Κυριακή 21 Απριλίου 2024

For my "Consigliere". (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


 


Τον Γιώργο Σιούντα συνάντησα την δεκαετία τού '70. Τον Γιώργο Σιούντα «γνώρισα» την δεκαετία τού '80. Τον Γιώργο Σιούντα αγάπησα την δεκαετία τού '90. Τον Γιώργο Σιούντα «λησμόνησα» την δεκαετία τού 2000. Τον Γιώργο Σιούντα απόλαυσα την δεκαετία τού 2010. Και τον Γιώργο Σιούντα αποχαιρέτησα στην αρχή τής δεκαετίας τού 2020. (Ας τις πάρω όμως από την αρχή και μία-μιά τους, καθώς άπαντα ξεκίνησαν από τον «ναό» ή "the well" εκείνην τής Πατησίων 136.)


Την δεκαετία τού '70 εγώ αλκοόλ δεν έπινα και κρέας δεν έτρωγα, σε πολιτική παράταξη δεν ανήκα, μονογαμικός στην σχέση μου ήμουνα, εργαζόμουν στο οικογενειακό μας κατάστημα και γυμναζόμουνα με τις ώρες. Η Φωκίωνος Νέγρη έλαμπε με την κυριλέ-αστική κοσμικότητά της, η οδός Πατησίων ήταν γεμάτη κινηματογράφους, ο κόσμος κυκλοφορούσε καλοντυμένος και προσεγμένος απόλυτα κι η Χούντα τα ηλίθια λοίσθιά της εξέπνεε. Έτσι ένα απόγευμα μπήκα ξαφνικά στο μπαρ Au Revoir ντυμένος εντελώς ακατάλληλα και παρήγγειλα ένα bloody-Mary που δεν έπινα. Η ώρα ήταν επτά, οι «πελάτες» ήτανε λίγοι και ώριμοι, κοστουμαρισμένοι και συνοδευμένοι, η μουσική χαμηλή, οι συζητήσεις απαλές, όπως επίσης και τα ήδη αναμμένα τα φώτα. Ντράπηκα, για πρώτη φορά: για το νεανικό τζην μου και το στρατιωτικό τζάκετ μου, για το πυκνό και μακρύ μούσι μου και για τις μοτοσυκλεττιστικές μπόττες μου. Για το ότι δεν κάπνιζα και δεν έπινα, για το ότι μπήκα ασυνόδευτος και αμίλητος, για το ότι είχα τελείως κομπλάρει. Κι εκεί στην άκρη τής μικρής-γωνιακής μπάρας παρατήρησα έναν όρθιο και ευθυτενή σαραντάρη, καλοντυμένο και συνομιλώντα με εντυπωσιακή κυρία να με κοιτά, έριξα τα εικοσάχρονα μάτια μου κάτω και σ' ένα τραπεζάκι κοντά κάθισα.


Την δεκαετία τού '80 εγώ λίγο αλκοόλ έπινα και αρκετό κρέας έτρωγα, σε πολιτική παράταξη δεν ανήκα και μονογαμικός στην σχέση μου ήμουνα, εργαζόμουν πλέον στο Υπουργείο Εξωτερικών ως διπλωμάτης καρριέρας και γυμναζόμουν όποτε κι όπως προλάβαινα. Η Φωκίωνος Νέγρη είχε αρχίσει να γελοιοποιείται από πλουμιστούς-κουνιστούς μαγαζάτορες, η οδός Πατησίων γέμισε από καταστήματα κυριλέ και πανάκριβης ένδυσης, ο κόσμος κυκλοφορούσε όπως γούσταρε και η πασοκίλα κατέχυνε στα μούτρα το ευωχούμενο Πανελλήνιο. Στο μπαρ Au Revoir πλέον έμπαινα κα-θη-με-ρι-νά, ντυμένος εντελώς-πλέον κατάλληλα και έπινα το Ballantine's μου με σόδα και πάγο. Περνούσα είτε μετά την δουλειά κατά τις τέσσερις το απόγευμα για ένα Campari, είτε το βράδυ μετά το θέατρο ή το σεξ, το φαγητό ή τον χορό, την βόλτα ή την βάρδια για ένα ποτό ή απλό nightcap. Ήμουν νέος και δυνατός, φραγκάτος καλοντυμένος, γυμνασμένος και υγιής, λαμπερός κι επικοινωνιακός, χαμογελαστός και αθώος. Κι εκεί στην άκρη τής μικρής-γωνιακής μπάρας στεκόταν πάντοτε σταθερά ένας όρθιος κι ευθυτενής, καλοθρεμμένος και κοστουμαρισμένος πενηντάρης, συνομιλών με τους φίλους του και γελώντας με όλους, ευγενικός με τις κυρίες τους και διονυσιακός με τους κυρίους τής παρέας του – τους οποίους άπαντες χαιρόμουν και απολάμβανα εκ της δέουσας αποστάσεως πάντα.



