Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Οι εθισμοί μου. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


Γεννήθηκα το 1955. Μεγάλωσα την δεκαετία του '60, ενηλικιώθηκα την δεκαετία του '70, ανδρώθηκα την δεκαετία του '80, φούντωσα την δεκαετία το '90, μέστωσα την δεκαετία του '00 κι έχω ωριμάσει την δεκαετία του '10.

Γιατί τα λέω αυτά; Γιατί άνοιξα τα μάτια μου μέσα στην δεκαετία των hippies και της flower-power, έχασα τον μπούσουλα την δεκαετία της χούντας και της Μεταπολίτευσης, όρμησα στην δεκαετία των after-αναζητήσεων και των post-ανακαλύψεων, γλέντησα την δεκαετία της ευμάρειας και ασυδοσίας, έκανα σκαλοπάτι ανάποδο την δεκαετία του «όλοι εμείς οι λίγοι σάς τα φάγαμε» και κάνω comeback την δεκαετία της κρίσης.

Γιατί τα λέω αυτά; Γιατί πέρασα από δεκαετίες αθωότητας και τρέλας, χημικών όνειρων και στυγνού ρεαλισμού, πολιτικού κομπογιαννιτισμού και κοινωνικού ωχαδερφισμού, καπιταλιστικής υπερβολής και μικροαστικής τρομοκρατίας. Διήλθα μέσα από υπέρογκα χρήματα και τεράστια πείνα, από καύλα γιγάντια και απύθμενο τέλμα, βουνά σωριασμένων ελπίδων και ποτάμια παγωμένου αλκοόλ, νύχτες κραιπάλης παραναλωματικής και διονυσιακά ξημερώματα επινεφριδίων – άσ' τα να πάνε καλύτερα, άσ' τα. Και τα εγκατέλειψα να φύγουνε όλα αυτά, ελάχιστα ζευγάρια μόνο κρατώντας: την μοτοσυκλέτα και την άσκηση, το γράψιμο και τον διαλογισμό, την ηδονή και την κατάθλιψη, την λιτότητα και τα λούσα, τον θάνατο της Κυψέλης μου και την αυγή της Αμοργού μου. (Επειδή όμως ουκ έσται τέλος των δυάδων μου αυτών, θα πιάσω και θα μείνω στην πρώτη. Και θ' αρχίσω – για να τελειώνω και γρήγορα – με την δεύτερη, για να επανέλθω στην πρώτη.) Η άσκηση η γυμναστική η εκπαίδευση, η σωματική καταπόνηση η σαρκική εναρμόνιση η υλική αναζωογόνηση δεν πρόκειται ποτέ τους από μένα να φύγουν, γιατί άλλωστε; Το 'χω πάρει απόφαση πως μέχρι να κοκκαλώσει η σπονδυλική στήλη μου, μέχρι να καγκελώσουν τα χέρια μου και να μην με βαστούν πια τα πόδια μου – εγώ θα γυμνάζομαι, τελεία και παύλα.


