Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Κυψέλη, Tenere και ξανθιά, δεν πάνε μαζί. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


 

 

 

Σπάνια βλέπω στον ύπνο μου όνειρα. Σπανιότερα βλέπω στον αμέσως-επόμενο ξύπνιο μου, τα όνειρα που μόλις πριν-λίγο είδα. Κι ακόμη σπανιότερα θα κάτσω να τα σημειώσω αυτά, γιατί: 1ον/ λόγω φαντασίας αφηνιασμένης και συγγραφικού επαγγέλματος καταγράφω μόνον εκείνα που για λογοτεχνία προορίζονται και 2ον/ τα περισσότερα όνειρα δεν χρειάζονται καταγραφή, μα περισυλλογή. Και διαλογισμό. (Νά κάτι που ο Φρόϋντ δεν γνώριζε και φοβήθηκε επιπλέον να μάθει.)


Τύποι ονείρων υπάρχουν πολλοί. Όνειρο για την πλειοψηφία των συνελλήνων είναι το ΛΟΤΤΟ, όνειρο για μια μειοψηφία Ελλήνων είναι η Lambo' Countach, παγκόσμιο όνειρο είναι να σαλτάρει αιφνιδίως και νυκτοβίως η Μόνικα Μπελούσι γυμνή στο κρεββάτι σου κι εσύ αλαφιασμένος να πηδήξεις απ' το μπαλκόνι και όνειρο άπιαστο είναι να θες να πεθάνεις, απλά. (Περίεργο δεν είναι, να μην έχει κανείς ονειρευτεί τον ίδιο του θάνατο; Τον οποίο φυσικά εμείς εδώ στην ΣΥΡΙΖΑΝΕΛand τον αντιμετωπίζουμε καθημερινά ερχόμενοι σ' επαφή τακτικά με αρκτικόλεξα τύπου ΔΟΥ και ΕΝΦΙΑ, ΔΕΗ και ΦΜΑΠ, ΟΑΕΕ και ΕΤΕ – να μην συνεχίσω γιατί σέρνονται καρδιακά.)


Είναι μεσημεριανό αυγουστιάτικο λοιπόν και βρίσκομαι – πού αλλού; – στην Κυψέλη. Έχω γυρίσει στο σπίτι μου μετά από μια αποτυχημένη δουλειά, μια δουλειά στην οποία πολλά επένδυσα κι ένα αφεντικό τροφαντό ως παγώνι, σπαγγοραμμένο ως Σάϋλωκ και εγωιστής σαν Μουσολίνι την είχε απορρίψει αβλεπί! Παρκάρω κάτω απ' το σπίτι μου το Ténéré και λέω ν' ανεβώ ν' αλλάξω ρούχα δουλειάς και να πάω για μπάνιο, μπας και φρεσκαριστώ, τονωθώ, αλεγράρω. (Αφού το χρώμα τού χρήματος δεν αντίκρυσα, αποφάσισα να χαθώ μέσα στο διάφανο τής θάλασσας χρώμα.) Πρώτο λάθος: δεν κλείδωσα την μοτοσυκλέττα. Λάθος δεύτερο: χτύπησε το τηλέφωνο. Και τρίτο λάθος: ο συνδυασμός των δυό προηγούμενων, μαζί κι αυτομάτως. Είμαι μισοντυμένος λοιπόν κι επειδή δεν διαθέτω ασύρματο τηλέφωνο, ήμουν καθηλωμένος-μισόγυμνος στο γραφείο μου, να μιλώ με την ξανθιά «τού καλοκαιρού» στην άλλη άκρη τού τηλεφώνου – και ειδοποιώ, ακολουθεί ένα ακόμη απ' τα σεξιστικά μου όσο κι απαράδεκτα σχόλια.


Όποιος δεν έζησε ελληνίδα ως γκόμενα, δεν πρέπει να αναχωρήσει απ' τον κόσμο ετούτο. (Οι υπόλοιποι κάτοικοι τού πλανήτη μας, ας το βάλουν στα "must" τής επόμενης μετενσάρκωσής τους.) Όποιος δεν έζησε ξανθιά ως ελληνίδα γκόμενα, δεν πρέπει να προσγειωθεί στον πλανήτη ετούτο. (Οι μελλοντικοί επισκέπτες μας, ας το βάλουνε στα "prerequisites" τής αποστολής τους.) Κι όποιος δεν έχει ζήσει ξανθιά και ψηλή, ζουμερή και νεφραποστραγγιστική, πολυλογού και σεξουαλική, κυκλοθυμική και παραναλωματική ελληνίδα γκόμενα, δεν θα του πω εγώ τί να κάνει. («Ψηλός είναι, μουστάκι έχει», τα υπόλοιπα απ' τον Ζήκο είναι γνωστά.) Διότι στην άλλη άκρη τού σταθερού μου τηλέφωνου – δεν υπήρχανε κινητά τότε, κι έτσι γλυτώναμε από μπελάδες μας πάμπολλους – ήταν η Νίνα ναι, η Νίνα πληκτρολογώ, μια Νίνα ακριβολογώ ουχί ως Μανίνα μα ως Ντρούνα στο πιο ξανθό, ως Κόρτο Μαλτέζε στο εντελώς θηλυκό, ως Τζέσσικα Ράμπιτ στο απολύτως κυριαρχικό και ως Γερούν Ντάϊσελμπλούμ στο κάργα-πορνό του!



