωμένο και πένητα ταξιτζή στην προσπάθειά του ν' αρπάξει πελάτισσα την κυρία απ' την στάση, έκανα αποτόμως αριστερά και το Μπόνεβιλ τούτο υπάκουσε πρόθυμα και πιστά. Και την τελευταία φορά που βάλθηκα να μετατρέψω τα υψώματα της Κυψέλης μου σε γαλλοελβετικά σύνορα, απογειώθηκα σε ύψος πρώτου ορόφου γηραιάς πολυκατοικίας, διέσχισα επί ολίγα μα κρίσιμα δευτερόλεπτα τον μολυσμένο αθηναϊκό αέρα κι έσκασα κάτω στην άσφαλτο δίχως να χαμπαριάσει ο σκελετός, οι αναρτήσεις να έχουνε πακτωθεί και η μέση μου να έχει μασήσει-κοινώς καναδύο σπονδύλους. Στο «δια ταύτα» λοιπόν: μην ασχολείστε με τίποτα κι οδηγήστε την, να χαρείτε. (Και να την χαρείτε.)

Όσον αφορά στον μίστερ μοτέρ είναι ένας αεροελαιόψυκτος 865κε απ' το Καλοχώρι, (δικός μου ο νεολογισμός τούτος, κατοχυρωμένος απ' το πρώτο τεστ της Bonneville που έκανα το 2001 στην Οξφόρδη.) Ο σοφά ψεκαστός τούτος που ενώ εσείς βλέπετε δύο «καρμπυρατέρ», μέσα τους πανέξυπνα και πανέμορφα έχει η Keihin κρύψει τα σώματα του ηλεκτρονικού ψεκασμού – ΑΥΤΟ σημαίνει φίλοι μου προσοχή στην λεπτομέρεια και σεβασμό στα λεφτά του αγοραστή-ιδιοκτήτη. (Και τούτο πρέπει από εσάς να αμείβεται και να συνοδεύεται από την αγορά της συγκεκριμένης μοτοσυκλέτας: όχι τιμάμε μόνο στα λόγια και μετά πάμε και τ' ακουμπάμε στον Γιαπωνέζο γιατί έχει-λέει τούτος καλύτερη τιμή μεταπώλησης!) Δη έντζιν παράγει 68PS/67BHP στις 7.500σαλ κι από ροπή βγάζει 68Nm στις 5.800σαλ, ό,τι πρέπει δηλαδή για κλασική χαλαρή οδήγηση σε δευτερεύοντες δρόμους επαρχιακούς, κυριακάτικα χειμωνιάτικα πρωινά και βραδυνές επιστροφές απ' τον κινηματογράφο στο αγαπημένο μπαράκι. Επειδή σ' εκείνο το προ-δεκαετίας-και πρώτο μου τεστ θυμόμουν την Μπόνεβιλ ολίγον-ψοφίμι, το έβγαλα τούτο λοιπόν στην Εθνική Οδό Αθηνών-Λαμίας και το άνοιξα λιγουλάκι, παρ' ότι ήτανε άστρωτο εντελώς και είχε μόνο εγγεγραμμένα 155χλμ στο κοντέρ του. Και πρωτοτύπως η μοτοσυκλέτα άμεσα ανταποκρίθηκε, όχι δεν είπε και δεν βαρυγκόμησε, άνοιξε τα σωθικούλια της και έβαλε στον δρόμο μια δύναμη διακριτική κι ισχυρή που με εντυπωσίασε. Ως καθαρόαιμο άλογο δεν εδυστρόπησε (που λένε στον Ιππόδρομο), μα ανέπτυξε ταχύτητα σταθερή, μια cruising speed άνετη ευχάριστη χαλαρή που με άφησε απολύτως ικανοποιημένο. Μια «ψωμάτη» επιτάχυνση που σου λέει «εδώ είμαι και κάνω ό,τι μπορώ, μα μην το παρατραβάς κι εσύ, δεν είμαι δα και κανένα superbike». (Σωστή η κυρία Μπόνεβιλ.) Μια «καργάτη» τελική που σου λέει «δεν είμαι φτιαγμένη και για την ευθεία της Θήβας, απλά κάνω ό,τι μπορώ κι άμα εσύ θες να παίξεις φουρκέτες-στροφές, δεν είμαι δα και κανένα supermotard». (Άψογη η κυρία Μπόνεβιλ.)


