Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

Ο άντρας, που άντρα με έκανε, κοιτάζοντάς τον απλώς. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


Είναι η πρώτη φορά στα σαράντα μου χρόνια γραψίματος, που δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Και παρά το προκλητικό τού τίτλου μου – αλήθεια, δεν ξέρω ποιά λέξη να βάλω πρώτη και ποία μετά. (Θα ξεκινήσω λοιπόν απ' το όνομα.)


Ο Σωκράτης ήταν ένας απ' τους πολλούς μεγαλύτερους αδελφούς τού πατέρα μου, θείος μου δηλαδή και ιδιαιτέρως, ο νονός μου. Είναι ο άνθρωπος που εκείνο το μακρινό όσο και μαγικό καλοκαίρι τού 1956 – υπάρχουν μαυρόασπρες φωτογραφίες που το μαρτυρούν – μέσα στο γκρι-παλ λινό σταυρωτό κοστούμι του, σήκωσε τα μανίκια του και με δέχτηκε στην κατάλευκη πετσέτα τής βάφτισής μου. Εγώ φυσικά έκλαιγα γιατί κρύωνα, γιατί δεν ήθελα να με γδύσουν, τα λάδια μπαίναν στα μάτια μου και με τραβολογούσανε άγνωστοι προκειμένου... όνομα ν' αποκτήσω. (Κλασικά πράγματα εκείνην την εποχή που στην Αγία Παρασκευή ένα-δυό σπίτια μόνο υπήρχανε, η Packard τού Σωκράτη μετά βίας χωρούσε στον χωματόδρομο μέχρι την εκκλησιά τού Άι Γιάννη κι ο παπάς που με βάφτισε λένε ακόμα πως τρελλός ήταν.)


"Αnyway" που θα 'λεγε και εκείνος. Ο Σωκράτης Φώτος είναι μια ιστορία από μόνος του, μα δεν θα την ξετυλίξω εδώ τώρα, χώρια που δεν την γνωρίζω και όλη καλά. Μπήκε στην ζωή μου όταν με βάφτισε και βγήκε απ' την ζωή μου όταν το 1968 πέθανε, σε μια κλινική τής Χαριλάου Τρικούπη, ένα χειμωνιάτικο βράδυ που έξω έκανε ένα ψοφόκρυο και μέσα στην κλινική όλοι ιδρώναν. (Τότε κι εκεί, σ' αυτόν τον πρώτο μου «θάνατο» αναρωτήθηκα πώς μπορεί να πεθαίνει κανείς, με τέτοια διαφορά θερμοκρασίας!) Δέκα χρόνια μονάχα τον «γνώριζα», καθώς εκείνος είχε αναχωρήσει οριστικά από την Αμερική και ζούσε μόνιμα στην Αθήνα, κοντά μας μάλιστα, στην πλατεία Κολιάτσου.


Ο Σωκράτης έφυγε απ' το χωριό του στην Βόρειο Ήπειρο – όπως έκαναν άπαντα κι όλα τα παιδιά τού στυγνού πατέρα του και αγνώστου παππού μου, αφού εκείνος κανένα δεν ήθελε και ιδίως τα παιδιά του τα ίδια. (Κι ας έκανε δώδεκα!) Και φυσικά πήγε Αμερική, δούλεψε και καζάντησε, έζησε δεν ξαναπαντρεύτηκε, δουλειές έφτιαξε και δουλειές πούλησε – δεν μ' ενδιαφέρουν ετούτα. Εκείνο που με ενδιέφερε εμένα ως παιδί ήταν πως όταν ερχότανε σπίτι μας για επίσκεψη, ΠΑΝΤΑ μα ΠΑΝΤΑ θα μού έφερνε ένα δώρο. Αν ερχόταν από Αμερική, ένα αυτοκινητάκι μεγάλο, ένα τραινάκι αργότερα, ένα ποδήλατο εδώ που μου πήρε. Και τις κοινές-καθημερινές μέρες στο σπίτι ερχόταν ΠΑΝΤΟΤΕ με την ΜΕΓΑΛΗ σοκολάττα-αμυγδάλου ΠΑΥΛΙΔΗ, το τεράστιο μέγεθος παρακαλώ που χαλβάδιαζα στο ζαχαροπλαστείο τού Χριστόπουλου στην πλατεία Κυψέλης και δεν τολμούσα να ακουμπήσω. Ερχόταν αργά το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ, με το κοστούμι το παλτό και φυσικά το καπέλλο του, μου έδινε την μεγάλη σοκολάττα εμένα, και ΠΑΝΤΑ μα ΠΑΝΤΑ έφερνε και μια διαφορετική-μεν, μικρότερη-δε για την μουντρούχα αδελφή μου. (Αυτό το είχα σημειώσει απ' την πρώτη φορά και μου άρεσε η χειρονομία του τούτη: καλή ψυχούλα από τότε εγώ, δίχως αθώους παιδικούς ανταγωνισμούς και ενηλίκων προβλήματα σεσηπώτα, δεν ήθελα η «αυτοαδικημένη» αδελφή μου να τσιτώνεται περισσότερο, ούτε να νιώθει μειονεκτικά όπως ένιωθε και δεν τής το 'χει βγάλει κανείς το ανύπαρκτο καρφί – που μόνη της επιμόνως κρατάει – από την ψυχή της ακόμη.)


Ερχόταν στο σπίτι και στην κουζίνα καθότανε, καθώς ήθελε να αισθάνεται «του σπιτιού» και όχι επισκέπτης στο σαλόνι για να τον βάλουν. Τού έψηνε η μάνα μου τον καφέ του κι επειδή είχε μπροστά του παιδιά, δεν έβγαζε την πίπα του να καπνίσει τον Clan καπνό του. Μύριζε ολόκληρος Old Spice, τα πουκάμισά του ήταν σιδερωμένα απ' τον ίδιον τέλεια, τα μανικεττόκουμπά του με είχανε μαγνητίσει καθώς δεν μπορούσα να κατανοήσω τον λόγο τής θέσης τους και η γραβάττα του ήταν σεμνή μεν, μα με classy άποψη δε. Τα μοκκασίνια του δεν υπήρχανε στην Ελλάδα, εκείνα τα χαρακτηριστικά και μοναδικά αμερικάνικα loafers που στα μάτια μου φαίνονταν ογκώδη και υπερβολικά σε σύγκριση με τα φτενά τα δικά μας, (όσο κι αν ο πατέρας μου μόνο Bally's και Μουριάδη αγόραζε). Δεν έλεγε τίποτα ο νονός διαφορετικό ή χαρακτηριστικό, βαρύ ή επιδεικτικό, κοσμογυρισμένο ή συνοικιακό: ρωτούσε για το σχολείο ελάχιστα, ενδιαφερόταν κυρίως για τις υπόλοιπες ώρες μου και μάλιστα μία φορά που τον ρώτησα εγώ – από παιδική περιέργεια – για το χρυσό δακτυλίδι που φόραγε με το άγνωστό μου τεκτονικό έμβλημα πάνω, το έβγαλε και μού το έδωσε να το δω, να το περιεργαστώ, όσο θέλω. Κι εγώ το «έπαιζα» στα δάχτυλά μου, το κοίταζα και δεν το χόρταινα, με είχε εντυπωσιάσει. Και δεν ξέρω γιατί – θυμάμαι ολοζώντανα κι ακριβέστατα την σκηνή – το πήρα και το έβαλα κάτω απ' την βρύση για να το... πλύνω! Όταν την κίνησή μου ο Σωκράτης τσεκάρισε, δεν έβαλε τις φωνές, πίσω δεν μού το ζήτησε, δεν με έκοψε μειωτικά-αρνητικά αλλά απλά κοίταγε σιωπηλός να δει τί θα κάνω. Και την ένιωσα εγώ ΑΥΤΗΝ την ματιά, όχι έλεγχου μα προσοχής, δοσίματος και αφήματος, εμπιστοσύνης τού πενηντάρη στο σκάρτο-δεκάχρονο, απλά.