Εγώ βιαζόμουν κάτω να κατεβώ κι εκείνη μόλις ξεκινούσε την... Ιλιάδα της. (Κι άμα ή Νίνα την Ιλιάδα ξεκίναγε, δεν σταματούσε στην Οδύσσεια, άσε δε στην Ιθάκη. Γιατί όχι μόνο τα Ιόνια διέθεταν και άλλα νησιά, όχι μόνο ήξερε απ' έξω κι ανακατωτά την Αργοναυτική Εκστρατεία και την Κύρου Ανάβαση, μα άμα δεν πασπάλιζε τον προσωπικό λόγο της με σπάταλη επιπλέον Μαχαμπαράτα, το ασταμάτητο μυαλουδάκι της δεν έλεγε να κρασάρει. Ουδέν κακόν αμιγές καλού: η Νίνα δεν ασχολιόταν με λεπτομέρειες, όπως ν' ακούσει επ' ελάχιστον τον «συνομιλητή» της. Άνοιγε το σπηλαιώδες και γλυκύτατο στόμα της, εμφάνιζε δυο πέρλες-σειρές τού Van Cleef κατάλευκες και πέταγε έξω εκείνον τον κατακόκκινο και σαγρέ όφι που χρησιμοποιούσε ως γλώσσα κι ΑΜΕΣΩΣ-ΛΕΜΕ, ο όποιος απέναντί της-εσύ, έλεγες «υπογράφω». (Μωρέ «χύνω» θα έλεγες, εάν δεν οι πολιτικοσωστοί τούτοι καιροί επιμέναν να είναι.) Μιλούσε μονάχη της κι επί ώρα πολύ – όπως έκανε σεξ ΑΠΟΛΥΤΩΣ για πάρτη σου και επί ώρα ΠΟΛΛΗ – κι έτσι εγώ πετάχτηκα μέχρι την βεραντάρα μου, να τσεκάρω το ξεκλείδωτο Ténéré μου, προκειμένου να μην αφήσω το Νινάκι μου μόνο του. (Πώς το λέει ο λαστιχάς φίλος μου; «Για να τονε διώξω, τού έπιασα κουβέντα»!)


ΟΚ.


«Βρε Νινάκι κουκλάκι μου, να περάσω μετά το μπανάκι μου, να μου τα πεις όλα αυτά, παρεάκι μου;» τηνε ρωτώ την υπερθερμασμένη απ' το θέμα της, το οποίο ούτε καν είχα αντιληφθεί ή ασχοληθεί ή συλλάβει! «Όόόχι ρε μωρό», «κάτσε να σου τα πω, τώρα κι εδώ» το Νινάκι, και δώσ' του εγώ άλλη μια «εξόδου» στην βεραντάρα μου να τσεκάρω το ξεκλείδωτο Tενεράκι.


OK ξανά.


Ο ΚΑΘΕ άντρας ΠΑΝΤΟΤΕ στην ζωή του διαθέτει ΔΥΟ (2) επιλογές, στην συγκεκριμένη περίπτωση μία (1): να κατέβει παραχρήμα και αυθωρεί με τα δυό ABUS ανά χείρας, να τα περάσει σβέλτα κι ασίκικα στις ροδούλες τού δίκυκλου και ν' ανέβει τον καφέ του να φτιάξει, προκειμένου το ατελείωτο Νινάκι να απολαύσει. Γιατί λησμόνησα να σας πω ότι το Νινάκι ΕΝΑ (#1#) μειονεκτηματάκι, κουσουράκι, βαρεματάκι διέθετε κι αυτό ήτανε το να ΜΗΝ την διακόψεις σαν σου μιλά, γιού μπάσταρντ! Πουθενά και σε οτιδή. The good news was that η Νίνα – όπως προείπα – στο σεξ ήτανε ασταμάτητη. Φαντασιωτικά φανταστική και ρεαλιστικά εξουθενωτική, διαπλανητικά εφευρετική και πορνικά αποτελεσματική, αντρικά απολαυστική και προστατικά εχθρική – do you catch my drift ή να χρωματίσω με περισσότερο μπορδωροδοκόκκινο το αισχρό ταμπλουδάκι; Και για ΤΟΥΤΟΝ τον ΒΑΣΙΚΟ λόγο εγώ, όχι μόνο τής συγχωρούσα τα άπαντα, αλλά και στα άπατα έπεφτα προκειμένου να μην τηνε χάσω. (Ετούτην και το συγκλονιστικό σεξουαλικό της «εποικοδόμημα» που θα 'γραφε και ο Ηomo sapiens μπάι δε νέημ οβ Νίκος Καρανίκας, εάν τον αφήνανε ήσυχο οι καραμορφωμένοι-διαβαστεροί Έλληνες να πάρει το Νόμπελ. Ειρήνης και Λογοτεχνίας μαζί. Το Βλακείας δεν έχει προκηρυχθεί, γιατί ποιός να το πρωταρπάξει;)