Κάτσε κι απόλαυσε
Όπως πάντα ξεκινώ όλες τις δοκιμές μου με την σέλα της κάθε μοτό κι εδώ με πρόλαβε μια ευχάριστη έκπληξη: γιατί τόσον η σέλα της Μπόνεβιλ όσο και του δίδυμου Σκράμπλερ δεν είναι κι από τις ανετότερες, έτσι στενές και λεπτές, ρηχές και με μαλακό αφρολέξ που τις έχουν κατασκευάσει. Το μονόσελο όμως του επετειακού Στηβικού είναι Η εξαίρεση, Η ξεκούραστη και άνετη διαβίωση, σχεδόν Η ιδανική σέλα. Ευρύχωρη και πλατιά, με γενναιόδωρα μαλακοσκληρό υλικό, πανέμορφη και ατομική και μ' ένα ιδιαίτερα πετυχημένο ανοιχτό-λαδί χρώμα που με κράτησε πάνω της ατελείωτες ώρες και μέρες. Και εάν ήμουν ένα ταπεινό ίχνος στις ροδιές του Μεγάλου Τεντ Σάιμον, ίσαμε και που θα γύρναγα τον πλανήτη ολόκληρο καθισμένος περήφανα πάνω της. (Από ύψος, στα μόλις 775mm, πατάνε άπαντες κάτω κι όταν λέω άπαντες εννοώ όλοι: ακόμη κι ο Πίου!) Φυσικά χώρος για δεύτερο άτομο δεν υπάρχει, αλλιώς θα τρίζαν τα κόκκαλα του μακαρίτη του δότη. Σιγά μην και η μοτοσυκλέτα του Στηβ Μακουήν είχε χώρο για γυναικάκι και ζετέμ πίσω του, γι' αυτό κι η κατασκευάστρια εταιρεία σοφά ούτε αναβατήρες συνεπιβάτη βίδωσε. Κύριοι, φίλοι κι αρσενικά, τότε οι άντρες ήτανε άντρες και ζούσαν συνέχεια έξω τους, ενώ οι γυναίκες – που ήτανε αληθινές γυναικάρες – ήταν συνέχεια σπίτι τους και όχι να κρέμονται ηδονικά και παθιάρικα πίσω απ' τον κάθε κολλημένο και τρελαμένο με τα... τιμημένα τα μηχανάκια! Το τρίο συμπληρώνεται βέβαια με μια σχαρίτσα κουκλί, η οποία βεβαίως δεν διαθέτει χώρο να πιάσουνε τα χταπόδια σας. (Α ρε – όχι "Jumbo" – μα KTM 990 SMT που τους χρειάζεται.) Γι' αυτό επιμένω ότι το Τ100 τούτο δεν είναι για φόρτωμα: κοτσάρετε στην πλάτη ένα κλασικό αμερικάνικο στρατιωτικό Alice σακίδιο (όχι το μπέργκεν), δένετε στην σχάρα το σλήπινγκ-μπαγκ, κρεμάτε δυο σαμάρια εκατέρωθεν σέλας, άντε κι ένα τανκ-μπαγκ κι είστε έτοιμοι να γυρίσετε τον Κόσμο ολόκληρο τούμπα.

