Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2020

Χρήστος Βακαλόπουλος. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


 

Με τον Χρήστο Βακαλόπουλο «ξεραινόμασταν» [sic] πολλά χρόνια, μα δεν γνωριζόμασταν καν. Οι πορείες ζωής μας ήταν διακριτά παράλληλες, απομακρυσμένα αναγνωριστικές, μια αμοιβαία «αδιαφορία» μάς κρατούσε προσεκτικά μακριά – εκτός από εκείνη την μία φορά, δεν πειράζει.

Πολλές φορές στο παρελθόν είχα σκεφτεί να γράψω ένα κείμενο για τον «δικό μου» – "My own private" που θα 'λεγε κι ο Gus Van Zandt – Χρήστο Βακαλόπουλο. Και κάθε φορά το ανέβαλλα, κάθε φορά έσβηνα και την παραμικρή μου επιθυμία να μιλήσω για το παιδί τούτο, για τον νέο αυτόν, για τον άντρα εκείνον. Ο λόγος; Ελληνικότατος: «Μη θίγετε τα κακώς κείμενα» είπαν κάποτε οι αρχαίοι-ημών-θέλουν-να-μας-ξεχάσουνε, και το πήραν οι «κωλονεοέλληνες» και το 'χουν βάλει στο Σύνταγμα τής Ελλάδας. Εν ολίγοις οι συμπολίτες μας με δυό πράγματα είναι μυγιάγγιχτοι: με τις συντάξεις τους και τα ταμπού τους (εθνικά-πολιτικά-καλλιτεχνικά-σεξουαλικά). Έτσι λοιπόν και τολμήσω εγώ να «ξύσω» (στην καλύτερη) ή «ξεβρακώσω» (στην χειρότερη) ένα συλλήβδην και κατά-συρροήν τοτεμάκι τους (στην προκειμένη περίπτωση τον αείμνηστο Χρήστο Βακαλόπουλο), θα ξεσηκωθούν άπαντες, διαπρύσιοι πύρκαυλοι και κολλημένοι φίλοι-γνωστοί-συνάδελφοί του να με καταγγείλουν εμέ τον ανόσιο υβριστή, τον άσχετο συκοφάντη και λοιδωρητή [sic], με την σειρά τους να με εξαφανίσουν. (Έτσι έκαναν, κάνουν και θα κάνουνε πάντοτε οι μικρούλες-πικρούλες «αυλές», είτε ζώντων είτε τεθνεώτων καθώς πρέπει να υπερασπίσουν τις διαπλεγμένες αγάπες τους, τα καταχωνιασμένα τους "vested interests", τα post-mortem σιναφιώτικα τα στολίδια τους ανάμεσα μύθο, υπηρεσία και καύλα. (Ας είναι, εγώ ξεκινάω.)

Θα πω λοιπόν την ιστορία μου με τον τρόπο μου, με τον δικό μου χρωματισμό και με τις ολόδικές μου τις σκέψεις κυρίως. Και θα στομώσω εξ αρχής τα πρόθυμα κι εύκολα στόματα των γνωστών «ασεβών» με την προκαταρκτική δήλωση πως τον Χρήστο δεν συμπαθούσα, ούτε καν ζήλευα, πόσω μάλλον σήμερα, τώρα. Ούτε προσεταιρίστηκα, καν συνεργάστηκα, let alone θαύμασα, για να τον λιβανίζω επαγγελματικά και χαϊδευτικά, εμμονικά κι υστερόβουλα, επαναληπτικά και αγιοποιητικά. Γι' αυτό λοιπόν ό,τι σήμερα και εδώ στην σελίδα μου γράφω γι' αυτόν, είναι γιατί κάτι διαφορετικό, κάάτι αλλιώτικο και ανήκουστο, κάάάτι πρωτότυπο κι ιδιαίτερο θέλω να πω για τον Χρήστο. Άπαξ λοιπόν το κατέχω και το δύναμαι τούτο, το ρίχνω λαύρο και πούρο στο πληκτρολόγιο, το εκφράζω το καταθέτω και για τα υπόλοιπα αδιαφορώ – πλήρης είναι ο ελληνικός ο μπιντές από νιαουρίσματα δυσαρεστημένων και θιγμένων γαυγίσματα. (Και κάτι επί πλέον διευκρινιστικό: ο Χρήστος ήταν διαφορετικός, μόνο που διάλεξε – κατ' εμέ – τον εύκολο δρόμο. ΜΕΣΑ στο πανθομολογούμενο και αμετακίνητο γραικό-σύστημα αυτός στήθηκε φτιάχτηκε, τούτο επέλεξε κι όσο κι αν φώναζε ή δάγκωνε, διαφωνούσε ή πάλευε, ΜΕΣΑ στο μικρούλι-ελληνικούλι συστηματάκι αυτός ήταν. Και ως «Σύστημα» τί εννοώ, θα έχω όλο τον χώρο και χρόνο για να εξηγήσω εδώ, αυτόν τον λαμπρό και ρηχό κόπρο ξανά στον ήλιο να βγάλω.)


Είναι πολλά που με έχουν ενώσει με τον «Χου-Βου» – από το «πράκτωρ Θου-Βου» – όπως στο 26ο Δημοτικό τον πειράζαν. Αν και έναν-μόνο χρόνο εγώ μεγαλύτερος, πήγαμε στο ίδιο σχολειό, στην γωνία Φωκίωνος Νέγρη και Λήμνου τότε-Λέλας Καραγιάννη σήμερα. (Απ' το οποίο οι καλοί γονείς τον πήρανε βιαστικά όταν μεταφέρθηκε τούτο στου Νούσια, μακριά στην γωνία Βελβενδού και Κερκύρας, τόσο μακριά που ο αδύναμος και ευαίσθητος Χρηστάκης δεν έπρεπε να απομακρυνθεί απ' το σπίτι του, να εκτεθεί σε τέτοια ταλαιπωρία!) Πήγαμε και στα ίδια Γυμνάσια, εκείνος στο Λεόντειο Λύκειο Πατησίων, κι εγώ της Νέας Σμύρνης. Έδωσα και εγώ εισαγωγικές εξετάσεις στην τότε-Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και δεν μπήκα, μπήκε όμως ένας φίλος μου που τον Χρήστο τον επόμενο χρόνο στην σχολή τον συνάντησε... και τον θαύμασε, και τον ακολούθησε, κι απ' τα χείλη του κρεμόταν «ολούθε» (που έλεγε ο Γκιωνάκης).

Μετά, για κάποια χρόνια τον Χρήστο τον έχασα, ελάχιστα και τυχαία τον συναντούσα. (Να θυμίσω ότι άμα έχεις γεννηθεί κι ανδρωθεί στην Κυψέλη ΑΥΤΗΝ-ΤΟΤΕ, τα γνωστά πρόσωπα και τα ίχνη τους δεν τα χάνεις ποτέ, ό,τι κι αν κάνεις εσύ, ό,τι κι αν κάνουν εκείνα.) Στα «κοινά» πανεπιστημιακά χρόνια μας εγώ «ενωμένα και αποφασισμένα» απομακρύνθηκα από εκεί-ακριβώς όπου τσαλαβουτούσε-αλίευε-κουλάντριζε-ζούσε ο Χρήστος και εξηγώ τί θέλω να πω, καταθέτοντας και κάποια προσωπικά μου. (Όσο κι αν μερικά βασικά θέματα δεν έχουν ακόμα λεχθεί, γιατί η αποδειχθείσα και πόρνη και κίβδηλη, και στημένη και επικίνδυνη «Γενιά της Μεταπολίτευσης» τα έχει όλα σκεπάσει. Μέχρι την Κρίση την σημερινή, που τούτη η κουφαλίτσα, είτε έχει σε ΣΥΡΙΖΑ ή ΑΚΤΩΡΑ προσορμιστεί, είτε έχει παντοιοτρόπως σε άλλα πελάγη βουλιάξει.)