Έκανα λοιπόν μια γερή σαπουνάδα εγώ μέσα στα χέρια μου κι άρχισα μαλακά να το τρίβω με ένα πανάκι, ένα σφουγγαράκι μετά απαλά, πολύ ελαφρά, λες και έκανα μπάνιο ένα γατάκι. Μου άρεσε που το έκανα, το απολάμβανα καθώς είχα συγκεντρώσει όλην την προσοχή και την αγάπη μου στην «δουλειά» μου. Κοίταξα κάποια στιγμή πίσω μου κι ο Σωκράτης χαμογελούσε κάτω απ' το μουστάκι που φυσικά δεν διέθετε, το καταδιασκέδαζε και το ευχαριστιόταν – και το κυριώτερο, το 'δειχνε. Για να τον ευχαριστήσω κι εγώ, τί σκέφτηκα επιπλέον; Άνοιξα το ντουλάπι τής κουζίνας, πήρα μια οδοντογλυφίδα(!) και αφού ξέπλυνα το δακτυλίδι καλά, άρχισα να βγάζω το ελάχιστο λίπος(;), βρωμιά(;), χρυσού γάνα(;) από μέσα του εσωτερικά, εκεί που ακουμπούσε στο δάχτυλο και πιθανόν να 'χε πιάσει μάκα! Κι όταν είδε ο Σωκράτης κι ΑΥΤΟ, τρελλάθηκε και ως νονός και ως άνθρωπος. Δεν – επαναλαμβάνω, δεν – το έκανα προς επίδειξη ή υπερβολή, υποχρέωση ή εξόφληση, έτσι ασυνείδητα και αυτόματα η κίνηση μού 'ρθε και το ένιωθα που το έκανα, το έδειχνα που μού άρεσε να το κάνω και τίποτε άλλο πέρα απ' αυτό. Κάποια στιγμή τέλειωσα όπως νόμιζα, το ξέβγαλα καλά κάτω απ' την βρύση ξανά, το σκούπισα δυνατά μέχρι απ' την τριβή το δαχτυλίδι να ζεσταθεί και το επέστρεψα κατακόκκινος μα τόσο ευτυχισμένος στον νονό μου. Γιατί; Μη με ρωτάτε, δεν ήξερα και δεν με ενδιέφερε να γνωρίζω. Ίσως αυτή να 'τανε μια μορφή ευχαριστιών για τις σοκολάττες του (το λιγότερο), για τα δώρα του (ακόμη λιγότερο), κυρίως όμως για την εμπιστοσύνη που μου 'δειξε, να δώσει σ' «ένα παιδί» ένα κόσμημα τόσο ακριβό, σπάνιο και προσωπικό. (Δεν είχα ακόμη αντιληφθεί πόσο «παιδί» – με την εξευτελιστική και μειωτική, ακυρωτική και αποκλεισμού έννοια - το εννοούν, σου το λένε και σ' το σφραγίζουνε πάντοτε «οι μεγάλοι».)


Λίγα χρόνια μετά ο Σωκράτης άρχισε να έρχεται μαζύ μας στα Καμμένα Βούρλα, όπου τον Αύγουστο παραθερίζαμε. Έμενε μόνος του σε ένα ευρύχωρο δίκλινο στο πρώτο-παλιό, σεμνό-κλασικό, μοναδικό κι ανεπανάληπτο Motel ΛΕΒΕΝΤΗ στον Άγιο Κωνσταντίνο, κι ανεβοκατέβαινε στα Καμμένα με..., με..., με την κατάμαυρη και γυαλιστερή CHEVROLET Impala του, που μόλις είχε φέρει απ' την Αμερική. (Να σημειώσω εδώ πως όποτε ερχότανε στην Ελλάδα, έφερνε με το υπερωκεάνιο QUEEN MARY – ή ήταν το QUEEN ELISABETH; – και το καινούργιο του αυτοκίνητο κι ακόμα θυμάμαι όταν κατεβαίναμε να τον υποδεχθούμε στον Πειραιά, μαγεμένος να παρακολουθώ το αυτοκίνητο να κατέρχεται εξ ουρανού-μέσω πλοίου δεμένο με σχοινιά, μέσα σε προστατευτικό δίχτυ κι αλειμμένο με γράσσο χοντρό για της θάλασσας το αλάτι!) Η CHEVROLET Impala λοιπόν, με την κατακόκκινη βινύλιου ταπετσαρία της, το νικελωμένο τιμόνι και όργανα, τα έξη(!) στρογγυλά ξεχωριστά φώτα πίσω, η οποία – σαν να μην έφταναν τούτα – ήταν και "convertible", ανοικτή δηλαδή, "decapotable" γαλλιστί και για τους άμαθους ελληνομανείς και ισόβιους βλάχους, «γκγκγκάμπμπμπρρριο».