Κι όπως το παθαίνει κάθε άντρας στην ζωή του όταν διαθέτει επιλογές πλείονες της μιας, δεν έκανα τίποτα. Αλλά πεταγόμουνα κάθε λίγο-και-λιγάκι στην βεραντάρα μου, να τσεκάρω την μηχανάρα μου και να ψιθυρίζω πλήρης κατανόησης και συμφωνίας στην Νινάρα μου, που συνέχιζε την διήγησή της εν είδει λεκτικού-γλωσσικού foreplay από εκείνα τα δικά της τα μαραθώνια, είτε τηλεφωνικά είτε σεξουαλικά. Ώσπου σε μίαν ακόμη μου έξοδο στην... ναι, καλά καταλάβατε, στην βεραντάρα μου παρατήρησα ένα τυπάκι να είναι σκυμμένο ευλαβικά και να χαρχαλεύει κάτι στης Τενερούλας μου το τρυφερό λαιμουδάκι! Τρόμος και πανικός με κατέλαβε, «σαν αστραπό-ό-ό-βροντο» επάνω πετάχτηκα και τα μάτια μου ανοιγόκλεισα, μην πιστεύοντας στιγμιαίως τί τούτα εγγράψαν. (Μην είναι όνειρο χτεσινό; Μην είναι όνειρο ζωντανό; Μη του γ@μήσω το ταμτιριρί τού ονείρου και του κλεφτρονιού του μαζί;) Ξανακοιτάζω λοιπόν προσπαθώντας να «δεν είναι αυτό που νομίζεις Τάσο μου», μα αυτό που νομίζω ότι βλέπω Τάσο σου είναι αληθέστερον δικαιολογίας πάσης μοιχαλίδος γυμνής και υγρής, ανάσκελα και με τον άραψ να της κουδουνά τα μυαλόφυλλα πέρα-πάντα! (Τί είπε ο φέημους ελευσίνιος Τάσος σε ανάλογη μοιχείας σκηνή; «Ρε κάντε πέρα ρε, που θα μου πείτε εμένα, 'δε βλέπω καλά'! Μ' οχτώ βαθμούς μυωπία, δυόμισυ αστιγματισμό, τρία υπερμετρωπία, καταρράκτη εγχείριση στο δεξί κι αποκόλληση υαλοειδούς στο αριστερό και θα μου πείτε δε βλέπω τη γκαριόλα στο κρεβάτι πάνω, και τον κουμπάρο τσίτσιδο κι όρθιο να κρατά το ντουλαπόφυλλο δαγκωτά από μέσα;!»)


Και όχι, it's NOT OK.


Τούτο το μεσημέρι, τούτου του Αυγούστου των Αθηνών, την ώρα που λειώνανε τα μπετά και η άσφαλτος είχε αφρίσει, βρήκε ώρα ο παστρικοχέρης να ξαφρίσει το μηχανάκι μου. Πετώ Νινακίου ακουστικό και μπουκάλι νερό, αρπάζω απ' την εταζέρα μου το bokken και κουτρουβαλάω δίχως δεύτερη σκέψη τις σκάλες. (Ευτυχώς που δεν άνοιξα το συρτάρι μου με το A1 μέσα. Το M1991 δηλαδή. Το COLT Automatic Pistol, Caliber .45, M1911A1 όπως είναι ο πλήρης, χρήσιμος κι απολύτως αποτελεσματικός τίτλος του.) Μένω στον 4ο όροφο και το ρεκόρ κατάβασης το «κούρεψα» στο έν τέταρτον, ανοίγω την εξώθυρα και ιδού το θέαμα που παρουσιάζω στην γηραλέα και βαρυεστημένη, νυσταλέα και μπαϊλντισμένη Κυψέλη: είς γυμνασμένος νέος ημίγυμνος, ξυπόλητος με ένα σορτσάκι, να κρατά υπό μάλης ένα bokken(!) και να πηγαίνει άλλοτε τοίχο-τοίχο και άλλοτε πίσω απ' τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα στα κρυφά, προκειμένου να σκάσει στο αδίστακτο κλεφτρόνι μπροστά και να του ανοίξει το κρανίο στα δύο. (Μέσα στην αψάδα τής ατομικής μου πολεμικής μηχανής λησμόνησα να σας πω, ότι στο ΙΔΙΟ σημείο ΑΚΡΙΒΩΣ μού είχαν κλέψει δέκα χρόνια πιο πριν το ΠΡΩΤΟ μου ΜΗΧΑΝΑΚΙ – πάλι ένα Γιαμαχάκι – κι έτσι δεν «έπαιζε» ο προσωπικός σινεμάς μου με ίσαμε και με τίποτε να ξαναπαίξει το ίδιο και αυτό έργο. Όπως ούτε κι εγώ να κάτσω να το ξαναδώ θεατής αποσβολωμένος.) Είμαστε σε ζωντανή σύνδεση λοιπόν αγαπητοί απ' την πρώτη γραμμή τής προκεχωρημένης Κυψέλης και....


...ο ελαφροχέρης είναι καραπροσηλωμένος στην εργασία του, εγώ είμαι στοχοπροσηλωμένος στο σβέρκο του και το bokken μου έχει ήδη ανυψωθεί σε θέση και γωνία κατάλληλες, ώστε τούτα τα δυό, να συναντηθούνε μέσα σ' ένα λουτρό θρυμματισμένων οστών, εγκεφαλικών πολτών και αίματος πήχτρα. (Όποιος δεν πιστεύει σε θεία – δεν πειράζει, ας πιστέψει στα θεία. Όποιος δεν πιστεύει ότι η κάθε θεία είναι Η ιδανική δασκάλα στον έρωτα, έχει όόόλον τής ζωής του τον χρόνο να προσπέσει στον συμφοιτητή μου στην Νομική Αθηνών άγιο Πειραιώς, και να προσκυνήσει τα θεία.) Διότι τί άλλο από θεϊκή «χείρα» με επροστάτευσε απ' το να καταφέρω πλήγμα θανατηφόρο, σε έναν αθώο, τόσο δικαίως μα και τόσο ασυλλόγιστα; (Κάπου από πίσω ακούγεται το soundtrack με Σταμάτη Κόκκοτα να άδει «μ' ένα όνειρο τρελό, όνειρό απατηλό...»)