Αυτό όμως που – το ομολογώ – έχω προσπαθήσει πολύ να βγάλω από μέσα μου, είναι η Μοτοσυκλέτα. Έχει μαγκώσει τούτη και παρακρατεί αστείρευτα gigabytes απ' τον δίσκο μου, να σας δώσω ένα παράδειγμα για ν' αντιληφθείτε το κόλλημά μου: Μόλις είχα εγκατασταθεί στο νησί, είχα κουβαλήσει εκεί ό,τι action-πράγμα διέθετα, ήτοι ένα τέως-αγωνιστικό Escort ως αυτοκίνητο, ένα στρατιωτικό φουσκωτό ως σκάφος, δύο σερφ (ένα για regatta και ένα για wave), καθώς και το σπανιότατο Bultaco 350 Sherpa μου ως μοτοσυκλέτα. (Μαζί βεβαίως με μία βιβλιοθήκη βιβλία μου, τα τρία σπαθιά μου, τον πάγκο κοιλιακών και καμμιά εκατοσταριά πρόχειρα κιλά βάρη, καθώς και τα σύνολο τού καταδυτικού μου εξοπλισμού βεβαίως-βεβαίως.) Κι απ' τις πρώτες φορές που περπάτησα στο άγονο, ημιορεινό, περιπετειώδες και μαγευτικό τούτο νησί, αντιλήφθηκα ότι εδώ είναι ο παράδεισος του εκδρομικού, φυσιολατρικού, γυμναστικού trial. Μονοπάτια μαλακά και δυσπρόσιτα, στράτες στρωμένες αφιλόξενη πέτρα δίπλα στο σπίτι μου, καλντερίμια ειδυλλιακά μα συνάμα και άγρια, διαδρομές που σε βγάζαν σε στάνες ή σ' εκκλησάκια, σε προϊστορικούς οικισμούς ή σε εγκαταλειμμένα μετόχια. Καθώς λοιπόν περπατούσα και ανακάλυπτα το νησί, άλλοτε φλεβαριάτικα μέσα στο ξεροβόρι και άλλοτε αυγουστιάτικα μέσα στο λιοπύρι, δεν άκουγα τον ήχο των βημάτων μου ούτε τον παφλασμό των κυμάτων, δεν γροικούσα το πέταγμα των πουλιών ούτε τον ψίθυρο των πουρναριών, αλλά μεταφερόμουν αυτοστιγμεί και φανταζόμουν ότι καβαλούσα μια trial μοτοσυκλέτα, την οδηγούσα αργά μέσα στην Φύση στους αναβατήρες μου όρθιος, κοιτώντας πέρα ψηλά στην πλαγιά και στρίβοντας το τιμόνι κοφτά για ν' αποφύγω χαντάκια και βράχους.

Η πρώτη είσοδός μου στην Φύση και το μεγαλείο της έγινε με μοτοσυκλέτα για μένα – και έτσι για πάντα σφραγίστηκε, (ακόμη και η τρικύλινδρη 750άρα εξωλέμβια Yamaha μου μού θυμίζει το 750άρι δίχρονο flat-track μοτεράκι του Κένυ Ρόμπερτς). Είναι αδύνατον λοιπόν στην Φύση να βρεθώ κι εγώ ο ιερόσυλος και μοτόδουλος να μην φανταστώ τον ήχο και την ύπαρξη ενός κινητήρα και δύο τροχών, ενός πλαισίου κι ενός τιμονιού μίας μοτοσυκλέτας. Τούτος είναι ο δικός μου αθεράπευτος εθισμός και ειδικός μοτοψυχοθεραπευτής ντόκτορ δεν φαίνεται να υπάρχει. (Και δεν μ' ενδιαφέρει άλλωστε.) Απλά, δεν μπορώ να βγάλω την μοτοσυκλέτα από μέσα μου, όσο κι αν έχω εγώ προσπαθήσει. Πώς μου είπε ο Απόστολος Γκλέτσος πριν δεκαπέντε χρόνια ένα απόγευμα; «Ντάνη μου, τις θέλω όλες», (εννοώντας τις γυναίκες φυσικά). Έτσι κι εγώ, (όχι τις γυναίκες ευτυχώς). Τις μοτοσυκλέτες επιθυμώ και μάλιστα όλες τους κι εξηγούμαι αμέσως: θέλω ένα παλιό ισπανικό trial, ένα δίχρονο αερόψυκτο μεγαλοκυβισμένο γερμανικό motocross, όσο κι ένα απόλυτο σύγχρονο τετράχρονο super-sport κοφτερό εργαλείο. Θέλω πάντα ένα Suzuki RG 500 με Harris ή Spondon σκελετό, Ohlins αναρτήσεις μπρος-πίσω, ζαντούλες Marchesini με μαλακά slick ελαστικά και φυσικά τέσσερις χειροποίητες μακρόστενες υστερικές Arrow. Θέλω ένα BSA Thunderbolt με το πρησμένο ντεπόζιτο, το κερατοειδές του τιμόνι και το μονό του καρμπυρατέρ. Θέλω μια αρχοντική ΒΜW K 1100 LT, όσο κι ένα Harley-Davidson Cross Bones (γιατί τώρα τελευταία έχω αρχίσει να ιδρώνω στις μασχάλες, οι γνώστες θα καταλάβουνε). Θέλω ένα Kawasaki 1200 ZRX λαχανί-φυσικά, όσο κι ένα Ducati 1098 R να τ' ακούω να δουλεύει ασυγχρόνιστα και να μου πελεκάει τους καρπούς στα γκαζερά στροφιλίκια. Θέλω μία BMW R 100 GS Paris-Dakar φτιαγμένη απ' τους Γερμανούς ΗΡΝ μάλιστα (σε χωματεροεκδρομική έκδοση), όσο θέλω κι ένα ΚΤΜ 530 με 17λιτρο ντεπόζιτο για ατελείωτες δασικές σούζες. Θέλω ένα BSA M 20, καθώς και μια Goldwing για να πίνω πάνω της τον καφέ μου. Θέλω ένα Gas-Gas 290 τετράχρονο, θέλω ένα Husqvarna δίχρονο αερόψυκτο WR 500, όσο κι ένα Husaberg 570 supermotard. Θέλω ένα Yamaha V-Max ως βραδυνό εξόδου ένδυμα όσο κι ένα MV Agusta Brutale ως το απογευματινό μου απεριτίφ, ένα Fireblade C-ΑBS ως πρωινό ρόφημα κι ένα συλλεκτικό Buell για να το κοιτάζω και μόνο.