Ας την ανοίξω την παρένθεση τούτη για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, το αξίζει. (Γιατί τέτοια σοκ με «γράψανε» τότε μέσα μου και μετά στην ζωή μου θέλησα κάποια στιγμή να ζήσω ζωή πολυτελή και διακεκριμένη. Απ' την CHEVROLET Impala τού νονού μου όλα ξεκίνησαν κι από μια ελβετική LAMBORGHINI Miura φυστικί(!) που σταμάτησε επίσης στα Καμμένα Βούρλα και κατέβηκε απ' αυτήν ένα ζευγάρι τόσο chic και signé Ελβετών, που πέταξα τις σαγιονάρες που φορούσα στα σκουπίδια και ξυπόλητος γύρισα σπίτι μου. Από μια PORSCHE 911 Carrera, ένα αγωνιστικό "mule-car" που είχε οδηγήσει νυχθημερόν απ' την Γερμανία ο οικογενειακός φίλος Γιώργος Ανέστης και στο τρίωρο Τατόϊ την έτρεξε και βγήκε μάλιστα τρίτος, και μια ALFA ROMEO 2000 Veloce αργότερα που ξάδελφός μου από Γκρενόμπλ φοιτητής έφερε και πήγαμε Ανάβαση Βούλας, τότε που μόνον ο Λάκης Φωτιάδης την δική του έτρεχε, ο Γιώργος Μοσχούς την GTAm και το δικό μου ξαδέλφι!) Επιστροφή όμως στην Impala. Όταν το λεξικό άνοιξα για να μάθω την έννοια τής λέξης, έμεινα. Όταν είδα μάλιστα και μια φωτογραφία ενός ιμπάλα (Aepyceros melampus) – είδος αντιλόπης «και όχι ελαφιού» ο νονός με διόρθωσε τρυφερά – ξαναέμεινα, κι εκεί έκτοτε έχω ξεμείνει. Τί σχέση Θεοί-αν-υπάρχετε μπορεί να είχε εκείνη η κατάμαυρη CHEVROLET, με το παιχνιδιάρικο και στην-τσίτα-συνέχεια ελαφάκι; Γιατί οι Αμερικάνοι βαφτίσαν ΑΥΤΟ τ' αυτοκίνητο με ΤΟΥΤΟ το όνομα ποτέ δεν πρόλαβα να ρωτήσω τον νονό μου, γιατί ήμουν αποσβολωμένος κι αμίλητος όταν ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ με ΕΒΑΛΕ ΜΕΣΑ να με πάει ΜΟΝΟ ΕΜΕΝΑ, μια ΒΟΛΤΑ. (Και θα διηγηθώ την σκηνή λεπτομερώς, αργά βασανιστικά κι όποιος θέλει, ας έλθει μαζί μου.)


«Έλα Ντένιο» μού είπε κάποια στιγμή ξαφνικά, «πάμε μια βόλτα». Ήταν απόγευμα, είχε παρατηρήσει πως κάπου οικογενειακώς κι επισήμως άπαντες θα πηγαίναμε και ήμουν ντυμένος στο γκράντε. Μ' ένα νεύμα με αποδέσμευσε από μπαμπά και μαμμά, αδελφή και γιαγιά, φίλους παρέες και το χέρι μου έπιασε. (Σάς έχει πιάσει ποτέ ως παιδί, το χέρι σας άντρας ώριμος και μεγάλος; Εντυπωσιακός κι όμορφος, αρρενωπός και βαρύς, φραγκάτος καλοντυμένος, «αμερικάνος» και «ξένος», και με CHEVROLET Impala τού '62 μοντέλο μάλιστα; Και απάντηση δεν αναμένω εδώ.) Πλησιάζουμε το αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο μπροστά στο ζαχαροπλαστείο με τις μαγικές πάστες «σερράνο», την ΡΕΜΒΗ. Ανοίγει την πόρτα και μπαίνει πρώτος ο θείος μου και με το δάχτυλό του ταυτόχρονα μού υποδεικνύει «πορεία» να κάνω μπροστά και γύρω απ' το αυτοκίνητο, ενώ παράλληλα μού ανοίγει την πόρτα από μέσα! (Τα είχα χαμένα εντελώς.) Στέκομαι πλέον εμβρόντητος και ακίνητος στην ανοικτή πόρτα και το ενιαίο μπροστινό κάθισμα μού φαίνεται αεροδιάδρομος, τουλάχιστον για εμπορευματικό Boeing 747. Μην ξέροντας πώς ν' ανεβώ σε ένα τόσο μεγάλο αυτοκίνητο, επιλέγω να το παίξω περιπτεράς και να μπω «με τα μούτρα». Βουτάω λοιπόν μαλακά πρηνηδόν και πάλι δεν φτάνω, και για βοήθεια, κάνω να πιαστώ απ' την περιφέρεια τού τιμονιού. Γκαπ ηκούσθη κοφτό-μαλακό το χέρι τού θείου στον δικό μου καρπό κι η φωνή του «Όχι από δω Ντένιο» έσκασε στ' αυτιά μου – περιέργως – όχι τιμωρητική, ούτε προσβλητική, έτσι όπως μέχρι τότε είχα ακούσει και υποστεί παρατηρήσεις των μεγαλυτέρων. Ντράπηκα, μα δεν ήξερα. Κι εκείνος χαμογελώντας για να βγάλει απ' την αμηχανία του το παιδί, όχι μόνο δεν έβαλε τις φωνές, μα μού έδειξε πως δεν πρέπει να τραβάμε το λεπτό και «δαχτυλιδάτο» τιμόνι γιατί θα το σπάσουμε, άσε δε που πατιόταν κι η κόρνα με τον τρόπο αυτόν! (Αν δεν έπαθα ρεύση απ' την καύλα, το πώς δεν έπαθα ανεπάρκεια στυτική και μόνιμη βλάβη λειτουργική έκτοτε και μονίμως, τυχερός είμαι!)


Let me backtrack and rephrase a bit, «να οργανωθούμε» δηλαδή – σε απλά ελληνικά. Είναι καλοκαίρι, αρχές τού '60 και είμαστε στα Καμμένα Βούρλα. Είναι ο νονός μου ΤΟΥΤΟΣ ο άντρακλας ο σιωπηλός και βαρύς, και ΑΥΤΟ είναι το αμερικάνικο και εκτυφλωτικό αυτοκίνητό του. Και είμαι, ΜΕΣΑ, ΕΓΩ – τέλος. (Όποιος δεν έχει «υπηρετήσει» παιδί, δεν μπορεί να με καταλάβει και όποιος θυμάται πώς ήταν παιδί, αν δεν έχει βάλει τα κλάμματα, θα τα βάλει σε λίγο.)


