Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

"Ημέρα τής μητέρας". (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)

 

Έχει η μητέρα την ημέρα της; Είναι δυνατόν να 'χουν μετατρέψει την μανούλα την λατρευτή σε καταναλωτικό Άγιο Βαλεντίνο, σε καρνάβαλο ευχών και σαλιάρισμα προσευχών; Κι όμως.



ΤΟΥΤΗ η μητέρα όμως τής φωτογραφίας μου δεν διαθέτει την δική της – μητρική – εορτούλα. Γιατί ως μήτρα γιορτάζει μόνον δύο (2) τον χρόνο φορές και είναι ακριβώς ΤΟΤΕ που ΑΥΤΗ το γλεντάει. Η Τάτσι-Μαουάσυ-Μανασή – τ' όνομά της – ήταν η γάτα μου στο νησί, η πρώτη γάτα μου μετά τον Τρομερό Βασιλιά Δίνγκο-Μπίνγκο που ευθανατώθηκε πλήρης ημερών και δεκαπέντε ετών το 1997. Έκανε έξι μήνες να με πλησιάσει αυτή, έκανε άλλους έξι μήνες για να φάει απ' το χέρι μου τούτη κι έκανε πέντε συναπτά χρόνια συντροφιά στην ζωή μου στην Αμοργό. (Έχω γράψει κι αλλού για την «κρυφή» μου τέτοια πληγή.)


Μα αυτό που εδώ θέλω τώρα να γράψω εγώ είναι για τις γέννες της, για τα παθιάρικα κι υστερικά της γαμίσια, για την ερωτική μάχη – υψηλών dan – που αποτελούσε το δικό της το courtship. Γιατί Φλεβάρη και Αύγουστο η Τάτσι-Μαουάσυ-Μανασή – άλλη φορά θα εξηγήσω το όνομά της, ξεχωριστά καθώς της αρμόζει – μεταβαλλόταν από περήφανο κι απόμακρο τετράποδο, σε επαναληπτικά οργαζομένη σειρήνα. Από ακατάδεχτη και τσαμπουκαλού κωλόγατα, σε λειωμένη παρτουζιάρα μαινάδα. Από ξεσκιστική σκέτη γαλή, σε ξεσκίστρα γαμιόλα γατάρα. (Μακάρι σε κάποια άλλη κοινωνία να απολάμβαναν και οι ανθρώπινες γυναίκες επιθέτων τέτοιων σημαντικών και προκλητικών, απεκδυμένων βεβαίως τής προστύχου ετυμολογίας. Να απολάμβαναν δηλαδή τα έργα τα σεξουαλικά, χωρίς την κοινωνική και τόσο καταδικαστική την σφραγίδα.)


Ερχόταν στο σπίτι μου για φαΐ αποκλειστικά, για το βιαστικό χάδι μου που απλώς τής σιγούρευε το επόμενο γεύμα, έριχνε μια βόλτα διερευνητική στο δωμάτιο και ξεπόρτιζε για να επανέλθει πιο γδαρμένη και ξεσκισμένη από κάθε άλλη φορά, πιο καυλωμένη κι αγριεμένη απ' την τελευταία. Μέχρι την επιθυμητή σύλληψη, μέχρι την ευόδωση τής μάχης κι υποταγής, μέχρι το «βαθιά, επαναληπτικά και έως πληρώσεως» που έχει γράψει μοναδικά ο Σπύρος από την Πάτρα.


ΤΟΤΕ μόνο μαζευόταν και μαζί μου θα άραζε καθώς οι ορμόνες της είχαν αναπροσανατολιστεί, τα πάθη της είχαν εξαφανιστεί, η Μητρότης προείχε ως έργο. Έπιανε την θέση της πάνω στα πόδια μου στην καρέκλα που διάβαζα και έλειωνε ξανά, μα διαφορετικά τώρα. Η κοιλιά της φούσκωνε ώσπου μπορούσες να μετρήσεις τα κεφαλάκια τους μέσα της και σαν έφτανε η ώρα, η Τάτσι-Μαουάσυ-Μανασή ήξερε. (Τί;) Μα απ' την πρώτη εγκυμοσύνη της όταν την είδα να γυροφέρνει έπιπλα και ντουλάπες, κρυψώνες σκιερές και καβάτζες απομονωμένες, είχα πλύνει και στεγνώσει μια ψαροκασέλα, της είχα στρώσει μοκέτα παχιά από κάτω και της είχα ρίξει ένα ύφασμα διακριτικό από πάνω – ο ορισμός τού ονειρικού και φυσικού μαιευτήριου, κι αφήστε τις γυναίκες μας να ουρλιάζουνε να σιχτιρίζουνε και να τις ξεσκίζουνε στα «spa γέννας» που είναι τα σημερινά και «πολιτισμένα» ανάλογα μαγαζιά.


Εκεί γεννούσε η Τάτσι-Μαουάσυ-Μανασή μόνη της τα παιδιά της. Άλλαζε θέσεις, στάσεις και γωνιές συνεχώς, συνήθως χαράματα τα νερά της έσπαγαν και νυχιαζόταν το σκότος από φωνές τσιριχτές, από κοψιές γατίσιες εμβρυακές, από ψυχούλες τετράποδες που ερχόνταν στον Κόσμο. Τότε σηκωνόμουν απ' το κρεβάτι και την χάϊδευα ΑΦΟΥ είχε τελειώσει η γυναίκα την γέννα της και είχε συγυριστεί, ΑΦΟΥ είχε παρατάξει τα νεογέννητα-γραμμή στα βυζάκια της και με μάτια ηδυπαθή και μισόκλειστα, εξοντωμένα μα ευχαριστημένα δεχόταν τις επισκέψεις της στον οντά της – του εξής ενός, του μπεμπεκίζοντος υποφαινομένου.