Φίλοι και φίλοι μου – επαναλαμβάνω το γένος αρσενικόν, καθώς ουδεμιά θηλυκιά ούτε καν γάτα αναγιγνώσκει τα εμά κείμενα – δεν θα το πιστέψετε κι ας σας το γράψω εδωπέρα: Το Τενερέ που ο «κλέφτης» μουντάριζε, ΔΕΝ ήτανε το δικό μου. Το Τενερέ που ο αθώος ανήρ κι ιδιοκτήτης του κατσαβίδιαζε, ΗΤΑΝΕ το δικό του. Διότι την ώρα που ΗΔΗ είχα – τυφλωμένος και σεληνιασμένος ταυτόχρονα – αρχίσει να κατεβάζω το από γιαπωνέζικη παλιά και βαρύτατη καρυδιά πεπειραμένο σπαθί μου στο εκτεθειμένο σβερκάκι του, παρατήρησα μέσα σ' εκείνο το θεόσταλτο κλάσμα δευτερολέπτου ότι το δικό μου Τενεράκι διέθετε άσπρο-κόκκινο φτεράκι μπροστά και ουχί το κατάμαυρο-μη μαμίσιο εκειπέρα. Δυό τρισχιλιοστά χρόνου αργότερα – κι ενώ το πολύπειρό μου bokken ακόμη κατέβαινε μοιραίο, αναπόφευκτο και αδιάφορο στο άτριχο ινιακό τού σκυμμένου κι ανύποπτου μηχανόβιου – παρατήρησα ότι το ντεπόζιτο τού λανθασμένα-«δικού μου» Τενερόπουλου ήταν αισχρά βαθουλωμένο στα δεξιά, εξάτμιση διέθετε κομμένη, ξετάπωτη και γαζωμένη σκουριά, η σέλλα δεν ήτανε Giuliari, τα λάστιχα δεν ήταν Pirelli, το τιμόνι «μου» δεν ήταν εισαγωγής, τα λάδια στο κάρτερ «μου» δεν ήταν BelRay, η μπαταρία μου ήταν πάντοτε Made in Japan και ουχί μέηντ ιν Μαοϊστάν και η πινακίδα που το ξένο προς εμέ τούτο Γιαμάχα επέγραφε, δεν ανέγραφε τον δικό μου αριθμό κυκλοφορίας.


Ένα από τ' αξιώματα στην ζωή – το οποίο ο μάλαξ ο Murphy επίτηδες στην απ' έξω το άφησε – είναι ότι, όταν πρόκειται κάτι να πάει ή ήδη πάει στραβά, τότε δεν θα στραβώσει τελείως. Μα θα κοπεί. Σε κομμάτια πολλά. Τα οποία θα εκτιναχθούν στο υπόλοιπο Σύμπαν και εάν θέλω να είμαι επίκαιρος (που θέλω), όποιος έχει παρακολουθήσει στο Youtube drone επίθεση τού ISIS στο Χαλέπι, το ξέρει. Το έχει δει. Και δεν αμφιβάλλει καθόλου πόσο στραβό μπορεί να γίνει ΑΥΤΟ το «στραβά»! Ακολουθήστε με παρακαλώ επ' ολίγον ακόμα: Την φορτισμένη με χολλυγουντιανή δράση και κυψελιώτικη αμπιάνς τούτη σκηνή διέκοψε και κατέστειλε μια ουρανομήκης κραυγή, μα ουχί η δική μου. (Διότι να ενημερώσω εσάς που δεν ασχολείστε με Πολεμικές Τέχνες αλλά με την βλέννα τού Facebook, το αίμα τού Twitter, το σπέρμα τού Instagram ότι όπως είπε κι ο Μπιλ Κόσμπυ πριν του πάρουν την περιουσία για σεξουαλική παρενόχληση, «εάν δεν ξέρεις καράτε, μάθε τουλάχιστον την κραυγή – μ' αυτήν καθαρίζεις».)



Η κραυγή που ηκούσθη λοιπόν μέσα στο κατακεκαυμένο κυψελιώτικο στενό ΔΕΝ ήτανε η δική μου, ΔΕΝ ήταν του αιμόφυρτου και συντετριμμένου «ληστή», ΔΕΝ ήτανε τού Νινάκι απ' το τηλέφωνο τού 4ου, ΔΕΝ ήτανε καν του Θεού (πόσω μάλλον του Μαραντόνα, στον Τελικό τού Παγκόσμιου). Αλλά ήταν από ένα νινάκι – προσοχή στο μικρό γράμμα το αρχικό – μωρό, που στεκότανε πίσω μου «παγωτό» κι ανθίστηκε το «έργο» από πριν και ολόκληρο στο φτερό, και ενέπηξε τας φωνάς μπας και τον φόνο ξορκίσει. Ένα νινάκι αφροδισιακό, ένα κουκλάκι μελαχροινάκι με το μινάκι του το μπουστάκι του, τα τσοκαράκια του και τα χειλάκια του, τα γυαλάκια του και τα μπουτάκια του, την εκτεθειμένη κοιλίτσα του και την εκπάγλου γαμπίτσα του – νά μωρέ γιατί κάνω Πολεμικές Τέχνες! (Πώς λέει ο άλλος; «Νά, γιατί μπόξερ»;!)


«Διάλειμμα, για να πιείτε tam-tam» έλεγε η παλαιά διαφήμιση στον κινηματογράφο. Να βγείτε για το τσιγαράκι σας στον ημιϋπαίθριο, να ατενίσετε και την απέναντι προρρηθείσα θεία που ζαρτιερωμένη-ξεστήθωτη κρεμάει τα «μουσκεμέ' που στάζουνε, τα κρεμασμέ' που ιδρώνουν» και να την πάρετε μάτι.