Είναι απόγευμα, η Chevy ρολάρει αργά, φυσικά η «κουκούλα» είναι στην θέση της λόγω ελληνικού καλοκαιρινού ήλιου που «κόβει» ταπετσαρίες-καθίσματα και ξεκινώντας ο νονός μου πατά το μαγικό κουμπί: η «κουκούλα» μ' έναν ολόϊδιο ήχο μ' αυτόν που κάνει το τρυπανάκι οδοντίατρου, ανασηκώνεται και διπλώνεται αργά, μεγαλόπρεπα κι επιδεικτικά πίσω, την ώρα που ΜΟΝΟΝ εμείς ΟΙ ΔΥΟ υπάρχουμε στην Ζωή και ουδείς άλλος. (Άντε και το όρος Καλλίδρομο, οβελούκινγκ εμάς και ζηλεύοντάς μας τού θανατά.) Έχω μείνει άφωνος. Έχω παγώσει στην θέση μου κοιτάζοντας το Σύμπαν να κυλά δίπλα μου και έχω ανάψει. Ο νονός μειδιά, όχι από επίδειξη ούτε από ευχαρίστηση, ο νονός μου χαμογελά από ευτυχία που έχει ένα παιδί δίπλα του – αυτός, που παιδιά είχε μα δεν τα χάρηκε (κι αυτό είναι μια εντελώς άλλη ιστορία) – και το παιδί τούτο χαίρεται κι ευχαριστιέται. Έκαιγα απ' τα μάγουλα μέχρι τις σόλες των παπουτσιών, έκαιγα απ' τα νύχια μέχρι τα τσίνορα, έκαιγα απ' τον ανύπαρκτο τότε προστάτη μου μέχρι το προσφάτως-ανακαλυφθέν τότε πέος μου, κι ας ήμουν ετών λίγων. Είπα, ήμουνα άφωνος και πυρακτωμένος. Ο ήλιος έδυε πλάϊ μας, ο αέρας σφύριζε απαλά απ' το νικελωμένο παρμπρίζ στα βαθιά πίσω καθίσματα, ο V-8 κινητήρας γουργούριζε, τα μαλλιά τού νονού μου ανακατεύονταν κι εγώ ασυναίσθητα και αυθόρμητα έβγαλα το δεξί μου χέρι απ' το κατεβασμένο παράθυρο έξω. Ξάπλωσα στην τεράστια πλάτη τού καθίσματος, τέντωσα τα πόδια μου που δεν έφταναν φυσικά να πατήσουνε κάτω, το σώμα χαλάρωσα, το κεφάλι μου σήκωσα κι ένιωσα πως ήμουν ο... Ρόμπιν. Του Μπάτμαν. Ή ο Χριστός, στον Κύριο δίπλα. Ή ο Φράνκο Κολούμπου τουλάχιστον, πλάϊ στον Σβαρτζενέγκερ. (Δεν συνεχίζω τα παραδείγματα, γιατί έτσι-κι-αλλιώς και τούτα που έθεσα, ακαταλαβίστικα είναι.)


Φτάσαμε στις Θερμοπύλες που άχνιζαν, περάσαμε τον Λεωνίδα ο οποίος – πάω στοίχημα – το δόρυ του κούνησε σε ένδειξη τιμητικού χαιρετισμού, ο μουντός κάμπος τριγύρω μύριζε καλάμια και κοπριά, ο δρόμος είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και μόλις τα φώτα τού αυτοκινήτου ο νονός άναψε, τα μάτια μου συνελήφθησαν επ' αυτοφώρω απ' το καντράν τής Impala. Μια μπάρα-στοά με την ένδειξη ταχύτητας σε άγνωστα μίλια κι από κάτω της τρία ρολογάκια μέσα στο νίκελ. Διακόπτες, ραδιόφωνο και αναπτήρας ηλεκτρικός και πάνω στου τιμονιού την κολώνα, ο λεβιές αλλαγής ταχυτήτων που δεν κουνιότανε, γιατί το κιβώτιο ήταν αυτόματο και πήγαινε «με τη μία». (Τα δυό χαρακτηριστικά νικελωμένα «δακτυλίδια» στην στεφάνη τού τιμονιού, το μικρό σηματάκι με την αντιλόπη στο κέντρο του και το σπηλαιώδες ντουλάπι που συμπλήρωνε την κονσόλα του, ίσως να στάθηκαν η αιτία που πάσχω από καταρράκτη και γλαύκωμα σήμερα!)


Τέλος. Δεν θυμάμαι πώς, γιατί και πότε γυρίσαμε. Παρέμενα σε όλη την διάρκεια τής διαδρομής αμίλητος σαν σε διαλογισμό, κι επίσης αμίλητος-λόγω-προσφάτου-νιρβάνας κατέβηκα στο εστιατόριο ΔΕΛΦΙΝΙ αργότερα, όπου όλη η οικογένεια και το βαρετό σόϊ είχε στρωθεί για το πεζότατο βραδυνό φαγητό του. Ο νονός μου την πόρτα πάλι μού άνοιξε – με μια κίνηση που χρόνια πάμπολλα αργότερα είδα να κάνει ο Τσάζ Παλμιντέρι στον μικρό Λίλλο Μπρανκάτο στην ταινία τού Ντε Νίρο A Bronx tale – μετά κατέβηκε και αυτός, δίνοντάς μου το χέρι του να περάσουμε ΜΑΖΙ απέναντι τον πολυσύχναστο δρόμο. (Επιτρέψτε μου: ΑΥΤΟ το απόλυτα-ερωτικό ΜΑΖΙ, πόσο ανείπωτα-υπαρξιακό ΜΑΖΙ μπορεί να 'ναι; Πόσο πιο «ΕΝΑΣ» μπορεί να γίνει ένα παιδί, με έναν ώριμο άντρα;) Κουβέντα δεν είχαμε πει – όπως προανέφερα – σε όλην την διαδρομή. Και μόλις στο πεζοδρόμιο πάτησα, κατάλαβα πως ήμουν... ερωτευμένος. Βαθιά κι αμετάκλητα, μαρτυρικά κι αποστολικά, χριστιανικά και βουδδιστικά, συμπαντικά κι υπαρξιακά ερωτευμένος με τον νονό μου τον άντρα αυτόν, εγώ ένα παιδί, το παιδί του, έστω πνευματικό τέκνο του.


Όποιον και να ρωτήσετε – σωστό ή μαλάκα, σοφό ή βλάκα (τα ίδια είναι αυτά) – θ' αρνηθεί να δεχθεί ότι «τα παιδιά αγαπούν». Όχι ότι ΚΑΙ τα παιδιά, αλλά ΚΥΡΙΩΣ αυτά αγαπούν μ' έναν θυελλώδη και συγκλονιστικό τρόπο, αυτοθυσιαστικό παραναλωματικό, καθαρό και αγνό, ανεκπλήρωτο και απερίγραπτο πάντα. (Εδώ έχει ο δύστυχος κάθε-άνθρωπος φτύσει αίμα για να ξεχάσει τα δικά του τα βάσανα, το «μαύρο» που έφαγε στα αισθήματά του – γι' αυτό με αίμα "and over his dead body" θα ισχυριστεί πως τα παιδιά, όχι μόνο ΔΕΝ αγαπούν μα το κυριώτερο ΔΕΝ ερωτεύονται, και δη σφόδρα.) Έρχομαι λοιπόν εγώ και τούς πληροφορώ ότι τα παιδιά ερωτεύονται ανθρώπους κι οχήματα, εικόνες και σχήματα, πλάσματα κι όνειρα, λέξεις κι ιδέες. Κι ιδιαίτερους ανθρώπους ενίοτε, νονούς ή θείους συνήθως, μακρινούς και άγνωστους συγγενείς, ή οικογενειακούς φίλους. (Προσέξτε, ποτέ τον μπαμπά ή την μαμμά – καταπώς το ρημάδι οιδιπόδειο «στημένο» απ' τον Φρόϋντ μάς έπεισε – προκειμένου ο αψυχανάλυτος τούτος μεν, μα λαμπρός επιστήμων δε να καλύψει τα πεφυλαγμένα δικά του. Με ΔΙΚΟ ΜΑΣ τίμημα βέβαια!) Ήταν νωρίς κι εμείς φάγαμε χωριστά μόνοι μας, καθώς όλοι οι άλλοι είχαν τελειώσει. Δεν θυμάμαι τίποτα, το μόνο που απ' την μνήμη μου μπορώ να ανακαλέσω είναι πως όταν ο νονός μου μετά με ρώτησε αν θα πάμε να δούμε Θέατρο Σκιών (δηλαδή Καραγκιόζη), εγώ απότομα και κοφτά αρνήθηκα απ' την θέση μου να κουνηθώ: δεν ήθελα να πάω πουθενά, να μείνω πετρωμένος-ακίνητος προτιμούσα ώστε να χωνέψω την φρέσκια εμπειρία μου. Είχα μάλιστα γυρίσει την καρέκλα μου και κοιτούσα απέναντι την Impala ακόμα-ζεστή, κάτω απ' τα φώτα φθορισμού στραφταλίζουσα, με τους περαστικούς να σταματούν και να την θαυμάζουνε, την θάλασσα να σκάει γλυκά στην ακτή, τα ζευγάρια να περπατούν αλά-μπρατσέττα και το "Io che amo solo te" τού Ντομένικο Μοντούνιο ν' ακούγεται απ' το παραθαλάσσιο club τού ξενοδοχείου ΓΑΛΗΝΗ. (Αν ΑΥΤΗ δεν είναι μια ζωή ονείρου αληθινού, τότε I'll shoot a second guess και θα πω πως είναι ένα αληθινό όνειρο σκέτο.)