Είναι μάλιστα και η σωστή-όρθια, ελαφρώς-κεκλιμμένη μπροστά θέση οδήγησης τέτοια, που η πίεση του αέρα δεν είναι η γνωστή σπαστική καθώς τα χιλιόμετρα είναι σχετικώς λίγα. Έχοντας δε μέσα στον στρόφαλο δύο αντίβαρα, εξουδετερώνει όλους τους κραδασμούς και δεν φτάνουνε τούτοι ούτε στα χέρια, ούτε στα πόδια του οδηγού – μεγάλη υπόθεση τούτη αν οδηγείς ένα βαρύ και μεγάλο εγγλέζικο και όχι ένα ιταλικό δίχρονο 125άρι. Το πεντάρι κιβώτιο που απλώνεται λειτουργικά-ογκωδώς και αισθητικά-μεγαλειωδώς πίσω απ' το κάρτερ κάνει τις αλλαγές του και να ακούγονται και να νιώθονται, όπως πρέπει να κάνουνε τα κιβώτια που το παίζουνε κάποιας εποχής, όταν μάλιστα είναι. (Διότι αν θες να το παίξεις χαΐστας και κλασικός, δεν γίνεται να αχνοπατάς ένα κιβώτιο Honda βουτυρωμένο! Τότε, εκείνο τον «παλιό καλό καιρό» δούλευες με ένα κιβώτιο ζόρικο και αληθινό κι όχι με Christofle μαχαιράκι επάργυρο ν' αλείφεις το Lurpak στο κρουασάν σου!) Είμαι σίγουρος μάλιστα ότι θα ξενίσει τον μη-γνώστη τούτη η ιδιοτροπία εδώ, μα δεν πειράζει. Αφ' ενός η μοτό είχε λίγα χιλιόμετρα και οι σχέσεις μέσ' στο κιβώτιο θα μαλακώσουν αργότερα κι αφ' ετέρου, εδώ μιλάμε για ένα κομμάτι Ιστορίας σεβαστό κι όποιος δεν την ακολουθήσει, θα μείνει με την μοτοσυκλέτα στο γκαράζ του ακίνητη και μία ξινίλα στο στόμα. Προς Θεού όμως εσείς, μην πλακωθείτε στα τηλεφωνήματα με την αντιπροσωπεία ζητώντας της καλέμια και ματσόλες ώστε ταχύτητες ν' αλλάζετε, ανοίξτε λίγο το μυαλουδάκι και τον φακό σας ώστε τον Φώτο σωστά να διαβάζετε και όλοι θα περνάμε φίνα κι ωραία! Το παρελθόν με τις «ιδιοτροπίες» του δεν είναι πάντοτε παρελθόν, μπορεί να είναι και του παρόντος ο μοναδικός οδηγός, καθώς το μέλλον είναι πια τόσο σκοτεινό, που μόνο απ' αυτό μπορούμε να πιαστούμε εμείς και να συνεχίσουμε – οι παραβολές τέρμα.