Κάθε «συνειδητοποιημένος» νέος τότε μετά το «Πολυτεχνείο» – που ήδη δεκαοκτάχρονος ήτανε – είχε μπροστά του δύο πορείες, δυό δυνατότητες. (Για να μην πω μία, και το πολώσω ευθύς εξ αρχής.) Ή κομμουνιστής ενταγμένος στο ΚΚΕ θα γινότανε ή στο περιθώριο πεταμένος, στην αφάνεια θα περνούσε. Ή αμέσως ως φοιτητής σε παράταξη θα στεγαζότανε, να ρουφάει τού κάθε Άλκη Ρήγου τις προσταγές, να μασάει τού κάθε Τζουμάκα τις διαταγές, να κοπιάρει τού κάθε Ανδρουλάκη τις μπούρδες (to name but a few), ή στην αντίδραση, στην ροκιά θα το έριχνε, αργότερα στα ξίδια στην φούντα στην αναρχιά (προσοχή στον τόνο), στα στυγνά φράγκα μετά, στις επιχειρήσεις και την εξουσία (to name but a few also). Έχοντας περάσει εγώ το 1974 απ' το ΠΑΝΤΕΙΟ και απ' το 1975 στην ΝΟΜΙΚΗ, κι αν «έφαγα στη μάπα» την αηδή και ρηχή, της μοδός και ντεμέκ γραμμή παραγωγής «στελεχών»-τρομάρα τους εκείνης της εποχής. Κι αμέσως, εξ ενστίκτου και αντιδράσεως όλη την ξέρασα, δια μιας κι αυθωρεί – καλά να 'μαι.

Εκατοντάδες φρεσκοαφαλοκομμένοι επαρχιώτες και παρθένοι απλυτομαλλιαροί φοιτητές να σκούζουν ως υστερικές λεχώνες μέσα σε ντουμανιασμένα αμφιθέατρα για τον Μάο ή τον Χο Τσι Μινχ. Ελάχιστοι, πιο περιποιημένοι μα εντελώς αποσβολωμένοι Αθηναίοι ν' ακούν σιωπηλοί και να υφίστανται παθητικά όλον αυτόν τον καταπιεσμένο τσαμπουκά των στραβοκαυλωμένων επήλυδων που άφριζε απ' την κασεταρισμένη εφαρμογή των επαχθέστερων αρχών τού Τροτσκισμού, προκειμένου να επιβάλλουνε ψήφισμα, προκειμένου να πηδήξουν την Σούλα, προκειμένου αυτοί να επικρατήσουνε και κοτζαμπάσικη δουλεία να προσφέρουν στ' αφεντικά τους. (Τώρα που τα γράφω αυτά, απορώ και θαυμάζω το κουράγιο μου να επιστρέψω – απλώς και μόνο περιγράφοντας – σ' εκείνην την τόσο δυστυχή και τόσο ξεφτιλισμένη-ως-απεδείχθη-μετά, ηλίθια εποχή πίκρας. Κι ακόμα έχω γεύση στυφή τούτων.)

Αναχώρησα λοιπόν αμέσως αηδιασμένος απ' το Πανεπιστήμιο και τους στημένους γλωσσοκοπανικούς εμφυλίους του, την αριστερή αγυρτεία και ιδεολογικό τραμπουκισμό των άξεστων μα φουνταριστών ινστρουχτόρων, την παντογνωσία των εγκάθετων Κεφαλών – αχ έρημε Τσίρκα, νωρίς συ μάς άφησες – και την σκελετωμένη ιδρωτίλα μιας υπαρξιακής «να φτιαχτούμε το συντομότερο εμείς» αγωνίας. Από ανόθευτο κυψελιώτικο ένστικτο, ζυμωμένο και μεγαλωμένο όχι μέσα σ' ένα οικογενειακό περιβάλλον δημοσίων υπάλληλων αλλά σε μια οικογένεια τής Κεντρικής Αγοράς Αθηνών, ΝΩΡΙΣ και ΑΜΕΣΑ αντιλήφθηκα πού το ΟΛΟ έργο το 'χαν στημένο και πήγαινε, πού κάποιοι εκεί προθύμως-δουλικώς-συμφεροντολογικώς – και διόλου ιδεολογικώς στην πλειοψηφία τους – ανέλαβαν να το κάτσουν. Κι έστριψα στο φτερό διαισθανόμενος ένα κενό και μια αηδία, μιαν αποξένωση απ' την μικροπολιτικάντικη καμαρίλα και την αναίμακτη ψευδή επιθετικότητα, την κακοχυμένη σεξουαλικότητα και την αισθητική βαρβαρίλα. Γιατί το να κάθομαι με τις ώρες και να τσακώνομαι με τον βερμπαλιστικό αέρα κοπανιστό τού «συνάδερφου» – όχι μόνο με ξενέρωνε, όχι μόνο με άδειαζε, μα με γκρέμιζε και τελείως. Καθώς έβλεπα πώς έλαμπαν τα τσικό τού Κομμουνισμού μόλις παίρναν ένα χαδάκι στο κεφαλάκι απ' τα μεγαλοστελέχη τού Κόμματος που ακριβοθώρητα εμφανίζονταν, μόλις τούς σκάγαν ένα χαμογελάκι οι «ηγέτες»-τρομάρα μας που καταδέχονταν μια χειραψία και μια εντολή να τούς δίνουν – κι ας μη μιλήσαν ποτέ οι άγνωστοι που μαζί μ' εμένα τα ξέρουνε, ας ξεκολλήσαν μαζί μου πολλοί άλλοι που τις ζωές τις δικές τους τις περιφρούρησαν μ' αξιοπρέπεια και σιωπή, αδιαφορία και ανοχή στην μόδα τού «χαρακώματος», στην καυλάντζα τού «αρπάγματος της εξουσίας», στον κάλπικο οργασμό τού χρήματος – άνευ εισαγωγικών μα πολλών εξαργυρώσεων – πιο μετά.


Έκανα λοιπόν αυτόματα κι αυστηρά επί τόπου μεταβολή και με τρία πράγματα ασχολήθηκα: με το διάβασμα (όχι τού Πανεπιστήμιου βέβαια, ίσα-ίσα τις χρονιές μου περνούσα), με το κορίτσι μου (που μόλις είχα γνωρίσει και μέχρι τα μπούνια ερωτευτεί) και με την γυμναστική (μιας κι απ' τον Μάρτη τού 1974, Tae-Kwon Do είχα αρχίσει). Ανοίγοντας πιο πολύ τον φακό να χωρέσει όλη η εικόνα λοιπόν, ας μιλήσω λίγο πιο αναλυτικά αν μου επιτρέπετε την «ρετροσπεκτίβα» – μια απ' τις αγαπημένες λεξούλες τού Χρήστου – αφού κι εγώ σάς το επιτρέπω:

1/ Μόλις πετύχαινες τότε στις πολυπόθητες εισαγωγικές εξετάσεις, απ' το σφιχτοχαλινό «μαντρί» τού Γυμνάσιου περνούσες απότομα στο ξέφρενο laisser faire και την ασύδοτη carta bianca τού «ακαδημαϊκού πολίτη». Μπορούσες πια ν' αφήσεις τα μαλλιά σου μακριά, να φορέσεις τα παντελόνια-καμπάνα σου, να αργήσεις να γυρίσεις το βράδυ στο σπίτι. Εγώ όμως αυτό αλλιώς το εκμεταλλεύτηκα: κλείστηκα στο δωμάτιό μου – όταν δεν δούλευα στο κατάστημα τού πατέρα μου, όταν δεν ήμουν στο κρεβάτι τής αγαπημένης μου κι όταν δεν ίδρωνα στο tatami τού Dojang – και διάβασα ό,τι μου άρεσε. Ιούλιο Βερν και Ντάνιελ Ντε Φόε ρούφηξα στο Δημοτικό, την «Γενιά του '30» την είχα ξεκοκκαλίσει από το Γυμνάσιο, τους Γάλλους λογοτέχνες τούς είχα καλύψει από το Λέοντειο, τους Αμερικάνους beats είχα περάσει οδηγημένος από μια ελληνοαμερικάνα θεία μου και μόλις έπιασα στα χέρια μου Γιουκίο Μισίμα και Γιασουνάρι Καβαμπάτα, κυριολεκτικά άραξα. Μόλις είδα στο ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ Τέννεσση Γουίλλιαμς και «Δράκο» τού Σβάρτζ, όταν μαγεύτηκα από ιταλικό νεορεαλισμό στο σινεμά ΑΜΛΕΤ και «Αναπαράσταση» τού Αγγελόπουλου στην ΑΛΚΥΟΝΙΔΑ, τον σκασμό έβγαλα. Παράλληλα όμως καθόμουν στα πόδια τού Γιάννη Σπάθα των Socrates και τραγουδούσα σεκόντο στον Πουλικάκο τού Εξαδάκτυλου όταν έπαιζε το "Overdog" τού Κηφ Χάρτλεϋ – τότε πραγματικά είχα πρώτος πει αυτό που ο Βασιλάκης Παπακωνσταντίνου αιώνες μετά μάς κελάηδησε, (προ βουλγαρικής εταιρείας βεβαίως): «Χαιρετισμούς στην Εξουσία».