Την δεκαετία τού '90 εγώ πολύ αλκοόλ έπινα και άφθονο κρέας – ζωντανό ή σφαχθέν – έτρωγα, σε πολιτική παράταξη δεν ανήκα και μη έχοντας σχέση μόνιμη, λυσσωδώς σχετιζόμουνα με ό,τι φούστα φορούσε. Ήμουν συγγραφέας λογοτεχνικών και μοτοσυκλεττικών έργων και γυμναζόμουν συνέχεια, λες και το ατσάλι θα τέλειωνε οσονούπω από τον πλανήτη. Η Φωκίωνος Νέγρη είχε αρχίσει να γεμίζει με καφφετέριες, η οδός Πατησίων τυφλές στράκες έκανε, ο κόσμος κυκλοφορούσε με ό,τι πιο επιδεικτικό ξέρναγε η πιστωτική κάρτα του και η δεξιοσημιτούλα κυβέρνηση κοιμόταν ολόρθη μα καμαρωτή. Στο μπαρ Au Revoir έμπαινα πολύ συχνά, ντυμένος άλλοτε με τα δέρματα τής μοτοσυκλέττας ή με ρούχα μποντυμπιλντεράδικα, λινά κοστούμια καλοκαιρινά ή τζην σκισμένα απ' το σερφ και τον ήλιο και έπινα το Bostonian(!) παλιό μου Jim Beam πλέον, the famous southern-way: με κόλα και πάγο, οπωσδήποτε συνοδευμένο από αρειμάνιο-άφιλτρο Pall Mall. Ήμουνα στα σαραντάρικα ντουζένια μου, ό,τι κι αν έκανα δεν μού «έβγαινε» μα δεν το έβαζα κάτω, πάλευα με γραικούς φραγκομπουχτσιμένους ανεμόμυλους κι αγωνιζόμουν κόντρα σε αραχτούς μπουχέσες ξερόλες. Και εκεί στην άκρη τής μικρής-γωνιακής μπάρας στεκόταν πάντοτε ακίνητα-σταθερά ο ζωγράφος και bon-viveur Γιώργος Σιούντας, ο γκαλερίστας και πότης, χιουμορίστας και καλλιτέχνης, Κύριος και Δεσπότης, εραστής γυναικών και ζωής ερωμένος, παλαιστής ηλίθιων άνθρωπων και χασάπης ακόμψων υποκειμένων. Να γελά να γελοιοποιεί, να διηγείται και να κεντά, να πίνει ασταμάτητα και να καπνίζει αδιάκοπα, να μπαίνει να φεύγει, να έρχεται και να ξημερώνεται – να γράφει Ιστορία. Κι εγώ ήμουν ήδη «κοντά» του και «δίπλα» του, με χαιρετούσε και με φιλούσε, το χέρι μού έσφιγγε και περιπαικτικά μού μιλούσε – μεγάλο φιλοδώρημα και φιλοφρόνηση τούτο.


Την δεκαετία τού 2000 εγώ δεν έπινα διόλου αλκοόλ και έτρωγα μόνο ψάρι, σε πολιτική παράταξη δεν ανήκα και έχοντας εγκατασταθεί στο νησί, απολάμβανα την τελευταία μου μονογαμική σχέση. Είχα σταματήσει το γράψιμο, κολυμπούσα και σπαθί έκανα, ψάρευα και τις γάτες μου χάϊδευα, διάβαζα και διαλογιζόμουνα με τις ώρες. Η Φωκίωνος Νέγρη ήτανε μία παλιά πλέον ανάμνηση, ο οδός Πατησίων είχε τελείως σαλτάρει, ο κόσμος είχε επίσης αποτρελλαθεί μετά τους Ολυμπιακούς και η νέα πασοκοκυβερνησάρα ετοιμαζόταν για το ολικό φούντο της, μαζύ με την χώρα. Στο μπαρ Au Revoir έμπαινα πολύ αραιά πια κι όποτε βρισκόμουν Αθήνα, ντυμένος τελείως πλέον απλά: με σαγιονάρες το καλοκαίρι και τον χειμώνα με άρβυλλα μα ταπεινά έπινα το σταθερό μου Jim Beam, όπως πάντα. Ήμουν ήδη πενήντα ετών, νεώτερος από ποτέ, σοφώτερος από ποτέ, ηλιθιότερος από ποτέ και τυφλότερος από αείποτε πάντα. Το νησί μού είχε πάρει εντελώς τα μυαλά τα νεφρά, την καρδιά την ψυχή, την ζωή και ό,τι απ' αυτήν είχε μείνει. Και εκεί στην άκρη τής μικρής-γωνιακής μπάρας καθόταν πάντοτε δυνατά κραταιά ο κοστουμαρισμένος Γιώργος Σιούντας, με τα εμβληματικά Johnnie και Marlboro μπροστά του, τις δικές του παρέες κυρίων και κυριών κάπως-πλέον «αποψιλωμένες», ερχόταν πάντα αργά και αργά έφευγε πάντα έχοντας πιεί ένα ποτάμι αλκοόλ Σκωτίας (κι οδηγώντας αλάνθαστα πάντα) κι έχοντας καπνίσει μια πλαγιά καπνά Βιργινίας (και μιλώντας ξεκάθαρα πάντα).