Τον χειμώνα ο νονός μου έμενε σε ένα τριάρι – επιπλωμένο απ' τον ΣΚΟΥΡΟΠΟΥΛΟ με σουηδικά απλά έπιπλα, καναδυό από τα οποία εγώ έχω ακόμα – κι ερχόταν συχνά να μας δει. Άλλες φορές με έπαιρνε ο πατέρας μου για επίσκεψη στην αδελφή τους που έμενε στην ίδια πολυκατοικία κι εγώ αμέσως έτρεχα στο διαμέρισμα τού νονού μου, καθώς την «φούρκα» και τσιφούτα θείτσα-γριά δεν άντεχα, μ' εκείνο το μάτι τ' αγριωπό που όλα τα υπολόγιζε και όλα της τα μετρούσε. Έμπαινα στο σπίτι τού «άντρα μου» – πόσο στημένα πούστικο, απ' τους ποζάτους πούστηδες ακούγεται και διαβάζεται μα ΔΕΝ νιώθεται, αυτό το αθώο-αγνό-παιδικό «άντρα μου» – και με τις ώρες καθόμουνα να κοιτάζω τα έπιπλα, να μυρίζω τον αέρα από Clan καπνό πίπας και after-shave Old Spice. Έμπαινε κόσμος και έβγαινε, εγώ καθόμουν σε μια πολυθρόνα γαμάτης ντηζαϊνιάς και καμάρωνα, ένιωθα πως απ' την Kυψέλη βρέθηκα ξαφνικά στο Waldorf Astoria τής Νέας Υόρκης, πως μόλις απ' το ταπεινό Austin τού πατέρα μου είχα κατεβεί και θα επιβιβαζόμουν στην Impala που μας περίμενε σ' εκείνο το τεράστιο σκοτεινό γκαράζ επί της οδού Πατησίων, δίπλα στο Radio City! Η ακίνητη ατμόσφαιρα τού κουκλίστικου και τόσο μικρού του σπιτιού, το αδειανό του που γέμιζε απ' τον έναν και μόνο άνθρωπο, τα λίγα τακτοποιημένα, λιτά και ζωντανά, αντρικά και διόλου φλύαρα-θηλυκά πράγματα που αυτό περιείχε με γοήτευαν και με καθήλωναν, επί ώρες. (Όταν είκοσι πέντε χρόνια μετά, άρχισα κι εγώ να ζω ΕΤΣΙ, ΤΟΤΕ κατάλαβα.)


Μπήκε ο νονός μου κάποια στιγμή για ν' αλλάξει ρούχα, και τον ακολούθησα. Εκεί αφού στο χωλλ γδύθηκε, παρατήρησα πως δεν φόραγε σώβρακο όπως ο πατέρας μου αλλά ένα σλιπ σαν το δικό μου(!), οι κάλτσες του ήταν ψηλές πάνω απ' τις γάμπες κι αντί για φανέλλα «έξωμη», φορούσε αυτό που θα μάθαινα αργότερα πως λεγόταν Τ-shirt! Άνοιξε την ντουλάπα του και τα κοστούμια ήταν κρεμασμένα τακτικά στην σειρά, (όπως ακριβώς είκοσι πέντε χρόνια μετά είδα στο 9 1/2 εβδομάδες τα αντίστοιχα στην ντουλάπα τού γιάπη Μίκυ Ρουρκ). Πήρε απαλά το σακκάκι και το ακούμπησε πρώτα στην ράχη μίας καρέκλας, έπιασε μετά μαλακά στα χέρια του το παντελόνι και το φόρεσε, και κατόπιν πήγε στο ντουλάπι των παπουτσιών να φορέσει εκείνα. Διάλεξε ύστερα το πουκάμισο (πάντα-λευκό), για γραβάττα έδεσε μία ριγέ κλασική κι αφού περνώντας απ' το μπάνιο κοιτάχτηκε, φόρεσε το σακκάκι με χάρη και με μια κίνηση δοκιμασμένη κι απλή, μού έτεινε πάλι το χέρι να φύγουμε μαζί.


Πώς το λέει αυτή η εκλεκτή ποντικόφατσα ο Rod Stewart; "He taught me everything I know". Ο νονός μου, χωρίς να μου πει τίποτα, μου έμαθε τί είναι να είσαι ΕΝΑΣ άντρας. Τί σημαίνει να ξέρεις να ντύνεσαι, να πρέπει να ντύνεσαι και να είσαι πάντα ντυμένος. Πώς πρέπει το ρούχο σου ΕΣΥ να φοράς και να μην σε φοράει εκείνο, και τούτο ισχύει για όλα τού άντρα τα μικρά-ή-μεγάλα αντικείμενα. Κάτι που είχα όόόλα τα επόμενα χρόνια στην Ελλάδα την δυνατότητα να παρακολουθήσω τ' αντίθετο, καθώς έβλεπα βλάχους με «λασπωτήρα μαλλί» μέσα σε Rolls-Royce Corniche, φραγκοτζόβενα τού Χρηματιστήριου μέσα σε «Πορσικά γκγκάμπμπρριο» τιγκαρισμένα στις ψόφιες, τραγουδιάρηδες τής παραλιακής καψουρόχλιδας μέσα σε Aston-Martin Vantage να κάνουνε παντιλίκια. (Αυτός που έχει πει ότι «Το περιβόλι του μαλάκα, η Ελλάδα είναι σήμερα» είναι φίλος μου και εκείνος που έχει πει «Τί ήρθε στην Ελλάδα, και δεν ξεφτιλίστηκε» είμαι εγώ, τέλος.) Ο νονός μου μού «έδειξε» τα μανικεττόκουμπα, αλλά και την πιο σπάνια «μπάρα» τού κολλάρου, φορεμένη σωστά πίσω απ' τον κόμπο τής γραβάττας. Ο νονός μου αφήνοντας το πορτοφόλι του στο τραπέζι ανέμελα, μού υπέδειξε πόσο σωστά-λεπτό και διακριτικά-πλήρες πρέπει να είναι αυτό. Ο νονός μου προσερχόταν σε σπίτι οικοδέσποινας πάντα με τα λουλούδια του ανά χείρας, χωρίς βεβαίως να την χειροφιλά. Ο νονός μου είχε όχι μόνο καλαπόδια για τα παπούτσια του, όχι μόνο «καλόγερο» για την ρόμπα του – όχι, βελούδινα pumps δεν φορούσε, δεν ήτανε δα γάλλος μαρκήσιος, ιταλός κόντες ή εγγλέζος δανδής – μα τα δικά του καλλυντικά ήτανε αποκλειστικά, τα εξής δύο: after-shave Old Spice και καπνός πίπας Clan – τίποτε άλλο. Να συνεχίσω; (Δεν σας ρωτώ, τυπικά σάς ρωτώ, γιατί εγώ πάντως θα συνεχίσω.)