(Άντε πάλι.) Όπως στην ζωή μου γυμνάστηκα όχι για να κόψω γύναια ή να δρέψω τρόπαια, αλλά για να αυτοεξυπηρετούμαι-κομμάτι στα εργένικα μα αδέσμευτα γηρατειά μου, έτσι και Πολεμικές Τέχνες έκανα ώστε να προλαβαίνω στα μπαρ ν' ανάβω πρώτος τον αναπτήρα μου, κάθε που η πάσα μία λωλή έβαζε στο στόμα τσιγάρο. Οχτώ νταν Τεκβοντό έγινα, ώστε να σακκουλεύομαι πότε τ' αφεντικό θα μου φάει το ΙΚΑ και πότε στα διόδια η κουφάλα θα μου δώσει ρέστα λιγότερα. Και μερικά νταν στο Αϊκίντο απόχτησα, ώστε μόλις ο έφορας στα κατάστημα μπαίνει, μ' ένα tenkan να κρύβω τα τιμολόγια και μ' ένα ukemi να πέφτω αναισθήτως κι ανυπερθέτως στο χάμω. Όπως ακριβώς είπε ο Μιγιαμότο Μουσάσι: «στην μάχη, να κοιτάς γύρω σου και όχι το στόχο» και άφησε εμένα να συμπληρώσω ότι «στο κρεβάτι, να κοιτάς την πόρτα απ' όπου θα μπουκάρει ο σύζυγος, κι όχι με ποιόν μιλάει στο κινητό της το γυναικάκι από κάτω. Στην λαϊκή να 'χεις το νου σου στο πορτοφόλι σου, και όχι στο πόσο τα πήγε τα μπρόκολα ο Σταθάκης. Και την Κυριακή των εκλογών κύριε ισόβιε-τρόμπα Έλληνα, 'αργάαα, είναι πια αργά' προσωπικώς δι' εσέ που τραγούδησε ο Διονυσίου ώστε να ΜΗΝ ψηφίσεις ΑΚΡΙΒΩΣ τον επόμενο που στον λαιμουδάκο σου την θηλειά του θα σου περάσει». (Γκέγκε γενναίοι μου, με το φρη πολιτικό μάθημα Κυψέλιαν ζίου-ζίτσου;)


Ένα παραδίδω σ' εσάς φίλοι μου, πιστοί ως εδώ αναγνώστες: ο «από μηχανής θεός» των αρχαίων ημών προγόνων – που θέλουν να το ξεχάσουνε, ότι απόγονοί τους είμαστε ΕΜΕΙΣείναι ΠΑΝΤΑ γυναίκα. Θηλυκιά. Μ' εκείνα τα σαρκώδη- ζελατινώδη, σιλικονούχα-πρωτεϊνούχα υψωματάκια κατάστηθα, μ' εκείνην την ερεβώδη-τριγωνική βάτο στα σκέλια ανάμεσα κι εκείνην την φλογερή-κοφτερή εγκάρσια διώρυγα κάτωθι μύτης και ύπερθεν σαγονιού. «Γυναίκα» λέγω και κολλάνε οι τραπεζίτες μου, μαγκώνουνε οι κυνόδοντες, τσιμεντώνουνε οι βραχίονες και φρενάρει στον αέρα και στο φτερό το bokken μου, λες και διέθετε το κακόμοιρο τις εξαπίστονες Brembo τού Rossi. Με το «μηηηη» το υστερικό και προστακτικό τής εμφανισθείσης μαμζέλ παγώσαν όχι μόνο τα τσίσα μου, μα σηκώθηκε και περπάτησε ο Σόϊμπλε και είπε «χαλάλι του αγοριού απέναντι» στον ομοκυψελιώτη τον Τσίπρα. Με το «μηηη» το απαγορευτικό και σωτηριολογικό τού κουκλιού, γυρνάει ο αθώος πλην όμως απέχων-δευτερολέπτων τής ευθανασίας όουνερ τού «Ντενεκέ», κι αντικρύζει ένα ακινητοποιημένο ξιφος στον μισό πόντο απ' το «δόξα πατρί» του. (Εγώ καλά είχα σημαδέψει τον σβέρκο του, αυτός γύρισε και βρέθηκε «φάτσα-κάρτα» με τον ξύλινο αγγελιαφόρο θανάτου.)