Την δεκαετία τού 2010 εγώ ξανάρχισα το αθηναϊκό μπέρμπον και το λευκό κρέας, σε πολιτική παράταξη δεν ανήκα κι έχοντας στην Κυψέλη μου επιστρέψει οριστικά, είχα εξοβελίσει κάθε ιδέα γυναίκας απ' την ζωή μου. Κρατούσα ήδη το αιφνιδιαστικό χειρόγραφο τού «τα τρία μι» στα χέρια μου, ψευτοσυντηρητικά γυμναζόμουν και χαροπάλευα να το εκδώσω αυτό μέσα σε μια βούτα από πανικοβλημένους εκδότες παλιούς και ξεκούδουνες νέες εκδοτριούλες. Η Φωκίωνος Νέγρη πια είχε ήδη εντελώς αλωθεί από επήλυδες τσαμπουκαλεμένους, η οδός Πατησίων ήδη πιάτσα φθηνών πορνών ήτανε, ο κόσμος είχε φάει τέτοια χαστούκα απ' την οικονομική κρίση που μετά δυσκολίας σερνότανε και η Πρώτη-Φορά-Αριστερά αγωνιζότανε αυνανιστικά, σαν τα μούτρα της σκατά να τα κάνει. Στο μπαρ Au Revoir σύχναζα ξανά φυσικά, είχε φτιαχτεί εκ των ενόντων και μία παρέα από συνομίληκους και αστούς, συνταξιούχους ζωής και μειράκια ποτού, διαζευγμένους γυναικών και συνταγών ιατρού, ροκάδες νεώτερους και κολλημένους ληξιαρχείων που de rigeur και jour-fixe μαζευόμασταν και περνούσαμε τόσο ωραία και μαγευτικά, που αξιοθέατο είχαμε γίνει απ' της LIFO τα νινιά κι από κάτι κοριτσάκια που ψαχνόσαντε από ανασφάλεια και κουτσομουνιά να μάς «τηνε πούνε». Και εκεί στην άκρη τής μικρής-γωνιακής μπάρας καθόταν πάντοτε βαριά και δυσκίνητα κάπως ο προσεκτικά-πάντα ντυμένος Γιώργος Σιούντας, λίγο πιο δύσθυμος λίγο πιο επιθετικός, άλλοτε καταχαρούμενος και βακχικός και άλλοτε καταθλιπτικός κι ακατάδεχτος, τα πράγματα είχαν αρχίσει ν' αλλάζουν. Τα πόδια του δεν τον κρατούσανε πια, ερχόταν και έφευγε με ταξί, καθόταν λιγότερο, έπινε λιγότερο, κάπνιζε περισσότερο και ελάχιστα μάς μιλούσε. Όταν μάλιστα μάς τιμούσε στις «Τετάρτες» μας, η χαρά τής κλειστής παρέας μας τού «Πατ-pack» δεν περιγραφόταν δεν συγκρατιότανε, τού μιλούσαμε τον κερνούσαμε, τον ακουμπούσαμε τον χαϊδεύαμε, τον καληνυχτίζαμε και τον ξεπροβοδούσαμε έως έξω.