«Ποια είναι τώρα τα ελατήριά σου;»
Η ανάρτηση της SMQE δεν είναι για να τρέχουν τα σάλια των πιστάτων φίλων σας, ούτε για να σαλτάρετε πάνω απ' την διώρυγα της Κορίνθου. Οι εξωτικές και πανάκριβες αναρτήσεις δεν είναι για να τις καταστρέφετε στις τάφρους της «πίστας» των Μεγάρων, ούτε για να τις δείχνετε και να τις εκθειάζετε στην καφετέρια ταπώνοντας την ευήκοη φτώχεια για το πόσο απύθμενο είναι της γιαγιάς σας το βιβλιάριο. Οι αναρτήσεις είναι στις μοτοσυκλέτες επάνω ώστε στις μεν πίστας και ΜΧ να κάνουνε την δουλειά τους, στις δε superbike/supersport την βόλτα σας ασφαλώς να διεκπεραιώνετε, απορροφώντας τις αυνανίες του εργολάβου. Στην περίπτωση της «Μακουηνιάς» – πώς λέμε Σμυρνιάς; – οι απλές μα όχι απλοϊκές αναρτήσεις της είναι για όλες τις καθημερινές διαδρομές της. Μπροστά δυο 41άρια καγιαμπάκια – πώς λέμε τα Κατσαμπάκια; – μη επιδεχόμενα ρύθμιση και με 120mm διαδρομή κάνουνε μία απλή δουλειά, απλά. Όσον αφορά πίσω, δυο ακόμη καγιαμπάκια συμβατικά με ρυθμιζόμενη μόνο προφόρτιση ελατήριου και 106mm διαδρομή κάνουν την ίδια δουλειά, απλά πάλι. Το να μπείτε εσείς στην πρώτη παρατεταμένη κλασική ανηφορική του Μπράλλου τελικιασμένοι και πλαγιασμένοι με τον μακαρίτη ηθοποιό από κάτω σας να λαστιχάρει και να ουζάρει, να υποφέρει και να διαμαρτύρεται, δεν είναι απλή απόπειρα αυτοκτονίας μα και βλακεία απύθμενη, καθώς ούτε ο Παντοδύναμος ούτε ο Χάροντας θα σας σώσουν. Η κάθε μοτοσυκλέτα κατασκευάζεται για έναν σκοπό, αν εσείς μπερδέψετε τον πύρκαυλο πύραυλο με την ράθυμη ποιοτική ιστορική αναδρομή, το ορθοπεδικό του Ε.Σ.Υ. Λαμίας σας αναμένει πρόθυμα να σας εξυπηρετήσει. Πειρούνι κι αμορτισέρ σε τούτο το Τ100 είναι μαλακά όχι όπως θα τα ήθελε φυσικά ο κύριος Μακουήν, μα όσο μαλακά απαιτεί ο σημερινός μαλ(θ)ακός και μη αγωνιζόμενος ιδιοκτήτης. Αν σε τούτο προσθέσετε και το γεγονός ότι λόγω μονής σέλας άνθρωπος πίσω δεν κάθεται, σώζετε και την μοτό από την ντροπή να κουβαλήσει αυτή δύο κορμάκια, υποχρεώνοντας ελατήρια και λαδάκια να κάτσουνε και ν' αφρίσουνε και να μεταβάλλουν αυτοστιγμεί την Βονεβίλη σε... τσόπερ. (Γιατί ευτυχώς για εμάς, ο Στηβ Μακουήν customαρισμένος Χαρλεάς δεν υπήρξε ποτέ, είχε τρέξει και με Χάρλεϋ οπωσδήποτε μα στην κατοπινή αγωνιστική του ζωή ήξερε να διαλέγει τα σωστά εργαλεία.)

Και τώρα πιάσε τα φρένα σου
Έπρεπε να μην είχες σώας τας φρένας για να αγωνίζεσαι, να γκαζώνεις και να πρέπει και να φρενάρεις εκείνα τα χρόνια. Από προσωπική πείρα πικρή ανασύρω απ' την μνήμη μου προσπάθειες να φρενάρω εντίμως και αξιοπρεπώς με το Norton Commando 750 Fastback μου ή με το BSA 650 Thunderbolt που είχα και είναι άπασες βουτηγμένες στην αγωνία. Πόσω μάλλον το φρενάρισμα με το Husqvarna 390 WR του 1981 όταν περνούσα ένα ρηχό ρυάκι και τα ταμπούρα στεγνώνανε καμμιά εικοσαριά χιλιόμετρα παρακάτω. Το τελίκιαζα σ' εκείνη την γαρμπιλάτη ευθεία πριν το χωρίον Κλειδί και έπρεπε ν' αρχίσω να φρενάρω απ' όταν έβλεπα τα πρώτα σπίτια του λασπόχωρου – γκαμώ τον εφιάλτη μου μέσα! Κι εδώ λοιπόν ισχύει ο ίδιος με τις αναρτήσεις κανών: απλά φρένα, για απλά φρεναρίσματα. Μπροστά ένας πιατελώδης δίσκος με μια δαγκανίτσα διπίστονη και πίσω ο ίδιος δίσκος, διπίστονος πάλι. Και δεν είναι για να τα λειώσετε στο πάτημα φρενάροντας απ' τα 260χαω, ούτε για να πέσετε στα γόνατα μπας και ανακαλύψετε γιατί δεν γράφουνε Brembo επάνω. Έτσι ήταν κάποτε οι μοτοσυκλέτες και κάποιες – πολύ αντρίκια και απολύτως σωστά – επιλέγουν και σήμερα να 'ναι, καθώς μόνον οι γνώστες και νοσταλγοί του «παλιού» θα καταλάβουν θα νιώσουνε και θα θελήσουν να αγοράσουν. Φρενάρω δεν σημαίνει αναγκάζω την χολή μου να σπλασαριστεί στην πάνω πλάκα του τιμονιού καθώς προσπαθώ ν' αποφύγω ένα κοιμίσικο Yugo. Φρενάρω σημαίνει αυτό ακριβώς – επιβραδύνω, δηλαδή ξυπνά ο φιλόλογος μέσα μου κι εξηγεί ότι «βραδύνω επί», δηλαδή πάω αργά πάνω σε κάτι και τούτο είναι όλο και άπαν το νόημα.