2/ Για την πρώτη μεγάλη αγάπη μου, θα πω μόνο λίγα. Ή απλώς, ένα και μοναδικό: "You're only allowed three great women in your life, 'cause they are like great boxers. They come only one in ten years" o Τσαζ Παλμιντέρι έχει πει στο A BRONX TALE τού Ντε Νίρο κι εγώ έκτοτε ως άγουρος μοναχός Σαολίν αποφάσισα να σιωπήσω. Τα χείλια της να 'βλεπα, με στέλναν στο στήθος της. Το στήθος της να χάϊδευα, με στέλνανε στην κοιλιά της. Την κοιλιά της όταν ακούμπαγα, διαχώριζα τους μηρούς της. Και όταν τους μηρούς της κατέβαζα απ' την πλάτη μου, είχα γυρίσει γραμμή και σελίδα και βιβλίο και βιβλιοθήκη μαζί ταυτοχρόνως.

3/ Ευχαριστώ την μητέρα μου, που υπήρξε η πρώτη πρωταθλήτρια ορεινού σκι στην Ελλάδα. Από εκείνην πήρα την μεγάλη αγάπη για κίνηση κι άσκηση, εκείνη με συνόδευε στο κολυμβητήριο τής ΣΧΟΛΗΣ ΔΟΚΙΜΩΝ κάθε Σάββατο στον Πειραιά, εκείνη με πήγε στον ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ, εκείνη ήταν στο σπίτι μας ζωντανή, δραστήρια, λαμπερή. Κι από εκείνην πήρα το ισόβιο κι αξεδίψαστο πάθος μου για την γυμναστική και την υγιεινή ζωή, για την Άσκηση και την Φύση. Το σώμα μου χτιζόταν με τρέξιμο και άρση βαρών στο Σχολείο, ήρθε το Τae-Kwon Do και με άρπαξε στην ιδρωμένη κι υψιπετή σφαίρα του κι έκτοτε δεν λέει να με προσγειώσει. Αυτή μου η αφιέρωση φυσικά «ουδεμία σχέση είχε με το έναντι κατάστημα», αυτό των παραληρηματικών και μυαλοφυγόδικων φοιτητοεπαναστατών, των εριστικών και κοκκορίστικων ψηφοβοσκών των πανεπιστημιακών συλλόγων και «των παραφυάδων αυτών». Εκεί όπου αξύριστες γκόμενες θαύμαζαν θυμωμένους κι αποβιταμινωμένους παρλαπίπες που μασουλούσαν και έφτυναν ξένα τσιτάτα, προκειμένου απολύτως να διακριθούν με τρία ρήματα μόνο: να υπηρετήσουν (τούς από πάνω), να κατατροπώσουν (τούς απέναντι), μπας και γαμήσουν (τις από κάτω). "No way Josey" είπα και απλώς την πόρτα πίσω μου έκλεισα, τούς άφησα απισχνασμένους και βραχνιασμένους, αποστεγνωμένους και κεφαλοφουντωμένους, μονολιθικούς θεωρητικούς τής Επανάστασης και διπλόπιττους μπλαμπλάδες Κουλτούρας.

Κι ο Χρήστος Βακαλόπουλος κατ' εμέ – πάντοτε κι αποκλειστικά κατ' εμέ, καθώς μόνον εγώ γράφω την ιστορία ετούτη – ήταν το τέλειο μοντελλάκι τής όλης εκείνης παραγωγής, στο πιο αστικό κι εξευγενισμένο της, στο πιο ντελικάτο και comme-il-faut της. Καλό παιδί και διαβαστερός μα κρυόμπλαστος νευρικός, ευαίσθητος σπαστικός, βραχνός κι επιθετικός ν' απαντάει προτού ανοίξεις το στόμα σου, να ρωτάει προτού κλείσεις εσύ το δικό σου και να σταματάει μόνον όταν είχε αυτός γονατίσει το χαυνωθέν Πανελλήνιον, που επιτέλους από καθαρή εξόντωση τού 'χε «κάτσει». (And I've seen what I'm talking about, I've been there and then – αντιθέτως με συνομιλήκους μου μ' αραχνιασμένα μα πανευαίσθητα συμφεροντάκια, ή με άψητα μειράκια που απλώς κόπτονται να μοστράρονται σκουπιζόμενα σε στημένες και δανεισμένες σαλιάρες.)

Οι δρόμοι μας ευτυχώς ποτέ δεν διασταυρώθηκαν. (Το γιατί λέω «ευτυχώς», δεν είναι τής ώρας.) Εκείνος ήταν ένας μπιζυμπόντης τού πολιτικού σχολιασμού, ένας «εμβρυοεπώνυμος» (δικός μου ο νεολογισμός) τού Κινηματογράφου να γράφει παντού, να μιλάει παντού και ν' αποκτά την προσωπική του αυλούλα από αγοράκια ταμάμ και κοριτσάκια καρσί, για τον ίδιον απόλυτα λόγο και για διαφορετικούς λόγους ταυτόχρονα! Τα μεν αγόρια τον θαύμαζαν για την συγκροτημένη του σκέψη και για το θράσος του να επιβάλλεται, τα δε κορίτσια τον θαύμαζαν για το εύθραυστο σώμα του και για τις απρόσιτες απορρίψεις που μοίραζε. Τα αγόρια θέλανε να τού μοιάσουνε και τα κορίτσια θέλαν να τον πηδήξουνε – δεν είναι σαν σήμερα που ήρθαν ανάποδα τούτα τα προϊστορικά έθιμα και τον «αντίστοιχο» Χρήστο Βακαλόπουλο, ως αναβαπτισμένο και φιρμάτο αστέρα των free-press πια, θα θέλαν τα αγοράκια να τον πηδήξουνε και τα κοριτσάκια για να τού μοιάσουν.

Διάβαζα αραιά και πού τα κείμενά του στον ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ και με κόπο συγκρατούσα τα γέλια μου. Όχι για το ενίοτε αξιόλογο περιεχόμενό τους, μα για τον στημένο τον στόμφο τους, την παριζιάνικη μαεστρία τους να λέει – με πατσουλί ΚΚΕ εσωτερικού πια – αυτά ακριβώς που δεν είχε χωνέψει, και να κρύβει – ήδη με εσσάνς Deux Maggots – αυτά ακριβώς που δεν είχε εννοήσει. Το ήξερα από καιρού το στυλάκι αυτό, το υφάκι ετούτο που τόσο στους μιμητικούς και ξενόδουλους Έλληνες έπιανε, και συνεχίζει να πιάνει. Και για να το εικονογραφήσω και σφραγίσω καλύτερα, στο σήμερα μεταφέρω: δώσ' τους Βαρουφάκη ακατανόητο και σού ψηφίζουν αυτοί στο φτερό τον Λεβέντη, δώσ' τους πιλάφι Ράμφου δυσνόητο και σου υμνούνε ετούτοι Ψινάκη και στο τρακτέρ τους επάνω.