Τον πρώτο μήνα-και-βάλε μόνο για χέσιμο και φαγητό απ' το κασόνι της έβγαινε και σε τούτο επέστρεφε παραχρήμα. Τα έγλειφε συνεχώς, τα καθάριζε και τα μάλαζε επί ώρες, τριβόνταν χανόνταν κοιμόντουσαν τα όχι-σε-γατάκια ακόμα, με τις ώρες τα βυζιά της αδειάζανε και γδέρναν το ένα το άλλο μια θηλή της να σιγουρέψουν. ( Ευτυχώς δεν έκανε ποτέ πάνω από πέντε κι έτσι μια θηλή περίσσευε πάντα για το πλέον αδύναμο, έχει προνοήσει η Φύση τα άπαντα κι όχι σαν τις δικές μας τις στέρφες που πρωτεϊνοπετρέλαιο ταΐζουνε στο μπουκάλι τούς λιβανισμένους διαδόχους και τις προικισμένες πριγκίπισσες, απ' την πρώτη τους ώρα.)


«Μέρα της μάνας» σού λέει ο ένας, "της μάνας σου ο κώλος" τού απαντάει ο άλλος – my ass, ελληνιές. Κι εμένα μανούλα με έκανε, μα και να μην μ' έκανε, κάποια άλλη θα μ' άρπαζε απ' την επουράνια στέρνα τού Σύμπαντος να με κυοφορήσει εκείνη για εννιά μήνες. Το ποιός γεννά ποιόν, ποιός διαλέγει ποιόν και ποίος ανήκει σε ποίον δεν έχει εισέτι καθοριστεί, έτσι κι εγώ αυθαιρετώ και δηλώ ότι μπορεί να ευχαριστώ και να ευλογώ την δική μου την μάνα, αλλά μέχρις εκεί: όλα τα υπόλοιπα αποτελούν τόμους τής προσωπικής μου Ιλιάδας κι Οδύσσειας και ειδοποιώ πως δεν πρόκειται ποτέ να τους γράψω.



Την Μητρότητα έζησα κι αντιλήφθηκα, υπηρέτησα και προσκύνησα, θαύμασα και σ' αυτήν προσευχήθηκα όταν βίωσα τις δέκα γέννες τής Τάτσι-Μαουάσυ-Μανασή μου. Κι έκτοτε – απ' το 2005 έκτοτε – έχουν περάσει πολλά χρόνια στεγνά και ξηρά, χρόνια ένδεκα άνυδρα φλογισμένα δίχως ΔΙΚΑ ΤΗΣ γατιά και προπάντων δίχως την Μήτρα τής Αμοργού, δίχως της Αιγιάλης την γάτα. Εξαφανίστηκε ένα πρωί, όπως ΑΚΡΙΒΩΣ είχε ένα πρωί εμφανιστεί τούτη. Εγώ συνέχισα να μεγαλώνω και να φροντίζω τα παιδιά τα εγγόνια της, τα δισέγγονα και τρισέγγονά της των οποίων αμέτρητος εστάθη ο αριθμός και εκ των οποίων τρία μόνο έφεραν το δικό της χαρακτηριστικό και εκ γενετής σήμα: ένα ελαφρό σκίσιμο-τσάκισμα στην κορυφή τού αριστερού της αυτιού.


Αυτό το ζώο αυτήν την ψυχή, αυτήν την μήτρα αυτήν την πηγή, αυτήν την θεά και αυτήν την γητειά θα την έχω μαζί μου για ΠΑΝΤΑ. Όπου κι αν πάω όπου κι αν βρίσκομαι, όποτε πεθάνω και όταν αναληφθώ – την δική «της» κραυγή κλήσης μου ως εισιτήριο και διαμονητήριο θα έχω εγώ, την δική «της» φωνή αναζήτησης κι επικοινωνίας προσωπικής θα επικαλούμαι εγώ κι απ' αυτό, και γι' αυτό ΜΟΝΟ δεν πρόκειται να χαθώ εγώ ΠΟΤΕ μου.


Ό,τι και να 'ζησα μέχρι τα εξήντα μου και ό,τι κι αν ζήσω από εδώ κι όσο μπρος, ένας είναι ο οβολός ο δικός μου: η δική «μας» φωνή, η δική μου η προσευχή, που η δική της σιωπή είναι. Κι αν αξιωθώ στην σπηλιά μου να μπω και μπροστά στον υγρό τοίχο να κάτσω, με ένα νεύμα και ένα πνεύμα, με μία ανάσα και μία πνοή την δική της σιωπή θέλω να ζήσω. Κι αν σταθώ ικανός και χριστός και το τέλος μ' επισκεφθεί γονατιστό παγωμένο, ας έλθει η ηγερία εικόνα της και η αύρα της για πάντα να με τυλίξουν. (Γιατί η αληθινή Μήτρα δεν σε γεννά μόνο, μα και σε θάβει σωστά, σε εισβάλλει μεν στην Ζωή και απ' αυτήν δε σε εκβάλλει. Βίαια παθιασμένα κι αδιάφορα, μοναδικά ατομικά και αιώνια.)

 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2016

Διαβάστηκε 1052 φορές Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016 15:39