Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

"Παρεάδα", πρώτη. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


Χαχα, εγώ έγραψα για την «γκαραζάδα» κάποτε (την 01.04.17). Ναι, έφαγα κι εγώ πιροσκί, ήπια κι εγώ μπύρρες, ύμνησα φίλους που στην πρώτη «γλιστερή» και στημένη στροφούλα στουκάρανε στις μπαρριέρες τού «εγώ» τους και τηνε κάνανε. Ναι, εγώ χαίρομαι φίλους που μετά από πολλές κι αλλεπάλληλες κουτές-μαλακισμένες-ελληνικές «στροφούλες» των αλλωνών μείναν στον δρόμο(1), μείναν μαζί μου(2), μείναμε τούτοι μαζί(3) έως εδώ, (και άγνωστο-φυσικά για το πόσο). Έτσι λοιπόν στο προχτές, μια αιφνίδια δική μου «κλήση ανδρών ένδον» και βρεθήκαμε ο Αντώνης, ο Σταύρος, ο Αντώνης, στου Άγγελου. Στην Νίκαια (ναι, τραβά κανείς κάνα ζόρι;), μόνον εμείς (ναι, τραβά κανείς κάνα σφίξιμο;), για πάρτη μας απολύτως (ναι, τραβά κανείς κάνα ντέρτι σιχτίρικο;) πλέον.


Εγώ – και φέρω απόλυτα την ευθύνη – ανέλαβα να σκάψω, να φρεσκάρω λιγάκι «τάφους» πρόσφατους και καινούς, ν' ανοίξω «λάκκους» σαπισμένους κακοφορμισμένους, λούκια που μέσα τους έχουνε πέσει κάποια ατομάκια τυφλά και χαντάκια που τσαλαβουτάνε «προσώπατα» λιανά και τρανά – πάντα τής αγνής, αμολύντου κι εσαεί ξεσκιζομένης ελληνικής μοτοσυκλεττούλας. (Σιγά μη και πιο πολλά πω, κάτσω κι ασχοληθώ.) Τότε γιατί γράφω ετούτα;


Για το χαμόγελο τού Σταυρή



Κοιτάξτε εσείς τον γκρίζων-κροτάφων αιώνιο-έφηβο τούτον, κι αν δεν αλλάξετε σπλήνα-συκώτι απ' την μεταδοτική την χαρά, εμένα να μου κατάσχετε το Kawasaki. Παρατηρήστε αυτόν τον άνδρα-πατέρα-σύζυγο και ιδιοκτήτη μοτοσυκλεττών, πολίτη Έλληνα-φορολογούμενο Έλληνα-ψηφίζοντα Έλληνα πόσο πηγαίος και πρόσχαρος είναι ΠΑΝΤΟΤΕ, κι αν δεν χαμογελάσετε εσείς, να πάτε για πλαστική μούρης. Νιώστε κι εναρμονιστείτε εσείς με το μεγαλόφωνα-πάντοτε, χαριεντιζόμενο μα ποτέ ακκιζόμενο, τρυφερό καλαμπουριτζή και παιδί-τεφαρίκι αυτό, κι αν δεν τον κάνετε δια-βίου δικόνε σας άνθρωπο, ΣΥΡΙΖΑ να πάτε να ψηφίσετε – ξανά – τώρα.


Για το σκαστό γέλιο τού Αντώνη Σμοκό


Τούτος εδώ, διαφορετικός είναι. (Όποιος έχει δει την δική του φωτογραφία όπου ποζάρει έως «νονός», δεν την ξεχνάει ποτέ του.) Πληθωρικός και γεμάτος ζωή, με τρία παιδιά, μηχανάκια πολλά και την δουλειά του «βαριά», ο Αντώνης λέει πολλά... μέχρι να φτάσει στην τελευταία ατάκα. Κι εκεί σκάει φορτωμένη και σούμπιτη όόόλη η ναξιώτικη αρχοντιά, η νησιώτικη τσαχπινιά, η χαλανδραίϊκη δόση τού χιούμορ που κάνει τον Αντώνη να βροντά εκκωφαντικά, μ' ένα γέλιο τεκτονικό, εξαϋλωτικό και συνάμα ανακούφισης δόση. (Those who know the man, cherish the kid inside him.)