Είχα και την δεκαετία τού '80 απέναντι-γείτονά μου καθημερινό τον Σταύρο Τσιώλη, τον γλυκό εκείνον δημιουργό γνώρισα και κατάλαβα πώς κουμπώσαν ετούτοι οι δύο: ο Τσιώλης στον Χρήστο βρήκε τον γιό που δεν έκανε, ο Χρήστος ως αρριβίστας άρπαξε τον μέντορα και γνώστη των καταλλήλων «κλειδιών» και τον είχε από δίπλα. (Πώς το λέει ο Ζήκος; «Εμ αν δεν ταιριάζατε, δε θα συμπεθεριάζατε»!) Ο «παλιός» παραστάτης τής κάμερας και χαλκέντερος τού Φίνου εργάτης συμπληρώθηκε άριστα απ' τον «νέο» επαναστάτη τής θεωρίας και ρέκτη τής καμαρίλας τού Φεστιβάλ. Ο πρακτικός Τσιώλης αφέθηκε στον θεωρητικό Βακαλόπουλο και μαζί στήσαν μια σχέση καλλιτεχνική και επαγγελματική, που ανά πάσα στιγμή κινδύνευε να βουλιάξει απ' τις ιδιοτροπίες, μανιέρες, αλλαξοτιμονιές και θυμοειδείς ανατινάξεις τού Χρήστου.

Τις ελάχιστες φορές που κοινοβρεθήκαμε [sic] με τον Χρήστο σε παρέα, η απώθηση ήταν και αμοιβαία και ισχυρή και σφραγιστική. Τα μάτια μας αναγνώριζαν την κοινή – όχι και ιδία όμως – εκ Κυψέλης θεμελιακή κι απαράγραπτη καταγωγή, η αρτιγέννητη καριέρα εκείνου ως «κάποιου» και δη «νέου, πολλά υποσχόμενου και αδιάφθορου αμφισβητία των πάντων» (δεν είναι αυτές λέξεις μου) με κρύωνε τόσο πολύ, που έκανα το λάθος κάποια στιγμή, σε ΜΙΑ και ΜΟΝΗ κοινή μας «σκηνή», να βγάλω το δερμάτινο τζάκετ μου τής μοτοσυκλέττας. Και μόλις είδε ο Χρήστος το γυμνασμένο από βάρη και πολεμική τέχνη, καταδύσεις και αλεξίπτωτο, αγωνιστική μοτοσυκλέττα και θαλάσσιο σκι σώμα μου, τότε είδα την πιο μικρή φλασιά μίσους και ζήλειας που είδα ποτέ στην ζωή μου. Μια φθονερή και λεπτή αστραπή χαράχτηκε στα διοπτροφόρα ματάκια του κι εκεί, τότε, χάθηκε η τελευταία μας ευκαιρία μια κουβέντα απλή και ανθρώπινη να πούμε, να ανταλλάξουμε, να μιλήσουμε επιτέλους. Δεν ήταν λάθος μου που ήμουνα γυμνασμένος, μα πόνεσα και το ένιωσα πόσο πόνεσε εκείνος. Δεν ήταν λάθος του που ήταν ισχνός, μα πόνεσε και το ένιωσα πόσο τον πόνεσε εκείνον. ("CUT" λοιπόν, που λένε στον κινηματογράφο.)

Μοναχογιός μιας υπερ-περιποιητικής μαμάς και ακριβογιός ενός μαχομένου πατέρα, εκείνο το γονεϊκό-οικογενειακό αστειάκι τους περί δεύτερου γιού είμαι σίγουρος πως τραυμάτισε κι εξαγρίωσε τον «Χρηστάκη». (Έτσι τον φωνάζαν στην πλατεία Κυψέλης καμμιά φορά, οι μεγαλύτεροι περιπαιχτικά, για το οστεώδες κι αδύνατό του κορμάκι.) Αυτό το «αστείο» μέσα από την ιστοσελίδα του το 'μαθα, μα το διασταύρωσα απ' το σύνολο τής συμπεριφοράς του που εμένα πάντα σαν τραυματισμένη μού έμοιαζε, σαν να προσπαθούσε εναγωνίως ένα χάσμα να καλύψει, μια πληγή – όπως όλοι μας – να μπαζώσει και είχε διαλέξει τρόπο λεκτικά επιθετικό, κοινωνικά απωθητικό και παθητικά ελκυστικό τούτο να κρύψει. Ο επαρχιωτικός-αθηναϊκός μικροαστισμός μαζί με τον μονοπαιδισμό [sic], o ελληνικός κοινωνικός-οικονομικός εμφύλιος που δεν λέει να κοπάσει, ο παρενδυματικός ταξικός αλληλοσπαραγμός που τα χρόνια τής «Καρφίτσας» και του «Ανένδοτου», της Χούντας και της Μεταπολίτευσης γιγαντώθηκε και ακράτητος εξερράγη απ' την σοσιαληστρική «Αλλαγή» – όλα αυτά είναι υπεραρκετά για να κάψουν εγκέφαλους όχι μόνο Μαρξ και Στηβ Τζομπς, όχι μόνο Πολ Ποτ και Κον Μπεντίτ αλλά Χατζηδάκι και Φλωρινιώτη, Ραφαηλίδη κι Αποδυτηριάκια μαζί, πόσω μάλλον ενός μικρούλη Χρηστάκη και υπό ανέγερση Βακαλόπουλου.

Κι όταν αρχίσαν οι εκδοτικές επιτυχίες τού Χρήστου, ήταν η δική μου σειρά να «ζηλέψω». Γατόνι αυτός στο στυγνό και μαλαγανιάρικο σπρέχεν, μαλακός στους εκδότες και σκληρός στις εκδότριες – έκανε τους πρώτους να χάσκουνε και τις δεύτερες να μελώνουν, την ίδια ώρα που για να πείσω εγώ την μουστακαλού την δικιά μου, έπρεπε να την απειλήσω με το συμβόλαιο απ' τον Καστανιώτη για να δεχτεί. (Εμ κύριε Φώτο μας, «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του» δεν λέει ο λαός; Εσύ αητός των γυμναστηρίων κι ο Χρήστος τίγρης των εκδόσεων – "Serves you right to suffer" λοιπόν που λέει και το bluesy τραγούδι!) Γιατί όσο σωματικά δυνάμωνα εγώ, τόσο σωματικά αδυνάτιζε εκείνος. Όσο το δικό μου γράψιμο μέστωνε-βάθαινε-έκοβε και γι' αυτό το απέρριπταν, τόσο του Χρήστου αυτό πλάταινε-μακρολογούσε- θεωρητικοβολόδερνε και γι' αυτό το τυπώναν. (Δικές μου είναι τούτες οι λέξεις κι εγώ – μην τσιτώνεστε – την ευθύνη τους φέρω.) Εκδίδοντας το πρώτο βιβλίο μου το 1985, το δεύτερο το 1990 και το τρίτο το 1995, ο Χρήστος για μένα δεν ήταν καθόλου-μα-διόλου «ανταγωνιστής». Δεν πίστεψα ποτέ στην παπάρα των «βιβλιοκριτικών» τής εκδοτικής διαπλοκής για την τρανή-μη χέ' «Γενιά του '80». (Και Τατσόπουλο-Ραυτόπουλο, Μήτσορα-Τριανταφύλλου ως παραδείγματα αναφέρω.) Για μένα άπαντες ήταν συνάδελφοι, «εν όπλοις ανάδελφοι» και τίποτε άλλο. Γιατί, πώς και τί; Διότι άλλη ήταν η δική μου πορεία κι επιθυμίες μου στην ζωή, κι όσο και εάν σιχαινόμουν την στέρνα τού Dolce με τα βατραχάκια της, άλλο τόσο αηδίαζα με την φιλολό κουστωδία τής κυρίας Μάνιας γλειψιάρικα να κοάζει. Όσο κι αν δεν υπήρχε στην νωπή ξεραΐλα των '80ies λογοτεχνικό/κομματικό παρεάκι να με στεγάσει ή να το στήσω εγώ, άλλο τόσο με ζέσταινε η φασαρία και ο ιδρώτας των γυμναστήριων, ο θόρυβος κι η μαγεία των μοτοσυνεργείων. Όσο δεν γούσταρα το να γλείψω Κουμανταρέα, Βαλτινό ή Χρονά – to name just a few – για να κερδίσω μια σύσταση ή μελλοντικό στασίδι να πιάσω, άλλο τόσο δεν έκανα ποτέ μου το πιθηκάκι σ' εκδότη ή εκδότρια προκειμένου να με τυπώσει. (Και να με βάλει μετά, στον παροιμιώδη «κουβά», στα συγγραφικά-οικονομικά.) Σ' αρέσει Θανάση μου – π.χ. – το βιβλίο μου; Καλώς. Πάρε αυτό κι άσε το Hugo Boss κοστούμι μου ασχολίαστο κάτω. Σ' αρέσει κυρία Λεμπέση μου – π.χ. – το βιβλίο μου; Καλώς, έκδοσέ το αυτό και άσε τί σου ψιθυρίζει στ' αυτί ο κάθε Κοντός ποιητής σου. (Το κόβω εδώ, γιατί έρχεται άλλο μου κείμενο με μέρες και πόνους Ελλήνων γραφιάδων αξέχαστους, «συμπλοκές» εκδοτών-συγγραφέων που κάναν την Μάρθα Βούρτση πορνοστάρ και τον Νίκο Ξανθόπουλο χεβυμεταλλά, την κυρία Μαντά το Νόμπελ να καταδέχεται και τον Χωμενίδη ν' απορρίπτει το Λένιν βραβείο.)