(Επί προσωπικού τώρα, να τσιχλώνουμε και το σασπένς, να χρεώνουμε την εταιρεία παραγωγής εργατοώρες περισσότερες, να πάω κι εγώ να κατουρήσω που κρατιέμαι τόσες ώρες... απ' την ώρα που άρχισα το μπελαλίδικο κορδόνι αυτό να κεντάω.) «Παρακαλούνται οι φίλοι του Καρανίκα και ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ να εξέλθουν» φωνάζουνε τα μικρόφωνα κι όποιοι τούτο δεν άκουσαν, ευχαρίστως λιανά να το κάνω: Όποιοι διαβάζανε τα περιοδικά που ο μέγας τής Διανοήσεως τούτος φωστήρ πρόσφατα υπεννόησε, και επιθυμούν να αναγιγνώσκουν ΜΟΝΟ τεχνικά άρθρα για Ténéré, ΜΟΝΟ διηγήσεις για φτηνές αναπαλαιώσεις και πωλήσεις πανάκριβες Ténéré, ΜΟΝΟ ιντερνετικές διευθύνσεις για τζαμπέ ανταλλακτικά και ξεφτιλίδικα barn-finds Ténéré, κακώς κάναν και τον Φώτο διαβάζουνε. (Τζάμπα. Και στο Διαδίκτυο μάλιστα. Προβάλλοντας φυσικά ελληνικές αντιρρήσεις και «αστερίσκους» που ο μπαλκονομανής «Αντρέα-ζεις», αυτός-πρώτος έθεσε. Κι εμάς ΤΩΡΑ μάς τις κάνουνε κλύσμα. Γερμανίδες νοσοκόμες με μεταπτυχιακά από το Νταχάου.) Καθότι ΤΟΥΤΟΙ οι συνέλληνες καμώνονται τους σοβαρούς και ψαγμένους-τάχα μου και ψηφίζουν μετά, ως «καλύτερα» και ανάρπαστα, τα τεχνικά άρθρα στα περιοδικά μοτοσυκλέττας τρομάρα τους. Κι άμα ρωτούσες ένα δείγμα τυχαίο στον δρόμο, τις αγγελίες είχαν μόνο διαβάσει. (Πόσω μάλλον εμένα.) Κι ας ψηνότανε τότε το αετώδες-αφεντικό και κοβόσαντε τα γατάκια-στελέχια του ότι «οδηγούν τη μοτοσυκλέτα», ότι ηγούνται αυτού-ποδηγετούν το τουτού, ότι αυτό-εκείνο, ότι ετούτο-το άλλο και ήρθε ένα πρωί και κατρακυλούσαν απαξάπαντες τις σκάλες μεσημεριάτικα απ' τα «μεγαθήρια» τύπου ΔΟΛ που ζηλώσαν να φτιάξουνε και να φτάσουν. Εδώ, στα δικά μου ταπεινά λημέρια συγγραφικά ενυπάρχει αγνός καθαρόαιμος μοτοσυκλεττισμός και ουχί υστεροβουλία ή «ψυχρασία», εδώ διαβάζετε αυτό που διαβάζετε και δεν υπάρχει χώρος έτερος όπισθεν τούτου. Όλα είναι στο φως και μπροστά, υπό την λάμψιν τού χιούμορ και υπό την κόψιν τού σκάλπτορ, (κάνει και ρίμα το άτιμο!) Γιατί όποιος στα «μηχανάκια» εκόλλησε, μετεξεταστέος στα προσωπικά του θέματα έμεινε και δεν ήρθη επ' ολίγον στο ύψος τής ανθρωπίνης υπόστασης, ν' ανέβει σε ένα κασόνι από μπύρες και τον αφαλό του τουλάχιστον ν' ατενίσει. «Το πολύ το μηχανάκι, το βαριέται τ' ανθρωπάκι» ψιχάλιζε ορθώς ο Μεμάς, οι συμφεροντολογικώς εμπλεκόμενοι με το δίκυκλο Έλληνες νομίσαν ότι ΔΕΝ θα είχε τέλος ΠΟΤΕ ο τραπεζικός οργασμός που ζήσαν και χτίσανε, φάγαν χοντρύνανε, ξεράσαν και στεγνοί μείνανε – «άντε τώρα, κουτά μου» που κελαηδούσε και χαϊδολογιόταν η Κάραλη, αυτή η κοντοστούπω μπιμπέκω που βρήκε τον κατά-τα-άλλα πειραιώτη-μάγκα τον Χαριτόπουλο και την ξεφώνισε τούτος μετά θανάτου. (Τώρα που βγήκα για παπά, είπα να στολίσω πεντέξι!) Επιστρέφω στο πλατώ μας λοιπόν κι επανασυνθέτω το δικό μας σετάκι:


Ένα παλικαράκι στα γόνατα έντρομο να έχει αλληθωρίσει κάτω από 'να bokken, ένας ημίγυμνος τρανός τιμωρός να το κρατά αυτό ακίνητο-ψυχρό-οργισμένο, ένα γυναικάκι-κουκλάκι δυό μέτρα πιο όπισθεν να 'χει μπει κανονικά σ' υστερία και όόόλα τα μπαλκόνια Άνω, Νέας και πλατείας Κυψέλης μαζί να έχουν ραγίσει απ' τα πλήθη που τσαμποσταφυλοκρεμασμένα παρακολουθούν την «σφαγή», (γιατί σίγουρα με ΤΕΤΟΙΑ κραυγή, σίγουρα θα έχει χυθεί ΠΟΛΥ αίμα). Τέτοια κινηματογραφική σκηνή ούτε ο Μάϊκλ Μανν (του μνημειώδους ΗΕΑΤ) μπόρεσε να συλλάβει. Τέτοιο δράσης σενάριο ούτε ο επιθεωρητής Κάλλαχαν θα μπορούσε ν' αντέξει στους ώμους του. Τέτοιον θηλυκό ρόλο ούτε η Παξινού-σε-βυζού θα κατόρθωνε να κάνει τα έμπειρα, και γι' αυτό αδιάφορα μάρμαρα τής Επιδαύρου, να τσουλήσουν στο κοίλον. Όποιος στάθηκε μάρτυρας στην επική τούτη δική μου υπερπαραγωγή, το 'χει να το διηγείται στ' ανίψια και τα εγγόνια του όταν, ύστερα από τις ελληνικές εκλογές που ανέδειξαν τον Λαφαζάνη πρωθυπουργό και την Βαλαβάνη Μiss HELLAS, η «τιμία πλην όμως υπερήφανη» Ελλαδίτσα με τα πουκάμισα στα κάγκελα και τις κυλόττες στα δωδεκάποντα κατέληξε στην δραχμούλα. Και ακριβώς ΕΚΕΙ «κατέληξε» (καταπώς υπογράφουν τα ιατροδικαστικά έγγραφα), σ' αυτά ακριβώς που έθεσαν την χώρα εκτός Ε.Ε. και τον υπομονετικό Σόϊμπλε τού χαρίσαν την γερμανική την κιγκαλερία...