Για το μειδίαμα τού Άγγελου


Αν τον Άγγελο αγαπώ, είναι γιατί τα «σβήνει» και όλα τ' απορροφά. (Δίχως καμμία του λέξη.) Ό,τι κι αν ακούσει αυτός, ό,τι κι αν του κάνουνε ή του πουν – αυτός μειδιά σταθερά. Θα σε συντρέξει αυτός όποτε, θα σου σταθεί ανιδιοτελώς κι ουσιαστικά κι αφού εσύ ως γνήσιος ελληνάκος μαλάκας θα «του τηνε κάτσεις» για τα καλά, εκείνος – ΚΑΙ τούτο θα καταπιεί, ΚΑΙ σ' εκείνο δεν θ' αντιδράσει. (Φοβού βρε τρόμπα-μισέλληνα το κανάτι που αδιάφορα-τσαπατσούλικα-προσβλητικά κακοποιείς εσύ μέχρι την περιώνυμη «βρύση». Γιατί όταν σπάσει αυτό, ΔΕΝ θα σπάσει απλά μα θ' ανατιναχτεί, θα σου κάνει χαλκομανία τα μαλακισμένα σου τα μυαλά, ταπετσαρία στην Μέκκα.)



Για το άηχο γέλιο τού Αντώνη Διαμαντό


Επειδή, ως χαρακτήρας εγώ, ήμουν και είμαι ακόμα κομμάτι-flamboyant, φωνακλάς κι εντυπωσιακός, χειρονομών κι αποφασιστικός, απόλυτος κι εμμονικός, εκφραστικός και καταιγιστικός... εκτιμώ αφάνταστα και θαυμάζω τούς σιωπηλούς και συγκρατημένους ανθρώπους. Στην «παρεάδα» μας εκείνη την νικαιώτικα-απογευματινή, ο Αντώνης ο Διαμαντό πάντα κάτι χαμηλών ήχων και τόνων θα πει, πάντα θ' απαντήσει απλά εάν απλά ερωτηθεί, ποτέ δεν θα ακούσεις από το στόμα του παρόλα βαριά, χωστή ή μπηχτή, ειρωνεία σφαγείου κι απειλή σκοπευτήριου. (I very much envy and like that, και το γράφω αγγλικά για να μην καρφωθώ και τελείως.)


Και για πάρτη σου, μεσιέ Ντανάκο μας;



Χαχαχα! Βλεφαριάστε εσείς το δικό μου συγκρατημένο χαμόγελο το βαθύ – στην ομαδική μας, οπαδική μας, ώπα-δική μας φωτογραφία – και εάν τ' ανθιστείτε, θα καταλάβετε. Είναι σπάνιο, σήμερα-στην χώρα μας-πια, καλά να περάσεις. (Και μάλιστα αντρικά-ξαφνικά-αγχολυτικά.) Εάν ΔΕΝ είσαι μαγκάκι-πιασμάν, που να βάλει τον ντουνιά στον κουβά κόβεται αποσκοπεί και γροικά, τότε την έχεις... πεώσει κανονικά. Εάν ΔΕΝ είσαι φλωράκος, που να μονταριστεί κοινωνικά-επαγγελματικά-γκομενικά πεθυμά, τότε ΕΠΙΣΗΣ την έχεις ΞΑΝΑπεώσει κανονικά. Κι εάν ΔΕΝ είσαι πουροσαλιάρης κολλημένος τής γύρας και της παπάρας, της ματσαραγκιάς τής πουστιάς, τής κατινιάς τής γλυψιάς, της ξεφτίλας τής λεζάντας και της ζητιανιάς, τότε την έχεις πεώσει ΕΝΤΕΛΩΣ κι ΙΣΟΒΙΩΣ. (Ρε άστε στο διάλο!)