Την δεκαετία τού '90 όλη, στην Αθήνα την έζησα. Και ήμουν καθημερινά όλη μέρα έξω, στην κίνηση: το πρωί γράψιμο, μεσημέρι ένα γρήγορο εσπρεσσάκι, μετά δοκιμές μοτοσυκλεττών, το απόγευμα γυμναστήριο – σπίτι μου τώρα και κομπλέ φυσικά – και το βράδυ γλέντια τρελλά όπου ήταν. Τον είδα-δεν τον είδα ως φάτσα περαστική τον Χρήστο καναδυό φορές, και μόνον εδώ θα το πω: σταμάτησα και τις δύο φορές τότε για πάρτη του την μοτοσυκλέττα μου, την μία μάλιστα τόσο απότομα και κοντά του, που εκείνος φοβήθηκε. Καθώς ουδείς κράνος φορούσε εκείνην την εποχή – τον είδα και με κατάλαβε, τον κοιτούσα και με κοιτούσε και ναι, ναι, ναι... πάλι τα ματάκια του πέσαν αυτομάτως στα μπράτσα μου, κάτι έσπασε απότομα ξανά μέσα του και πόνεσα εγώ πάλι. Του χαμογέλασα προσπαθώντας την ματιά του να σηκώσω από εκεί, αυτός ενστικτώδικα τ' αντιλήφθηκε και προσποιήθηκε τον άσχετο τον άγνωστο τον αδιάφορο που «καρφώθηκε», κι εγώ από μέσα μου είπα: «Ρε Χρηστάκη ρε, τόσο ντιβούλα μωρέ; Τόσο πρόβλημα, ακόμα;» Είχα σταματήσει την μηχανή, εκείνος την πλάτη μού γύρισε επιδεικτικά-αδικαιολόγητα-συμπλεγματικά, μα δεν κουνήθηκα ρούπι. Μιλούσε κι αγόρευε ως συνήθως στον «κύκλο» του με την βραχνή του φωνή κι εγώ μετρούσα τα λιγνά πλευράκια τής πλάτης του, τους γερμένους του ώμους το μεγάλο κεφάλι, μόλις είχα εκτυπώσει τα εξέχοντα δόντια του που τον ασχήμαιναν τόσο. Στενοχωρήθηκα.


Γιατί ένιωσα ότι η παρουσία μου τον βάραινε, να με ξεφορτωθεί ήθελε και δεν έπρεπε αυτό που μας χώριζε, να τού το έκανα περισσότερο βάρος. (Εγώ μωρέ τού το έκανα; Ναι εσύ Ντάνη, θέλεις-δεν-θέλεις.) Ήξερε πολύ καλά και στο καντίνι ποιός ήμουνα, ήξερε τα γραψίματά μου εντελώς, ασχέτως αν δεν είπε ποτέ σε κανέναν κουβέντα καμμιά, (άλλο ελληνικό πεοπτωτικό και ασθενοσπερμικό προτέρημα τούτο). Είχα αγοράσει και διαβάσει το τελευταίο βιβλίο του και το βρήκα σαν όλα τής δικής μου «γενιάς»: ρηχό και παραφουσκωμένο, αυτοαναφορικό κι επαναληπτικό, κουλτουριάρικο και συντεχνιακό. Γιατί αυτό που «πουλούσε» η προκομμένη η κλίκα ήταν ένα αμπλάδικου και αυθάδικου συμφέροντος τίποτα, ένα ιδεολογικό απάτητο, ένα λαμέ-κουλτουρέ δάνειο που εμένα με κούραζε και με απωθούσε. Γιατί μέσα σ' εκείνο το μητρικό-μεταπολιτευτικό ΠΑΝΕΥΚΟΛΟ Τίποτα είχε λαξευτεί-ανδρωθεί-καρφωθεί η ομιχλώδης ατάκα, η κοπτοραπτού εσωμυξιά, η πολιτικάντικη κοπρολαγνεία. (Άσε δε σεξάκι εποποιίας ψεύτικο και αλκοολίκι απεχθές μα αληθινότατο.) Εκεί, όπου και όταν έσταζε ο οποιοσδήποτε τσίφλης την περισσότερο ασύλληπτη και υψιπετή παπαριά, λατρευόταν ως ο νέος Μεσσίας: αν ήταν κοντός και δύσμορφος, ήταν ο Έλληνας Σαρτρ (λέγε με π.χ. Βέλτσο). Αν ήταν λιγνός κι αδελφός, ήταν ο Έλληνας Μπάρροουζ (λέγε με π.χ. Θεοδωρακόπουλο). Αν ήταν κοντός και χοντρός, ήταν ο Έλληνας Γουίλλιαμς (λέγε με π.χ. Ιωάννου). Κι αν ήταν ψηλός και χοντρός, ήταν ο Έλληνας Ντεριντά (λέγε με π.χ. Ραφαηλίδη). Ομολογώ το καλούπι το γκρέκικο είχε αρχίσει να ξεχειλώνει και να τραβάει, να με αφυδατώνει και να με χαλάει, να αρκείται αυτό στον αντιγραφής αυνανισμό την στιγμή που εγώ πύρκαυλος ήθελα να κάνω έρωτα με δέκα παρθένες και είκοσι milfs – if you catch my drift – και ας διαφωνούσαν σεμνά τα ταοϊστικά διαβάσματά μου τότε.

Αρκετά όμως. Ο ελληνικός μπερντές, ολόϊδιος είναι κι επιμένει να στέκεται ακόμη και σήμερα: αρκεί μια ματιά στο Κρατικό βραβείο τού Νόλλα για το «Ταξίδι στην Ελλάδα» πρόπερσυ και θα παυθεί πάσα ελπίς, θ' αναπαυθεί οποιαδήποτε σωτηρία. Αυτό που κουλτουριάρικα στήθηκε στην μεταπολιτευτική '70ίλα, έντεχνα ανδρώθηκε στην ευωχική ΠΑΣΟΚιά των '80ies, το παρέλαβε ο '90ies-man Πέτρος Κωστόπουλος και στο χρήμα το τσαλαβούτηξε τις πορνευμένες τύψεις τους να σωπάσει, για να έλθει μετά το Μillennium να το τελικιάσει ο μικρούλης Καραμανλής και να το βάλει στον τάφο σήμερα ο «κυψελιώτης» Τσιπράκος. (Πιο σύντομη κι ουσιώδη πολιτική ανασκόπηση, χρόνια είχα να καμαρώσω.) Η πλειοψηφία των συνομιλήκων μου – που στην ανίκανη, εμμονική κι αποτυχημένη κυβερνησούλα «μας» βρίσκονται τώρα – είναι απολύτως υπεύθυνη και μοναδική για τα χάλια τούτης τής χώρας. Γιατί; Διότι αέρα κοπανιστό ένα-γύρω πουλούσε και πούλησε και μ' αυτόν έπιασε τους λοιπούς Έλληνες, τους «αγανακτισμένους» κι «αθώους», τους «δεν καταλάβαμε» και «δεν ξέραμε», τους «ίδιοι είναι κι αυτοί» και «δεν τους ξαναψηφίζουμε τούτους». (Και δώσ' τους τα δάνεια και τα αυθαίρετα, οι διορισμοί και τα πόστα, τα απασφαλισμένα Χρηματιστήρια και τα παραγραμμένα Δικαστήρια.) Τόση μανούρα για τόση κουλτούρα κι ορίστε τ' αποτελέσματα: Η γυναικεία βιβλιοπαραγωγή δεν γαμεί λογοτεχνικά κι όμως δέρνει ταμειακά, οι ανυποχώρητοι ταγοί των Ελληνικών Γραμμάτων εκδοτικοί οίκοι τον Χρήστο επανεκδίδουνε για να καλύψουνε τα προσχήματα και να μπαζώσουν τις τρύπες που αφήνουν οι εξαψήφιες προκαταβολές στις θειτσέ οδαλίσκες τού ανοργασμικού καναπέ και εισπρακτικού μπερντέ. (Κι αλλάζω αμέσως πλατώ-δίσκο.)