Στην αρχή τής δεκαετίας τού 2020 εγώ είχα ήδη κόψει το αλκοόλ και εντελώς από ετών σταματήσει την κρεοφαγία. Σε πολιτική παράταξη δεν ανήκα ποτέ και ζώντας στην σπηλιά τής Κυψέλης μου, είχα λησμονήσει γυναίκα και γάτα. Τα αντίτυπα τού «τα τρία μι» αναπαύονταν πλέον σκονισμένα στα ράφια μου, εγώ περισσότερο διάβαζα κι esoteric κείμενα σχολίαζα, γυμναζόμουν ακόμη κάνοντας crossfit και τρέξιμο, jo και enduro. H Φωκίωνος Νέγρη έχει πλέον εντελώς ισοπεδωθεί από covid και προσφύγια ανεξέλεγκτα, η οδός Πατησίων χάσκει έρημη βρώμικη μ' αδειανά μαγαζιά, ο κόσμος έχει μπαϊλντίσει απ' την καραντίνα τόσο πολύ, που είναι πανέτοιμος να ψηφίσει Τσίπρα και Μιχαλολιάκο ξανά. Το μπαρ Au Revoir είναι από μήνες κλειστό, η εναπομείνασα παρεούλα τού «Πατ-pack» διαδικτυακά συναντιέται από-οθόνης και τα πίνει συζητώντας (δίχως εμένα που δεν διαθέτω κάμερες και παραφερνάλια), ενώ η Ζωή ο Χρόνος κι η Χώρα μας τσουλάνε προς την ξεφτίλα το τέλος και την παρακμή – με αυτήν την πανηγυρική και σφαγιαστική σειρά απολύτως.


Η άκρη τής μικρής-γωνιακής μπάρας που καθόταν ο Γιώργος Σιούντας είναι έρημη και κενή, άδεια και ορφανή απ' την δική του παρουσία και πεμπτουσία – έτσι είναι τα πράγματα, έτσι το θέλει η ζωή. Ο χώρος τού μικρού ισόγειου μπαρ Au Revoir που πήγαινε ο Γιώργος Σιούντας μισόν αιώνα είναι κλειστός σκονισμένος, σκοτεινός λείψανδρος, διαλελυμένος κι εκκενωμένος από την δική του πληθωρική ενέργεια κι ακτινοβολία – έτσι είναι τα χρόνια. Ο νέος χώρος τού «Γιώργου Σιούντα» είναι ένας στενός και αφράτος, νιόσκαφτος και μπαζοεδής τάφος στο Κοιμητήριο τής Καισαριανής, όπου βρεθήκαμε ένα πρωί ελάχιστοι φίλοι του και γνωστοί για τον αποχαιρετήσουμε κείνον. (Ήταν η πιο αναξιοπρεπής και απάνθρωπη κηδεία που έχω παραστεί: με μάσκες και εκ τού μακρόθεν άπαντες, το «Πατ-pack» να λάμπει δια τής εκκωφαντικής-να το χέσω απουσίας του, μια βιαστική πλην όμως – ευτυχώς – μεστή λειτουργία, μια ψιλοβιαστική πομπή γνωστών-συγγενών μέχρι τον λάκκο, μια ξεπέτα τσουβαλοειδής-χωματοειδής με τα «κοράκια» να μάς προγκάνε να φύγουμε από κει μιαν ώρα αρχύτερα – ούτε καφφές ούτε κονιάκ, ούτε χήρες με πλερέζες και ζαρτιέρες, ούτε κορούλες και ανιψιές δακρυσμένες και καυλωμένες, what a great disgrace!)


Τί είναι λοιπόν η ζωή; Μια Αθήνα-Θεσσαλονίκη-και-πίσω αυθημερόν, με την Mercedes-Benz τού Κώστα Χατζηχρήστου, με πλήρωμα Κούλη Στολίγκα και Γιώργο Σιούντα κι αποσκευές ένα καφάσι Johnnie Walker; Μια Αθήνα περίκλειστη και Θεσσαλονίκη καμαρωτή, με ελάχιστα ταξί να κυκλοφορούν, όλοι οι παλαιοί να 'χουν στο χώμα παραχωθεί και τα βράδυα να μην υπάρχει ούτε μία μπάρα ανοιχτή, ώστε να κάτσεις να μιλήσεις να πιείς, να καπνίσεις και να σκεφτείς, να ξενυχτίσεις να ξαναζήσεις; (Και τα λέω ετούτα εγώ, που με μια μπάρα – βαρών – στα χέρια γεννήθηκα, καπνίζω ελάχιστα και πίνω λιγότερο ακόμη.)

 


 

 


 

 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

 

 Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2021

Διαβάστηκε 975 φορές Σάββατο, 24 Ιουλίου 2021 07:28