Ο νονός μου μού έμαθε να μην μιλάω όταν κυκλοφορώ, να μην μασάω όταν κυκλοφορώ και να μην μεθάω όταν κυκλοφορώ. (Μετάφραση; Ευχαρίστως.) 1/ «Μιλάω» σημαίνει προς τα έξω ανοίγομαι κι ένας κύριος δεν ανοίγεται ποτέ δημοσίως, χώρια δε που νεοελληνικώς τούτο ερμηνεύεται και διαφημίζεται ως «Κορνάρω-διδάσκω-γαμώ», 2/ «Μασάω» σημαίνει πεινάω και πεινάω σημαίνει δεν είμαι αρκετός, δεν έχω αρκετά άρα πάντα κάτι μού λείπει κι ένας κύριος δεν αποκαλύπτεται ποτέ δημοσίως, χώρια δε που νεοελληνικώς τούτο ερμηνεύεται και διαφημίζεται ως «Δεν κομπλάρω-είμαι ανώτερος-σας γαμάω» και 3/ «Μεθάω» σημαίνω παρασύρομαι, «το χάνω», δεν ζυγίζω σωστά μια κατάσταση και ενεργώ εκεί που θα 'πρεπε να είχα σταματήσει ενώ σταματώ εκεί όπου θα έπρεπε να είχα επιτεθεί, χώρια δε που νεοελληνικώς τούτο ερμηνεύεται και διαφημίζεται ως «Δε με νοιάζει-το δικό μου θα σπρώξω-να πάτε να γαμηθείτε όλοι σας». (Ανάσα μικρή, ώστε επ' αυτών να διαλογιστείτε.)


Ο νονός μου μού έμαθε την αγάπη για το αυτοκίνητο, αλλά ΚΑΙ για τα πράγματα που το συνοδεύουν: από πλατίνες ανάφλεξης μέχρι με ποιό πανί ακριβώς σκουπίζουμε τούς καθρέφτες. Πώς «μαλακά, μαλάκα» ξεκουμπώνουμε τις καβίλλιες για να ελευθερωθεί πρώτα και μετά ν' ανοιχτεί η οροφή, μέχρι το ότι κατεβαίνουμε ΕΜΕΙΣ και ανοίγουμε την θυρίδα καυσίμων και δεν πετάμε τα κλειδιά στον υπάλληλο. Μου έδειξε – χωρίς να μου το δείξει ποτέ – πώς να κάθομαι σωστά στο τραπέζι (χωρίς να νοιαστεί αν πιάνω σωστά τα μαχαιροπείρουνα), μου υπέδειξε πώς να ΜΗΝ διακόπτω τούς μεγάλους ενώ ομιλούν και να μιλώ ΜΟΝΟ όταν οι μεγάλοι – ή απλώς όλοι οι άλλοι – έχουν τελειώσει την φράση τους. (Ξέρω, ήδη δυσανασχετείτε, μα επειδή καλομαθημένοι εσείς μεγαλώσατε, δεν σημαίνει πως εμείς σε στάνη έχουμε μετεξεταστέοι αράξει, ούτε πως σε θερμοκοιτίδα ακόμα τσαλαβουτάμε ή ανάμεσα σε σερβιέττες αρωματικές τσακωνόμαστε – έτσι;)


Ο νονός μου μού έμαθε το «καλό» ντύσιμο, το «ακριβό» αυτοκίνητο, την «άνετη» ζωή. Εκείνος – δια του παραδείγματος και ουχί του νοήματος – μου κατέδειξε πως εάν θέλει ο άντρας να γίνει επιτέλους και εντελώς ΑΝΤΡΑΣ δεν μπορεί να συζεί, καν να έχει αυτός παντρευτεί, ούτε να τραβιέται στις ρούγες και τα στενά με και από οποιοδήποτε γυναικάκι. (Γιατί όπως έχει πει κι ένας φίλος μου «Οι γυναίκες ΔΕΝ είναι άνθρωποι Ντάνη μου, είναι ΑΛΛΟΙ άνθρωποι» κι όπως έχει συμπληρώσει ο Γιώργος Ζαμπέτας «Ο άνδρας θέλει προσοχή, και σεβασμό λιγάκι / Να τον δουλέψει δεν μπορεί, το κάθε γυναικάκι». Άντρας σημαίνει ένας και μόνος του, αλλιώς – πολύ απλά, ειλικρινά και ελληνικά – σημαίνει σύζυγος, αμόρε ή λάβερ, μπήχτης ή αιδοιομπουρλοτιέρης, καληνυχτάκιας ή ζετεμάκης, φραγκοβαστάζος ή πεθεροδιακινητής, παιδοπληρώνων ή χρεοεξοφλών – να συνεχίσω; (Όχι, έλεος, you overmade your case Ντανάκο μας.)


Ο νονός μου μού έμαθε... μάλλον τώρα αρχίζω να αντιλαμβάνομαι πως δεν μού έμαθε τίποτε ακριβώς: EΓΩ είχα τα μάτια μου διεσταλμένα και ανοιχτά, εγώ μέσω τού άδολου κι ανυπόκριτου θαυμασμού μου «ρούφηξα» ό,τι μού «έδειχνε», και τούτα τα δούλεψα θεωρώντας πως πρέπει. Δικά μου ήταν τα μάτια εκείνα που αντιγράψανε, δικό μου ήταν το μυαλό εκείνο που τα επεξεργάστηκε και δική μου χρεώνεται όλη η αποτυχία να τα βάλω σε πράξη δεκάδες χρόνια μετά, επί δεκάδες χρόνια σειρά. Ο νονός μου έλαμπε, γιατί τότε λάμπαν μαζί και πολλά πράγματα, επειδή κάποια άλλα την ίδια στιγμή ακριβώς παλεύανε ν' ανασάνουν. Ο νονός μου φαινόταν ιδιαίτερα πλούσιος, γιατί τότε η Ελλαδίτσα δεν είχε «φτιαχτεί», αγωνιζόταν η δύστυχη ανάμεσα Καραμανλή-Παπατζή, Χωροφυλακή κι Εθνοφυλακή, Βουλή και Αρχιεπισκοπή και να σας πω την αλήθεια (την οποία γνωρίζετε άριστα), ακόμα στο ίδιο σημείο αυτή είναι. Ο νονός μου δεν έκανε τίποτε, εγώ τα έκανα όλα και γι' αυτό στην ζωή μου απέτυχα – να σας εξηγήσω το γιατί όμως, που δεν θα το καταλάβετε.