Όλη αυτή η «και-καλά άλλη» μυθώδης χαϊβανιά που και ο Χρήστος ντηλάρισε, όλη εκείνη η τριακονταετής δηθενιά που και ο Βακαλόπουλος στήριξε, έφερε στο σημερινό αδιέξοδό της την χώρα. Γιατί όποιος ξεχώρισε τότε – που με τίποτα δεν ξεχώριζες, αν δεν ήσουν «του σιναφιού ή του κόμματος» απολύτως – τώρα είναι συνυπεύθυνος και «δεν δικαιούται δια να ομιλεί». Κι αν υπήρχε μνήμη κι ευαισθησία στον τόπο αυτόν, αν επιβαλλόταν επιτέλους η κάθαρση και απευθύνονταν οι πρέπουσες και σταράτες οι ερωτήσεις – όλες ετούτες οι θρεμμένες κι αξύριστες καρδερίνες που το δάκτυλο σήμερα μάς κουνούν, θα 'χαν θαφτεί όχι μόνο στης Ιστορίας το χρονοντούλαπο μέσα, μα στα υπόγεια τού Κορυδαλλού. («Πριτς καλέ» ο Έλληνας λέει, το Γουδί για αυτόν είναι η περιοχή που όλο επικαλείται κραχτά-ξεκαρφωτικά, πολιτικά-επαναστατικά, εξεγερτικά-εθνοσωστικά μα μόνον σαν ψάχνει γκαρσονιέρα να σπιτώσει την γκομενίτσα του, δυαράκι να στεγάσει τον φοιτητή γιό του.)

Κι αν ακόμα περπατούν κάτι μειράκια που ψελλίζουν με δέος τού Χρήστου το όνομα, το κάνουν αυτό αβρόχοις ποσί, στο τζάμπα και στο ξεκούδουνο, χωρίς τίποτα να γνωρίζουνε και δίχως τίποτα να θέλουνε να γνωρίσουν. Γιατί σήμερα ό,τι ακούς γύρω σου θέλεις να πεις και εσύ, το ίδιο αυτό κι απαράλλαχτο μα με τον δικό σου τον τρόπο – όπως ακριβώς έκανε και ο Χρήστος. Που πριν σαράντα χρόνια κατάλαβε ότι το best οf both worlds είναι να είσαι ΜΕΣΑ στο Σύστημα κι από κει ασφαλώς να το παίζεις αμφισβήτηση και αναθεώρηση, ρυθμιστής και ξερόλας, και διαφωνών και διαφορετικός, και επαναστάτης και κομματικός, και ηγέτης και οπαδός. Γιατί επιτέλους πρέπει κάποια στιγμή τα αυτοθαυμαζόμενα και θεότυφλα Ελληνόπουλα να κάτσουνε «ήρεμα, ήσυχα κι απλά» (που είπε ο Ρίτσος) και να μηρυκάσουν τούς εθνικούς μύθους τους, μπας και γυρίσουν σελίδα. Δεν λέω να κατεβάσουν την σέπια μα σεσηπώσα εικόνα τής κάθε Ιμπαρούρι τής Πολιτικής, του εκάστου Κύρκου τής Τέχνης, μα να δουν – ΑΝ θελήσουν να δουν – την αληθινή διάσταση και μέγεθος, βάρος κι αξία, διαμέτρημα και σημασία των πρότυπων και ινδαλμάτων τους, των πηγών και τροφών τους, των ειδώλων και των ταγών τους και αναλόγως να προχωρήσουνε. (Αν επιθυμούν κατ' αρχάς και κατ' αρχήν να προχωρήσουν πουθενά και ποτέ, τούτοι.) Αλλά.

Η μάζα, κάτι τέτοιο, ποτέ δεν τολμά. Η ισοβίως επωάζουσα προσωπικά συμφέροντα και εσαεί τοκίζουσα ταξικά νταραβέρια ελληνική μάζα – "By its divine mission and sheer force of numbers", που θα 'λεγε σήμερα κι ο μαρξιστής-μη-χέ' Ανδρουλάκης – με τους μύθους της θα πεθάνει, με τα δικά της playmobil θα ταχθεί, την γκλίτσα τού ΘΟΥΡΙΟΥ ταχέως εγκατέλειψε προκειμένου το πινάκιο τού Χρηματιστήριου για να πιάσει. Τον Άκη τον Τσοχατζό' έχει πάντα στο αίμα της κι όσο κι αν βδελύσσεται την παρουσία του, τα πανάκριβα κρόσσια τής Σταμάτη τής έχουν κάτσει στο μάτι. Αμέτρητοι «επώνυμοι» τής Πολιτικής και της Τέχνης, του Θεάματος και του Πνεύματος, της Διανόησης και της Επικοινωνίας παρέλασαν τούτα τα τελευταία τριάκοντα χρόνια απ' τον μπερντέ τού Ρωμέϊκου, μα κανείς και ουδείς είπε κάτι τούς πελάτες του να κουνήσει. Να ξυπνήσει. Να δυσαρεστήσει. Να κακοχαρακτηρίσει και να σιχτιρίσει, να υποδειγματίσει και να στιγματίσει, ν' αποκαθηλώσει και να πετάξει δια μίας απλής και μόνης κραυγής στην χωματερή την συμφωνία και συνδιαλλαγή, την διαπλοκή και την σήψη, όλα τούτα τα στυγνά ψέμματα και τα στεγνά πρόσωπα που καμώθηκαν προπετώς τις Μορφές, τότε. (Καθότι οι μύθοι τής ελληνικής μάζας είναι η εθνική παραμύθα της και δεν την έχουν βγάλει την ηρωίνη «παραμύθα» στο τζάμπα.)