Κι από οδήγηση;
Δεν έχω πολλά να πω, κάτι δηλαδή που να μην έχω ήδη γράψει στα τόσα άρθρα μου – σκόρπια και μαζεμένα – για την βασική Μπόνεβιλ και το γουργουρητό ρολάρισμά της. Μια εικόνα όμως καινούργια θα καταγράψω εδώ: οδηγώ και απολαμβάνω σε μία ευθεία Εθνικής Οδού χαλαρά, όταν με προσπερνούν πλακωμένοι-μανουριασμένοι και με τις κελεμπίες τους ν' ανεμίζουνε δυο Πακιστανοί με κάτι καφάσια για κράνη, πάνω σ' ένα κινέζικο ταλαιπωρημένο παπί. Έβαλα τα γέλια. «Έτσι είναι» είπα στον εαυτό μου θυμόσοφα: έχεις ένα ταπεινό 125άρι και βιάζεσαι, το τελικιάζεις να φτάσεις. Έχεις ένα κουλάτο πανάκριβο 865άρι και ρολάρεις αργά, ν' απολαύσεις και να χαλαρώσεις επιθυμείς. Πώς οι πιτσιρικάδες τσιτώνουν και σκίζονται με τα 1400άρια διαθέτοντα σκάστρες και ο φραγκάτος αιφνιδίως περνά, μέσα στην Murcielago του με τα παράθυρα κλειστά τσουλώντας βουβά και μιλώντας με τον χρηματιστή του στο Τόκυο; Όπως προείπα λοιπόν: γκάζι έχει. Και το γκάζι μάλιστα που της πρέπει και της αρκεί, το γκάζι που της ταιριάζει κι αναδεικνύει τις αρετές της. Πενήντα-εξήντα άλογα χρειάζονταν μάξιμουμ τις δεκαετίες '60 και '70, άλλο αν μετά με το Honda CB 750 και το Kawasaki Z 900 τα πράγματα ξέφυγαν, περάσαν μέσα απ' το Suzuki GSXR 1100 για να φτάσουνε σήμερα στους διακόσιους ίππους κάποιου Ducati απλησίαστου και πανάκριβου.

Εμπορικά κόλπα και παραμύθι του Μάρκετινγκ
Εντάξει. Αγαπώ τις μοτοσυκλέτες, αγαπώ τις Triumph. Αγαπώ την Bonneville και γουστάρω αφόρητα έως φορτικά το Scrambler. Μα το κολπάκι ετούτο λίγο με χάλασε, οφείλω εδώ να το γράψω. Κάποιος την έξυπνη ιδέα κατέβασε, έσπευσε και το φραγκοτυχερό(!) παλικαράκι να υπογράψει, όμως για μια χώρα σαν την Ελλάδα σήμερα και για ένα κινηματογραφικό ίνδαλμα των σημερινών πενηντάρηδων-εξηντάρηδων, 10.990 ευρώ είναι πολλά. (Αυτό για τα λεφτά. Γιατί η αίσθηση και οι προσωπικές συναισθηματικές ζυμώσεις του καθενός στο ζύγι, στην κρισάρα και το παλάντζο δεν μπαίνουνε, το μοντέλο ετούτο στο εξωτερικό-σ' άλλη γη-σ' άλλα μέρη έχει σχεδόν ξεπουλήσει.) Είναι η μόδα για "tribute bikes"; Είναι ακόμη ένα τραβηγμένο απ' τον τάφο κι απ' τα μαλλιά εργαλείο του Μάρκετινγκ; Είναι μια τελευταία κι απελπισμένη προσπάθεια εργοστάσιου ν' αντλήσει απ' τα στραγγισμένα πορτοφόλια μηχανόβιων-αισθηματιών τα ύστατα χρήματά τους; Η γραμμή εδώ είναι λεπτή και το όριο δυσδιάκριτο. Το ρετρό συναντά το μοντέρνο; Το παλιό ξαναντύνεται σύγχρονο; Ας σταματήσω όμως εδώ: τίποτα δεν έχει πια σημασία καμμιά όταν ανοίγουν τα φύλλα της δίκυκλης της καρδιάς – τότε αυτή κανονίζει αποκλειστικά και κάνει καλά, άριστα πάντοτε πράττει.