Τις θέλω όλες αυτές και θέλω ακόμη περισσότερες μέσα στα χέρια μου, στο γκαράζ στο σαλόνι μου, στο κρεβάτι μου δίπλα – ένα Ducati 450 Scrambler ως σεξουαλικό βοήθημα, εσείς τι λέτε; – και στο χωλ μια Kreidler Florett φυσικά κόκκινη, ο κατάλογος δεν τελειώνει όσο η δίψα της ανθρώπινης ψυχής να στομώσει δεν λέει. Και τις θέλω για πάντα για πάντοτε, τις θέλω όσο ζήσω εγώ και για όσο εγώ δεν πρόκειται να επιζήσω, τις θέλω στα όνειρα και τις θέλω στα ψέματα, τις θέλω αλήθεια και σας το ομολογώ, πίσω δεν κάνω.

Έχω προσπαθήσει να το ξεπεράσω αυτό και δεν τα κατάφερα, γι' αυτό επανήλθα να πάρω πιο βίαια την δόση μου. Όταν κατέβηκα στο νησί, πούλησα την μοτοσυκλέτα μου και τα χρήματα τα έκανα βάρκα. Και για πέντε ολόκληρα χρόνια δίκυκλο δεν διέθετα, δεν είχα μοτοσυκλέτα δική μου. Μα τόσο άντεξα, γρήγορα ξανανέβηκε το αίμα κανονικά στο κεφάλι μου κι επέστρεψε το τιμόνι στα χέρια μου, χωρίς τ' οξυγόνο του οι πνεύμονές μου είχαν στομώσει κι ας ανέπνεα κατάφατσα στο Ικάριο, κι ας τρομπάριζα μέσα μου αξεδίψαστα κυβικά μυρωμένου κι αλατισμένου βοριά του Αιγαίου. Ό,τι κι αν έκανα (τίποτα δεν έκανα), ξαναέχω μοτοσυκλέτα και για πάντα θα έχω. Το διάλειμμα αποτοξίνωσης κράτησε μόνο ένα πεντάχρονο – όσο τα οικονομικά πλάνα του τέως κομμουνισμού – και επέστρεψα αληθέστερος, ισχυρότερος και πιο κολλημένος. Τούτος είναι λοιπόν – εκ νέου τ' ομολογώ – ο εθισμός ο δικός μου ο ανίατος, αυτός που γεννήθηκε μέσα μου κι όσο κι αν εγώ απ' αυτόν προσπαθώ να αναχωρήσω, εκείνος με γειώνει και (με) επιστρέφει πάντοτε, με φέρνει στα υγιή δίτροχα και μοτοσυκλετιστικά σύγκαλά μου.

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2013

Διαβάστηκε 2322 φορές Παρασκευή, 03 Ιανουαρίου 2014 04:19