Ο Χρήστος ήταν ό,τι ήταν και μπράβο του. Υπερεκτιμημένος (άξιος ο κόπος του), λαοπρόβλητος (αν και "Beware of those crying for you" που λέει η Mαντόνα), «ογκόλιθος πνεύματος και φάρος τέχνης» (που μοιρολογούν πληκτρολόγια ξανά-μουσάτα και πάντοτε-κομψευάμενα στα νέα γραφεία-ιερατεία). Ο Χρήστος Βακαλόπουλος ΓΙΑ ΜΕΝΑ ήταν ένα βασανισμένο τυραννισμένο παιδί μα τόσο κουραστικά εγωιστικό, ένα μοναξιασμένο κι εγωπαθές παλικάρι που αποφάσισε πως είχε προς τον εαυτό του την υποχρέωση να σπάσει τα αρχίδια των άλλων, προκειμένου ν' αποκτήσει δικά του. Ή να κρύψει πως δεν πίστευε στα όποια δικά του ποτέ κι έπρεπε απαραιτήτως να τα φουσκώσει, (δικές μου πάλι οι λέξεις ετούτες.) Κι επειδή το «χόντρυνα» καταπώς θα πεταχτούν μερικοί, επανέρχομαι κι επαναγεμίζω: ο Χρήστος από νωρίς αντιλήφθηκε και έξυπνα-πονηρά-κουλτουριάρικα σιγουρεύτηκε τί πιάνει κι από πού πιάνεται τού Ρωμιού το μυαλουδάκι, και πήγε επάνω του κι έκατσε. Όπως κάποιοι άλλοι την ίδια στιγμή είχαν σακουλευτεί και απλά-σταράτα-πεζά ασχολήθηκαν τί πιάνει κι από πού πιάνεται τής Ρωμιάς το κωλαράκι, και πήγαν και μέσα του μπήκανε. (Και γι' αυτούς που αδυνατούν να διαβάσουν τα αμέσως προηγούμενα between the lines ακριβώς, μετάφραση δεν υπάρχει.) Κι όλα αυτά προπαντός δίχως ο Χρήστος ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΤΙΠΟΤΑ ν' ακουμπά να κουνά μα συνεχώς να διδάσκει, προπαντός δίχως ο Βακαλόπουλος να ασχολείται μαζί τους ΧΕΙΡΩΝΑΚΤΙΚΑ μα κυρίως ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ να μιλά, προπαντός όμως ο Χρήστος Βακαλόπουλος στον κόσμο ΤΟΥΣ-ΚΥΡΙΩΣ-ΚΑΙ ΤΟΥΤΟΣ να ζει, αναλώνοντας έτσι την ισχνή και σύντομη ζωούλα του δινόμενος – και γι' αυτό στεγνά και στυγνά εξαρτώμενος – απόλυτα απ' τους άλλους.

«Τόσο καλός, για τόσους πολλούς» είναι αδύνατον Χρήστο μου να μπορέσεις, παρατήρησε λοιπόν τουλάχιστον τώρα, ποιοί σε λιβανίζουνε σήμερα. (Είναι τα παιδάκια εκείνων-ακριβώς που σου «έκατσαν» τότε γοητευμένοι και δεν σ' το συγχωρήσαν ποτέ, ούτε σού το έχουνε συγχωρήσει και τώρα – ασχέτως τί λέν' στον περίγυρο, σε κανένα μνημόσυνο σπεύδουν να ξαναστήσουν το μικρό «Ήμουν κι Εγώ εκεί» τους.) Τότε που την προσωπική σου πορεία επιλεκτικά και τον μύθο σου προσεκτικά κατασκεύαζες, δεν κοιτούσες εσύ πέρα απ' όπου ακουγότανε η κουβέντα σου, καθώς εφάρμοζες το κλασικά ελληνικό «πας μη θαυμαστής εμού, βάρβαρος». Στέγνωνες από τότε σκληρά Χρήστο μου, τα στοίβαξες και τα χώρεσες, τα πέρασες και τα έβγαλες όλα απ' το κεφαλάκι σου και δεν έμεινε μυς, δράμι, λιπάκι για τα δύσμοιρα τα κόκκαλά σου να σε στηρίξουν, να σε δυναμώσουν και να σε στήσουνε. Ο καρκίνος των πνευμόνων που σ' αποτελείωσε ερμηνεύεται απ' την Ψυχοσωματική ως πρόβλημα καθαυτό στην Επικοινωνία – ποιός; Ο Χρήστος ο Βακαλόπουλος παρακαλώ, αυτός που δεν άφηνε τίποτα να πέσει χάμω αναπάντητο, τίποτα πουθενά ακυβέρνητο, τίποτα και ποτέ ατσεκάριστο, τίποτα κι ουδαμώς μη δικό του. Ο μοναχογιός έγινε μονοφαγάς, ο μονοφαγάς εγωϊστής, ο εγωϊστής κεφαλαιοπιάστης, ο κεφαλιού-σφίχτης ξεχωριστός, ο ξεχωριστός θαυμαζόμενος και ο θαυμαζόμενος – απ' τους άλλους, πάντα απ' τους άλλους που δεν τούς πρόσεξες Χρήστο μου, επειδή τόσο πολύ σε προσέχαν εκείνοι – έχει ΕΚΕΙΝΟΣ και ΑΠΟΛΥΤΩΣ το πρόβλημα ΠΑΝΤΑ. (Που βαριούνται οι ΑΛΛΟΙ ν' ασχοληθούν και τον βάζουν ΕΚΕΙΝΟΝ ν' ασχοληθεί, να τούς το μασήσει-να τούς το κάνει νιανιά-να τούς το ταΐσει και τότε θα τον ανταμείψουνε με τίτλους, χειροκροτήματα και φανφάρες.)

Από αφόρητη, αυτοαποκλειστική μοναξιά – if you ask me – πέθανες Χρήστο μου, and you won't ever dare to ask me. Γιατί την ευκαιρία σου τηνε πέταξες όταν την μία φορά που συναντηθήκαμε, είχες ήδη αποφασίσει εσύ την πορεία σου και «χοντρό» μεροκάματο έβγαζες τότε πανταχόθεν υμνούμενος – this mummy's sickly boy forever. Δεν λέω, έδωσες, δόθηκες μα ο «μισθός» σου που κοντόφθαλμα έβγαλες τον «μέσα» Χρήστο αγνόησε, τον «κάτω» Βακαλόπουλο βούλιαξε, όσο τον «πάνω» Χρήστο Βακαλόπουλο έστεψε. Οι γνωστοί σου και φίλοι σου, οι θαυμαστές και λάτρεις τού έργου σου πήραν αυτό που τούς έδωσες, κατανάλωσαν εκείνο που εσύ τούς προσέφερες, μα σε όλο αυτό δεν υπήρχε ούτε ισορροπία, ούτε αγάπη. (Says who ρε? Says I, ναι!) Και κάτωθι το συνδέω.

Βλέπω ακόμα στην Κυψέλη ελάχιστους απ' τους συμμαθητές μας και ενίοτε «φίλους» μας Χρήστο και σε διαβεβαιώ – «με τιμή και ευθύνη» που είπε ο Δημήτρης Χατζής – πως είναι όλοι τους ναυάγια των παλαιών εαυτών τους. Οι μόνοι, ακόμη πιο λίγοι, που σώθηκαν; Αυτοί που κρεμαστήκαν από γυναίκα! Εκείνοι οι «μπάκουροι» που τις μάνες τους πιστά γηροκομούν ζώντας με τις συντάξεις τους και κουβαλώντας την λαϊκή – «σήμερα έχει όσπρια» προστάζουνε οι γριές και το Σάββατο απόγευμα τούς βάζουν το εικοσάευρο στο κιτρινισμένο χέρι για τα ποτά τους. Και είναι και κάποιοι άλλοι «στεφανωμένοι» που όλη μέρα αράζουν στον καφενέ, για να πλησιάσουν στο σπίτι ΜΟΝΟ το βράδυ τούς επιτρέπεται – αλλά άσ' τα αυτά Χρήστο μου, αυτά είναι κουλέρ-λοκάλ-κυψελιώ' κι εσύ, παρ' όλο το καταστόλιστο παριζιάνικο παρελθόν σου, ήθελες κι ήσουν και σε προορίζανε για άλλα μεγαλύτερα κι υψηλότερα πράγματα πάντοτε.