(Άντε να το μαζεύουμε όμως, γιατί έχω να ξαρμυρίσω κι έναν αλανιάρη μπακαλιάρο. Κι έχω αφήσει και το Νινάκι επάνω στον 4ο και θα 'χει πυρακτώσει το καλώδιο τηλεφώνου μου, αν δεν έχει πλακώσει η ίδια να δει «γιατί κύριε δεν απαντάς όταν σε ερωτώ, καθώς σου μιλάω εγώ;»)



Φίλοι μου ταγμένοι και ανιδιοτελείς αναγνώστες των παθών και των πεπραγμένων μου, ένα σάς λέγω: εάν έχετε Τénéré, να το κλειδώνετε ΠΑΝΤΑ. Και εάν είστε τυχεροί μέσα στην ατυχία σας και διαθέτετε οίκαδε μία ξανθιά, να την κλειδώνετε ΚΑΙ ΑΥΤΗΝ, οίκαδε ΠΑΝΤΑ. Και εάν έχετε κάνει το βαρύ προσωπικό λάθος και εξασκείστε στις λεγόμενες Πολεμικές Τέχνες και δη στην ιερή και κρυφή τέχνη τού ιαπωνικού σπαθιού, ήλθεν επιτέλους ο αιών κι η στιγμή με το πλέξιμο να πιαστείτε. Καθώς μόλις διαβάσατε τί μπορεί να πάθει ένας αθώος αγνός κι υγιής κυψελιώτης, ξανθοπαθής κι επιπλέον Τénéré ιδιοκτήτης, άμα έχει λησμονήσει μέσα στην στενοχώρια του απ' την απώλεια τής δουλειάς, μέσα απ' την πολυλογία τής Νίνας ξανθιάς και μέσα απ' την αυγουστιάτικη λάβρα μιας Αθήνας παλιάς... ότι το ΔΙΚΟ του το Τénéré το είχε ΗΔΗ κλειδώσει εντός τού γκαράζ, ότι είχε ανέβει μόνο για λίγα λεπτά το μαγιώ να φορέσει κι έκανε το παραλίγο-μοιραίο το σφάλμα του, το αναθεματισμένο τηλέφωνο να σηκώσει. (Για το σφάλμα να έχω ξανθιά κι ελληνίδα γκόμενα, λέξη άλλη δεν γράφω: έκτοτε κυνηγώ μόνο κοκκινομάλλες έστω συνθετικές στο κομοδινί, έστω φρικιά και πανκούδες με τυρκουάζ τρίχα.) Μα όμως αμέσως έβαλα για πώληση το «Τέρέρέ» (μού 'χει μείνει κι ένα τρέμολο έκτοτε), γιατί είπαμε: Πολεμικές Τέχνες κάνουμε, όχι για να διδασκόμαστε απ' τα λάθη μας και όχι για να τα επαναλαμβάνουμε τούτα. Κι όπως ΚΑΘΕ πολεμοτεχνίτης οφείλει να δει, έτσι κι εγώ από ΟΛΟ ετούτο το παρ' ολίγον «κακό», το φταίξιμο στην ξανθιά το 'ριξα, το χρέος στους πιστωτές φόρτωσα, την κρίση στο Δ.Ν.Τ. κάρφωσα – ίσα ρε που θα μου κουνηθεί κανένας εμένα! Και πού 'στε; Μην τα πάρω στην κράνα και κάνω την Κυψέλη κουρούμπελο και την Ευρώπη λαμπόγυαλο, έτσι; Τί θα πει «μα ΕΣΥ βρε ξέχασες ξεκλείδωτο έξω το Τενερέ σου, αφού ΕΣΥ ξέχασες ότι ΕΣΥ το πάρκαρες κλειδωμένο στο γκαράζ σου»; «ΑΥΤΟ που σάς λέω ΕΓΩ» ως αδάμαστο ελληνόπουλο, ΕΓΩ απαντώ.


Όπως του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν σιωνιστών πιστωτών δεν υποφέρει (και φέρνει στα κουμάντα ένα πρησμένο αριστερόπουλο και ένα παχύσαρκο ανεξαρτητόπαιδο να του αποσείσουν τα παχυλά χρέη), έτσι κι εμού το τσερβέλο ουδεμία άλλη ερμηνεία γροικά. Ό,τι λέω ΕΓΩ – πάντα το ακατάβλητο ελληνόπουλο – ισχύει: ΕΓΩ ήμανε στο τηλέφωνο με το ζετεμάκι, ΕΓΩ είχα αφήσει «επ' ολίγον» ξεκλείδωτο, νά-τόσο-δά το μηχανάκι, και δικαίως και εις θέσιν αμύνης τής ιδιοκτησίας μου ευρισκόμενος, ΕΓΩ παρ' ολίγον να διαμελήσω αθώον όσο κι ανύποπτον ιδιοκτήτην δικύκλου και ιππευτήν τού τυχαίως παρατυχόντος κουκλακίου. Τέλος καλό, όλα καλά.