Όταν ο νονός μου στις γυναίκες την πόρτα την δεκαετία τού '60 τούς άνοιγε, εκείνες κολακευμένες-γοητευμένες μπορεί να μην απαντούσαν, όμως και το παραμικρό νεύμα τους είχε περισσότερους οργασμούς κι από πορνοστάρ φρέσκια. Όταν ο νονός μου την De Soto του στην Αθήνα κυκλοφορούσε, τα βλέμματα και οι των άλλων ματιές ήταν ελάχιστα φθόνου και περισσότερο θαυμασμού. Όταν ο νονός μου περπατούσε την βόλτα του το απόγευμα στα Καμμένα Βούρλα, οι κουμκανατζούδες γριές σηκώνανε το κεφάλι και κρυφά τον «Αμερικάνο» τον καμαρώνανε, δεν φτύναν ζηλοφθόνως τον κόρφο τους, ούτε για την ανιψούλα τους τονε ψήναν. Όταν ο νονός μου στα τελευταία του στην κλινική ξαπλωμένος βρισκότανε, δεν δέχθηκε την βοήθεια καμμιάς-κανενός για να κάνει την στοιχειώδη φυσική ανάγκη του, και ας μην μόνος μπορούσε. «Άπαξ άντρας, πάντα άντρας» σαν να 'ταν το motto του και δεν δεχότανε για λιγότερο, τίποτα λιγότερο από τούτο. Just because it ALL boils down to THIS one, (και συγχωρείστε μου τ' αγγλικά): αν οι γυναίκες είναι «άλλοι» άνθρωποι, τότε ο άντρας – ο τελευταίος άνθρωπος είναι. Ο τελευταίος άνθρωπος με την έννοια τού απογυμνωμένου εαυτού, του ελαφρού και αδέσμευτου, του ελεύθερου και μοναχικού, του τολμηρού πρωτοπόρου και ισχυρού τής πρώτης γραμμής. Ας το πω: η γυναίκα μόνη της δεν είναι ΦΤΙΑΓΜΕΝΗ να είναι, ενώ ο άντρας είναι φτιαγμένος για να 'ναι ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ, do you catch my drift? Πείτε ό,τι θέλετε, τζάμπα είναι κι ιδιαίτερα σήμερα, μα ο άντρας είναι για μόνος (όχι απαραίτητα μοναχικός), ενώ η γυναίκα είναι για πολλούς (όχι απαραίτητα σύζυγους ή εραστές, φίλους ή κολλητάρια, συνεργάτες υπάλληλους, παιδομάνι ή φιλενάδες). Μπορεί ο Κύριος να θέσπισε το αγνώστου-πατρότητος «Έκαστος εφ' ω ετάχθη», μα ο νονός μου μού άφησε το «Μόνος σου ήρθες, μόνος σου είσαι και μόνος θα φύγεις, μην το ξεχάσεις αυτό». Κι έπρεπε να φτάσω στα εξήντα μου-σήμερα εγώ, ώστε να συμφωνήσω μ' αυτό, ΑΦΟΥ ΠΡΩΤΑ το ΔΩ ως σωστό... στο πετσί μου επάνω. (Στης ψυχής το πετσί, στης καρδιάς μου το δέρμα, στης ανάσας το ύφασμα πάνω.)


And I'll rest my final case, here. Τα υπόλοιπα χάνονται σε γλυκές αναμνήσεις και σκοντάφτουν συνέχεια σ' αυτό το μυθιστόρημα που δεν έχω τελειώσει ακόμα. Γιατί – «διατί να το κρύψωμεν άλλωστε;» – έχω εδώ και τριάντα (30) ολόκληρα χρόνια στο αρχείο μου μέσα ένα ημιέτοιμο μυθιστόρημα, που όλο λέω να το δουλέψω και να το βγάλω, κι όλο το αφήνω εκεί. Δεν είναι πολύ, καμμιά εκατοστή σελίδες πυκνές μα ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ, ΕΚΕΙ: ο νονός μου και τα Καμμένα Βούρλα τής εποχής, η Impala και τ' αμαξάκια με τ' άλογα, το Motel ΛΕΒΕΝΤΗ και το Ηotel ΘΡΟΝΙΟΝ. H Ελλάδα τής δεκαετίας τού '60 και οι μεσοαστικές οικογένειες που παραθέριζαν τότε, τα καταστήματα και οι άνθρωποι, τα επαγγέλματα και οι άνθρωποι, οι ιδιότητες και οι άνθρωποι. Σχέσεις και πράξεις, σκέψεις και όνειρα, αγώνες και πάθη – όλα εκεί, τού τότε εκεί όπως δεν είναι πια σήμερα, όπως δεν θα 'ναι πλέον ποτέ και γι' αυτό η ζωή έχει γίνει μια γραμμή συνεχής εκκωφαντική, σαν τον ήχο καρδιογραφήματος ενός νεκρού πλέον.


Εκεί – μέσα στο μυθιστόρημά μου τ' ανέκδοτο – βρίσκονται όλοι τους: ο πατέρας μου αυστηρός κι η μητέρα μου κούκλα, η αδελφούλα μου η αιωνίως διαβαστερή και τα ξαδέλφια μου άτακτα καλομαθημένα. Ο ταξιτζής απ' τον Μώλο ο Νικολής και ο ταξίαρχος τής Χωροφυλακής κύριος Γραικούσης, ο ιατρός Καϊλάνης από την Λαμία και ο νονός μου ο Σωκράτης από την Πενσυλβανία. (Θέλετε κι ένα hint στο λογοτεχνικό τούτο trailer μέσα;) Ας βάλω λοιπόν και την εξωτική καλλονή την Σκανδιναβή – την Τosca με τ' όνομα, εκείνη την τριαντάχρονη-μόλις ξανθιά που εμφανίστηκε μια φορά στην παραλία των "Kay-Bee" όπως τα 'λεγε, με το ίδιο λευκό μπικίνι τής τζαιημσμποντικής Ούρσουλα Άντρες απ' το Dr. Νο και μείναν οι άντρες την στύση τους να καλύπτουνε και οι γυναίκες την κυτταρίτιδά τους να κρύβουν. Η Τόσκα εκείνη λοιπόν με τον κάθετο-στο-κεφάλι κότσο á la Τζένη Βάνου και την λεπτή χρυσή αλυσίδα στον... αστράγαλο, τότε! Τα σπαστά αγγλικά, που ευτυχώς κούμπωσαν με τα fluent ελληνοαμερικάνικα τού νονού μου και γλύτωσε αυτή απ' τα διακριτικά καμάκια των ντόπιων, εισήλθε στην μεγάλη οικογένεια την δικιά μας και...