Η ομορφιά στην λεπτομέρεια βασιλεύει
1/Τα φτερά είναι μεταλλικά, μακριά και κουρμπάτα να καλύπτουν υπερ-αρκετά τα ελαστικά και έχουν κι εκείνα τα πανέμορφα ματ-μαύρα μπράτσα τα καινουργιοπαλαιομοδίτικα! Πράγμα που κάνει τον 19άρη μπροστινό τροχό να αναδεικνύεται περισσότερο κιόλας. 2/ Για τις εξατμίσεις λέξη δεν χαραμίζω: ο ορισμός και εκτέλεση των pea-shooter. 3/ Με την μοτοσυκλέτα αυτή παραδίδεται και πιστοποιητικό αυθεντικότητας – και «συλλεκτικότητας» για τους φραγκοδιψείς – όπως ακριβώς έκανε το εργοστάσιο και για τις ανάρπαστες Daytona Super Three 900. 4/ «Ομορφιά» σήμερα είναι και η ελάχιστη κατανάλωση: έκαψα μόνον 5,88λ/100χλμ με απολύτως μικτή κι απολαυστική-πάντα οδήγηση από ένα δεκαεξάλιτρο ντεπόζιτο. 5/ «Ομορφιά» δεν μπορώ να πω ότι είναι και το 230 κιλών βάρος της, μα το σίδερο κάτι πιο πάνω βρε αδερφέ πάντα ζυγίζει. (Να τους πω να σ' το φτιάξουν όλο από ανθρακόνημα, δεν πρόκειται να το πλησιάσεις πόσω μάλλον να το πληρώσεις, και πολύ σωστά.)

Αnd the winner is...
Nικητής δεν υπάρχει όταν απολαμβάνεις όλο το πάλκο μόνος σου. Άλλη μοτό σαν κι αυτήν δεν υπάρχει, ουδείς άλλος την σκέφτηκε, ουδείς άλλος την έφτιαξε και ουδείς άλλος δύναται δάφνες και φράγκα να δρέψει. Να την πω την αμαρτία μου; Θα ήθελα το Scrambler να ήταν φτιαγμένο ως η αληθινή Steve McQueen replica και όχι η Bonneville της ταινίας, (στην οποία ταινία έπρεπε να μοστράρει ως BMW κιόλας.) Και ένα θα πω: εάν έχετε τα κοντά-11.000 ευρώ αγοράστε την και κρύψτε την βαθιά μέσα στην ψυχή σας. Και βγάζετε συχνά την ψυχή σας βόλτα επάνω της, θα ξανανιώσετε είτε είστε εξήντα είτε μόνο τριάντα. Γιατί οι αληθινοί ήρωες της ζωής δεν βρίσκονται μόνο στον κινηματογράφο, στραγγίζουν τούτοι τον τραπεζικό τους λογαριασμό, αγοράζουν τούτη την Triumph, φορούν το παλιό τους μπλου-τζην και πάνε μια-μόνο βόλτα στο Σούνιο για να πιούνε μια μπύρα. Κι αυτό είναι όλο και όλη η Ζωή, σε μια μόνο βόλτα – σας διαβεβαιώ.

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2013

Διαβάστηκε 3050 φορές Παρασκευή, 03 Ιανουαρίου 2014 04:30