{webgallery}-{/webgalelry}


Μέχρι κι η σαύρα – που στο τιμόνι τού ΖRX μου έχω ζιπάρει – την ουρίτσα της κούναγε στην Εθνική, καθώς επιστρέφαμε στην σπηλιά μας. Από σκέτη ανόθευτη και γνησία χαρά, (τα ζώα ΠΑΝΤΟΤΕ ως αθώα μικρά, νιώθουνε την αλήθεια). Τρεις ωρίτσες σκόρπιες κι αμέριμνες οι φίλοι εμείς, κάνοντας ένα "review" χαβαλεδιάρικο των «συμβάντων» τής Ελληνικής Μοτοσυκλεττίτσας (τρομάρα της) και των «προσώπων» τής Ελληνικής Μοτοσυκλεττάρας (τρομάρα τους), και αλλάξαμε έέένα συκώτι... σχολιάζοντας κι αποδομώντας των εκείνων τούς κοντόψωλους τούς εγωισμούς, τους πύρκαυλους τούς κοκκορόφτερους τούς αφορισμούς, τις ξεφτιλισμένες τις δύστυχες τράκες! («Έλα παππού μου, να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά σου» γελάω εγώ, μια και τα τελευταία σαράντα – 40 – χρόνια στο ίδιο λασποκοτέτσι από ΜΕΣΑ κι από ΕΞΩ περνώ. Και σιγά μην κάτσω κι ασχοληθώ, άλλο απ' το να γελώ τώρα.)


Δεν θα πω τίποτε άλλο. Έγραψα και «ανέβασα» το κείμενο τούτο «εις μνήμην» εκείνης τής αποφράδας-ρημάδας τής παλιάς και γλυκιάς «γκαραζάδας» για να δείξω ΑΚΟΜΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ότι η Ζωή βρε κουτοί, δεν κρέμεται απ' τα μηχανάκια σας/μας, απ' τις τσέπες σας/μας, απ' τα πέη σας/μας κι απ' τους αμετροεπείς τούς εγωισμούς σας/μας. Η Ζωή – and I mean THIS Life, with a capital el – είναι απολύτως κι ακώλυτα αποκλειστικά ΣΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ, που απουσιάζετε ΚΑΙ εσείς ΚΑΙ εμείς, (and THIS is "true" Zen για εκείνους που ξερογλύφονται και πλασσάρονται ως πατριάρχες, δασκάλοι και σύμβουλοι). Όπως ΑΚΡΙΒΩΣ σε ετούτες τις απλές-καθημερινές φωτογραφιούλες που ευωδιάζουνε χαρά ξενοιασιά, αντριλίκι κι αγάπη, ιστοριούλες κουτές κι αφηγήσεις χαβαλεδιάρικες, μπύρρες που δεν ήπιαμε και φτυάρια που δεν σκονίσαμε, ευτυχή "παρεάδα" που στήσαμε και δύστυχους τρόμπες-παρτάκηδες που παρατήσαμε... προκειμένου την ΚΟΙΝΗ ΜΑΣ Ζωή να χαρούμε εμείς και ΟΥΧΙ την λιμασμένη-λιμάρικη την "δική" μας.


Άγγελε, Αντώνη, Σταυρή και Αντώνη να είστε καλά, σας ευχαριστώ. Δεν ζητώ τίποτε άλλο από την κυρία Ζωή, («Είμαι πλέον ευτυχισμένος παιδί μου» καταπώς απάντησα σε αφρισμένον λιμενικό, που απειλούσε να με συλλάβει). Τρεις ωρούλες απλές-αντρικές-μοτοσυκλεττιστικές εκεί ανάμεσα τσιγάρα και πιροσκί, με βυζούδες να μας προσπερνούν, ταρίφες να μας κορνάρουνε και παιδάκια να μας κοιτάζουν – εγώ έζησα και απόλαυσα ΟΛΟΚΛΗΡΗ μια Ζωή ΜΕΣΑ σε ΜΙΑ φωτογραφημένη ΣΤΙΓΜΗ, και μου αρκεί ΑΠΟΛΥΤΩΣ ετούτο. (Γιατί η «δόση» αυτή, ίσα που φτάνει μέχρι την επομένη φορά, μιας και είναι ΑΠΟΛΥΤΑ δυνατή, επειδή από καρδιάς είναι.)


 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2017

Διαβάστηκε 888 φορές Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017 12:30