Ηθικόν ζουμί; Με κάτι τα 'χουν ψεκάσει τα «Τέρέρέ» φίλοι, μην αγχώνεστε μα να το κοιτάξετε τούτο. Να ανοιχτείτε επειγόντως οφείλετε στο Διαδίκτυο και να αναζητήσετε σενάρια και σεμινάρια όχι συνωμοσίας, μα απλής, ανόθευτης και δη λαϊκής ενημέρωσης. Απ' αυτά που διάφοροι γνώστες διδάσκαλοι, μύστες και πρωτοσύγκελλοι λένε ότι για όλα τα δεινά μας φταίνε οι Γερμανοί (γι' αυτό ΜΗΝ αγοράζετε Πόρσε), για όλα φταίν' οι Αμερικανοί (γι' αυτό ΜΗΝ πίνετε κόκα-κόλα), για όλα φταίνε οι Εβραίοι (γι' αυτό ΜΗΝ ψηφίζετε trans αοιδή στην Γιουροβυζών), για όλα φταίνε οι Δεξιοί καπιταλιστές (γι' αυτό ΜΗΝ εργάζεστε σε ωράριο), για όλα φταίνε οι Αριστεροί κουμουνιστές (γι' αυτό ΜΗΝ πηδάτε κουβάνια ανήλικα με το εκτάριο). Γενναίοι εσείς ως Έλληνες και υπερήφανοι εσείς ως κάτοχοι, ιδιοκτήτες και κύριοι αυτών των διαβολικών «δικύκλων οχημάτων» που πρώτα την ομώνυμη έρημο καταδιέσχισαν, μείνετε ανυποχώρητοι και απρόσβλητοι, αδιάφοροι κι αμερόληπτοι στα παρακάλια ενός κυψελιώτη παθόντα. (Πώς να σας εξομολογηθώ την αληθινή αιτία που το δικό μου Τέρέρέ πούλησα, στο προηγούμενο άρθρο; Με την ταπεινή όμως όσο και ανδρική παρότρυνση αυτού του εξόχου μα αγνώστου φίλου με το όνομα «Διαμαντής Αντωνόπουλος» εις τον οποίον το μακροσκελές τούτο όσο και διδακτικό πόνημα αφιέρωσα, το «σκότωσα» το καταραμένο το Τέρέρέ και την υγεία μου εύρηκα. «Ξωπεταξάμην» τον δίκυκλο και βάσκανο σατανά που κόντεψε εμέ να με κάνει φονιά, το αγνό παλικαράκι κιμά και την προκλητική κορασίδα του, χήρα.


Κι αν εσείς οι καινούργιοι ιδιοκτήτες και ρέκτες του επιστρέψτε κάνα μεσημέρι βιαστικοί – φορτωμένοι σακατεμένα όνειρα και πεταμένα projects – σπίτι σας, στον Μιχάλη Ζαμπίδη να παραδώσετε τα κλειδιά, αλλά καλού-κακού περάστε ένα πεταλάκι! Και εάν ανεβαίνοντας χτυπήσει το τηλέφωνο μέσα στην έδρα σας, ΜΗΝ το σηκώσετε το τιμημένο προπαντός, ΜΗΝ τ' ακουμπήσετε ούτε καν εξ απλής γατίσιας περιεργείας. Γιατί όσο και εάν ξανθιές στην Αθήνα μας σήμερα δεν πρόκειται ούτε σε φωτοτυπία να βρείτε (αφού όλο το ινδοευρωπαϊκό Κονγκό έχει μεταφερθεί σούμπιτο κι αύτανδρο στην ζεστή και θαλπωρής μας γωνίτσα), όσο και εάν ελάχιστα γνήσια-παλαιά Τénéré πλέον κυκλοφορούν (και τούτα σε Λεσχών-μεθ'-Ηθών βαρετές κι αλληλοσυγχαρίτικες διοργανώσεις), εσείς υπακούστε τον έμπειρο μελετητή των κυψελιώτικων μεσημεριών, τον έντεχνο στιχουργό λέξεων και παθών, τον άγνωστο μα μπεσαλή συγγραφέα αυτόν, (με τον οποίον επιπροσθέτως λατρεύετε δωρεάν να γελάτε). Και να του «τα χώνετε» κιόλας πως δεν τον χωνεύετε, γιατί αυτός ΠΑΝΤΑ την αλήθεια σάς λέγει, αυτός ΠΑΝΤΑ τις «πληγές» του εκθέτοντας, τις δικές σας μ@λ@κίες να προλάβει επιμένει. Ότι Κυψέλη π.χ., και Τέρέρέ π.χ. και ξανθιά π.χ. – δεν κολλάνε.


Μόνο μη μου πείτε πως δεν ειδοποίησα. Γιατί ΚΑΙ ειδοποίησα (εδώ τόσες σελίδες τζαμπέ έγραψα), ΚΑΙ στο δικαστήριο δεν πρόκειται νά 'ρθω. Γιατί έχω κυαλάρει κάτι ξανθές προέδρους στο Τριμελές, που τις βλέπω αραιά-και-πού στην Κυψέλη, (για το αν «τραβιούνται» και με τενερίστα, εγώ απ' το bokken δεν παίρνω τα χέρια μου, με τούτο «παρά-πόδα» τα μεσημέρια κοιμάμαι!) Άντε λοιπόν, ο αποστολικός κι ευαγγελικός ρόλος μου τέλειωσε, το δίκυκλο χρέος μου το 'κανα, πάω ν' αγκαλιάσω μια flaming-red καλλονή σκέτη-φυσική-Χαλυβουργική, να 'μαι σίγουρος πως δεν κινδυνεύω. Αφού βέβαια πρώτα σιγούρεψα πως τού Τέρέρέ μου ο αγοραστής κατοικεί τουλάχιστον στα Πετρωτά Έβρου, αφού μετά χάρισα ό,τι ανταλλακτικά από δαύτο κατείχα και τελικά έκαψα όλα τα χαρτιά και τελωνείου πιστοποιητικά, αποδεικτικά αγοράς και φωτοτυπίες αδείας κυκλοφορίας.)


Και όχι κύριοι, δεν είμαι προληπτικός! Απλώς κυψελιώτης μαθός και παθός είμαι, τέλος.

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2017

Διαβάστηκε 1286 φορές Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017 11:44