Μόνο που δεν πρόλαβες. Δεν σου δώσαν ΑΠ' ΑΡΧΗΣ την ΑΤΟΜΙΚΗ δυνατότητα να μεστώσεις να ανδρωθείς, να παίξεις κι εσύ σαν εμάς, να ιδρώσεις κι εσύ σαν εμάς, να τριφτείς στην ΑΛΗΘΙΝΗ ζωή κι απ' την ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ζωή να γδαρθείς λιγουλάκι. Κι έτσι εσύ το σωματάκι σου παραμέλησες και το κεφαλάκι σου φούσκωσες μέσα στην μοναξιά σου την προστατευμένη και θωπευτική, οικογενειακά θαυμαστική και οικεία εγκωμιαστική, θηλυκού θερμοκήπιου-μεν μα αρσενικού θερισμού-δε. Εύθραυστος και συνάμα τρανός, θρασύς και συνάμα δειλός, πολυλογάς και όταν «δε σ' έπαιρνε» σιωπηλός – ΑΥΤΟ είναι το μίγμα που η Ελλάδα απαιτεί για να σε κάνει φίρμα εσέ, να σε κάνει μνημείο για όποτε ΑΥΤΗ θα σε χρειαστεί και πάνω σου θα κρύψει τις τσαπατσουλιές, θα σκουπίσει τις κουτσουλιές τις δικές της. Γιατί ξέρεις Χρήστο μου τί μάθημα κατάφερα εγώ κι αποκόμισα, που με το σώμα μου περισσότερο ασχολήθηκα, απ' ό,τι και με το πνεύμα; Ξέρεις τί γνώση απέκτησα αφότου και αφού εγκατέλειψα το «επώνυμο και τρανό» Υπουργείο Εξωτερικών, για να επανέλθω στην ανώνυμη μα ζωντανή Κεντρική Αγορά Αθηνών; Ότι όσο σε χειροκροτά η όποια – χρονικά και χωρικά [sic] – Ελλαδίτσα, τόσο τον αθέατο λάκκο σού σκάβει αυτή. Όσο οι Έλληνες υμνούνε εσέ, τόσο στα μικρούλια αρχιδάκια τους σε εγγράφουν. Γι' αυτό το αγαπημένο κι εθνικό ζώο στην Ελλάδα μας Χρήστο μου είναι το πρόβατο: γιατί στον Έλληνα απόλυτα κι ακριβώς μοιάζει. Ο οποίος τον τσομπάνο φαντασιώνεται, τον λύκο καμώνεται, τον πολυφίλητο μάνατζερ γωνιακού μαντρίου μοστράρεται και κάθε Πάσχα και Αύγουστο επιβεβαιώνεται στο μικρούλι χωριό του. (Είτε είναι η Αθήνα αυτό, είτε είναι το Λασποχώρι.) Αλλά "when the real American shit hits the cheap Chinese fan" λέω εγώ Χρήστο μου, ο Έλληνας σού είναι τόσο πιστός όσο ο Ιούδας, τόσο συμπολεμιστής όσο ο Εφιάλτης, τόσο ψηφοφόρος σου όσο κι ο τελευταίος γλείφτης διορισμένος. Γιατί ξέρει-κατέχει, νομίζει πως βλέπει και παντού διαλαλεί το πώς και εσύ φτιάχτηκες, αφού ΑΥΤΟΣ «σ' έφτιαξε» εσένα, ΑΥΤΟΣ κάτω σου στάθηκε ν' ανέβεις εσύ να πατήσεις να διακριθείς, να διδάξεις να δημιουργήσεις, τα πρόβατα να οδηγήσεις προς βοσκήν σε λειμώνες Ιδεών και Ελευθερίας, Πνεύματος και Δημιουργίας σαν τα 'βγαζες. Και τα πρόβατα Χρήστο μου μπορεί ισοβίως και αιωνίως με το κούτελο κάτω να περπατούν, μα τα πρόβατα εξ ίσου ισοβίως και αιωνίως ΕΣΕΝΑ ταΐζουν – χάριν ετούτων υφίστασαι και υπάρχεις εσύ. (Είτε γιατί τούτα κάθε τόσο ψηφίζουνε, είτε γιατί κάθε τόσο ετούτα τα σφάζουν, όσο κι αν εκείνα βελάζουνε – κι ας εξέλαβες εσύ τούτο τον θρηνητικό κουρνιαχτό ως χειροκρότημα επιδοκιμαστικό.)


Γι' αυτό χάθηκες Χρήστο. Γιατί επέλεξες ΑΥΤΟΥΣ να σ' αφήσουν να τούς κάνεις τον έξυπνο, προκειμένου να πεις ΚΑΙ ΕΣΥ τα δικά σου. Γιατί διάλεξες να μην δεις το προσωπικό άγνωστό σου, παρά το γνωστό το δικό τους. Ενώ αν είχες βάλει λίγο μελάκι στο ξίδι σου, θα 'χες κάνα κιλό στο κορμάκι σου παραπάνω – ναι μωρέ, θα 'σουν λιγάκι πιο άγνωστος μα θα ζούσες ακόμα. Δεν σε φάγαν αυτοί Χρήστο, ούτε εσύ τον εαυτούλη σου έφαγες – σ' έφαγε το ίδιο το Σύστημα που μέσα του στήθηκες, απέναντι απ' το Σύστημα που τάχα μου πάλευες, απλώς για ν' ανεβάσεις τις μετοχές σου και να πλασσαριστείς καλύτερα ΜΕΣΑ σ' αυτό. I'm not rough on you Χρήστο μου, μα την αλήθεια αυτή σ' την χρωστάω. Γιατί κανέναν δεν άφηνες τότε να ακουμπήσει τ' αυτάκια σου – ρώτα τις γυναίκες σου, ξέρουν – να σταματήσεις, ν' ακούσεις κυρίως και μετά να δεχτείς. Δυό ματάκια γουρλωμένα ήσουν πίσω απ' τα μεγάλα γυαλιά και δυό ζυγωματικά τσιτωμένα κοφτερά πεταγμένα. Ένα στοματάκι ήσουν ολόκληρος, μια σειρά δοντάκια απειλητικά και μία γλώσσα ακατάσχετη και τεχνίτρα. Και ρουφούσες όλο τον αέρα από τα πνευμόνια σου και όλη την ενέργεια από τα τσιράκια σου, και βεβαίως ουδείς άντεξε τέτοια σταυροφορία – ούτε τα πρώτα, ούτε τα δεύτερα. Το τίμημα ενός-κάποιου-απ' τους-τόσους-αστέρες τής Μεταπολίτευσης στάθηκε ο πρόωρος θάνατος ή η τελευταία ξεφτίλα και συμφωνώ Χρήστο μου, ο θάνατός σου ήτανε ένα θεσπέσιο δώρο. Ο άφατος πόνος που πριν τον θάνατο έρχεται – καταπώς λέει ο Ρούντιγκερ Ντάλκε – δεν είναι εχθρός μα ο ύστατος οδηγός, φανοστάτης αργός μα πιστός ημιονηγός να σού δείχνει τί ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ όφειλες ΕΣΥ ο ίδιος να δεις και όχι ΣΥΣΤΗΜΙΚΑ οι ΑΛΛΟΙ σού αναθέσαν να κάνεις.

So long now, pal of mine. Η σημαία σου θα είναι υψωμένη πάντα απ' τους προσωπικούς σου πιστούς και μην κάνεις το συγγνωστό λάθος να νομίζεις πως για πάρτη σου κόβονται τούτοι. Τις δικές τους αναμνήσεις και χρόνια τους προστατεύουν και λιβανίζουνε, τα δικά τους τα νειάτα περιφρουρούν και επ' ουδενί και ποτέ πρόκειται αυτά να τα υποστείλουν. Γιατί πιο δικός σου ήμουν εγώ – και μερικοί άλλοι που «δεν σου κάναμε, δεν σου κάτσαμε», όπως εσύ ήθελες και σε είχαν αυτοί συνηθίσει – παρά οι στρατιές των όψιμων οπαδών και παλιών θαυμαστών σου. But I'll grant you one thing, hombre μου: φεύγοντας – τόσο βασανισμένος – νωρίς, τον μύθο σου συνέθεσες όπως γίνεται πάντοτε με τα μικρομέγαλα ινδάλματα τής Ελλάδας. Γιατί το 'χουν αυτό τα ντόπια αστεράκια: "the voted-as-great die young" και αφήνουν εμάς με μοιρολογίστρες και κοπτοραπτούδες να τσακωνόμαστε, τον καιρό μας να χάνουμε – όπως εγώ και εδώ τώρα – προκειμένου την ΑΛΛΗ και ΔΙΚΗ μας αλήθεια να πούμε, ένα διαφορετικό τροπάρι μνήμης κι αγάπης να πλέξουμε, μιαν αλλιώτικη ιστορία για έναν «αδικημένο» απ' τον Χρήστο μα «παινεμένο» απ' τον Βακαλόπουλο, «στημένο» Χρήστο Βακαλόπουλο να έχουμε γράψει.

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2016

Διαβάστηκε 1260 φορές Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016 12:11