Ξεχάστε το – για τον νονό μου μιλάω και τελειώνω εδώ, μια και τελειωμό είναι αδύνατον να 'χω. Άντρα δεν με έκανε ο πατέρας μου, δεν μπορούσε ο έρμος καθώς δεν προλάβαινε το δικό του φορτίο να ξεφορτώσει. Άντρα δεν μ' έκανε η μανούλα μου, καθώς έψαχνε το δικό της φορτίο να σ' το φορτώσει. Άντρα δεν μ' έκανε το σχολείο ή ο στρατός, το μπουρδέλλο ή το πανεπιστήμιο, ο υπουργός ή το αφεντικό. Άντρα δεν με έκαναν οι γυναίκες ως γκόμενες/ερωμένες/σύζυγοι, ως φίλες/κολλητές/μπιστικές, ως καριόλες/τσούλες/πουτάνες, ως ιερές/αγίες/θεές. Άντρα με έκανε ΜΟΝΟΝ ΕΊΣ κι αυτός ήτανε ο νονός μου, που μόνο το χέρι μού έπιανε – να καθησυχασθούν κι οι καυλιάρηδες, να αποστομωθούνε οι πρόστυχοι που 'χουν φάει τον κόσμο να τον φέρουν στα φλώρικα και θηλυπρεπή μέτρα τους. Γιατί τί άλλο θέλει ένα παιδί και αναζητά, ψοφά και διψάει; Μια εικόνα ως εικόνισμα, ένα είδωλο έστω ειδώλιο, μια μορφή ως ανθρώπινο σχήμα. Έναν άνθρωπο ΑΔΙΑΚΡΙΤΩΣ ΦΥΛΟΥ το παιδί πάντα αναζητά, (το φύλο θα το προσθέσει εκείνο και θα 'ναι το αντίθετο απ' αυτό που 'ναι βεβαίως). Έναν Άνθρωπο "larger than life" προσβλέπει κοιτά, έναν ήρωα και συνάμα οδηγό, έναν λάμποντα αστέρα επί γης, (γιατί το παιδί δεν έχει ακόμη στον ουρανό σηκώσει τα μάτια). Μια ψυχή μια καρδιά προπάντων θερμή, όχι απαγορεύουσα ούτε διδάσκουσα, όχι εντολοδόχος καν επιτακτική, μα μια ζωή σαν την τεράστια-ονειρική την δική του, σε ώριμο μέγεθος βέβαια, για να 'χει και μία προοπτική μία σύγκριση το όλο πράγμα.


Κι εγώ στάθηκα στην ζωή μου ΠΟΛΥ τυχερός, το ομολογώ εδώ, τώρα. Μπορεί σε ΟΛΑ τα άλλα να «καταστράφηκα», μα σε ΕΝΑ και ΤΟΥΤΟ "Bingooo" σκοράρισα! Μπορεί σε όλα τα άλλα «που γίνονται ή τα κάνεις» να απέτυχα, μα το μόνο που δεν εξαρτιόταν από εμέ, ήρθε στην ζωή μου αναίτια και απρόσκλητα, δίχως να κουνηθώ ρούπι. Ο νονός μου εμφανίσθηκε δίπλα μου ως ευαγγελικός άγγελος, έκατσε προπαντός-σιωπηλός δέκα χρόνια και αναχώρησε-έσβησε, «έφυγε ο νονός σου Ντάνη μου» μού είπανε εκείνη την κρύα χειμωνιάτικη μέρα, με τις δυό αλησμόνητες διαφορετικές θερμοκρασίες. Και δεν τον ξανά 'δα ποτέ, (γιατί είχε ζητήσει στην Αμερική να ταφεί). Δεν τον ξανά 'δα ποτέ, (εκτός από τις λίγες φορές που ανασκαλεύω φωτογραφίες). Και δεν μίλησα για εκείνον ποτέ, εκτός από τούτο το κείμενο που είναι τώρα μπροστά σας και ζωντανό, κι εκείνες τις εκατό-σχεδόν τις σελίδες που κοιμούνται στο αρχείο μου μέσα.


Καλά είναι, όλα καλά, ουδέν παράπονο, ούτε ένα. Όλα είναι σωστά μέσ' στην ζωή, και η ζωή και ο θάνατος φυσικά, και εγώ και ο νονός μου – είπα, κανένα παράπονο. Αν το δεις έτσι αυτό, αν τα δεις έτσι αυτά – τότε ξέρεις πως αληθινά και πραγματικά πέτυχες στην ζωή σου, γιατί ΕΝΙΩΣΕΣ την ζωή σου. Κι αν σταθείς επιπλέον τυχερός κι ανάψεις κι εσύ το Pall Mall σου το άφιλτρο εν ζωή, σαν τον νονό σου – τότε ξέρεις, εσύ έζησες. Όχι γιατί έζησες όπως ο άλλος, ένας άλλος-έστω νονός, μα την συνέχεια κράτησες, στο ίσο εναρμονίστηκες, υπήρξες ΚΙ ΕΣΥ ένας ΑΝΤΡΑΣ.


Κι όπως μερικά χρόνια μετά ο Muddy Waters τραγούδησε "Ain't THAT a MAN?", έτσι κι εγώ νιώθω τώρα. Κοιτάζω τις πράξεις μου και τις ερευνώ, τον εαυτό μου ρωτάω: «Θα το 'κανε, έτσι, αυτό, ο Σωκράτης;» Κι επειδή η απάντησή μου ως τα σήμερα υπήρξε καταφατική, η αυτή και ιδία, νιώθω αναπαυμένος και πλούσιος (έστω κι αν είμαι φτωχός), νιώθω ευτυχισμένος κενός (έστω κι αν είμαι γεμάτος προβλήματα), νιώθω τελειωμένος ολοκληρωμένος, (έστω κι αν η ζωή ποτέ δεν τελειώνει). Μα κάποτε αυτή τελειούται και καθ' όσον με αφορά, σε ό,τι αφορά το Αρσενικό μέσα μου – την σημαία του ψηλά εγώ κράτησα, την δική μου Chevy πάντοτε γυαλισμένη την είχα, τα δυό μου μανικεττόκουμπα όπου τα φόρεσα «μάτια βγάλανε» και την σιωπή μου την έκανα κανόνα και άσκηση, παιάνα λαγνείας και λιτανεία μαγείας. Όπως είπε, σας είπα και είπαμε: "Ain't that a man"?!

 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2016

Διαβάστηκε 2111 φορές Πέμπτη, 05 Ιουνίου 2014 20:33