Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Κίναρος. Πικρές αλήθειες και γλυκά ψέμματα, μαγεία αξέχαστη και ξόρκια κρυμμένα . (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


 

Το ότι έζησα επί ένδεκα (11) χρόνια στην Αμοργό, το 'χω γράψει αρκούντως και υμνήσει δεόντως. Το ότι στο νησί τούτο πέρασα τα ωραιότερα χρόνια τής ζωής μου – μαζί με κάποια χρόνια τού Υπουργείου «μου» και κάτι μήνες ανεπανάληπτους συγγραφής μου – έχω πάμπολλες-έως-βαρετές φορές αναφερθεί και θα το προσπεράσω ευτυχώς, εδώ, τώρα.


Γιατί θέλω να μιλήσω για «το» Κίναρος έτσι όπως το είδα και το έζησα εγώ, το γνώρισα και το αγάπησα εγώ, το κρατώ μέσα μου και τίποτά του δεν σβήνω. Και θα ξεκινήσω γράφοντας ότι οι βράχοι τού Αιγαίου έχουν μιαν άλλη κοψιά, ξεχωριστή μυρωδιά, έναν αέρα δικό τους. Τα μικρά τού πελάγους τούτου νησιά και ιδιαίτερα οι βραχονησίδες του στολίζουν και χαρακτηρίζουν την Λαμπρή και Μοναδική τούτη Θάλασσα – και ΟΧΙ «αρχιπέλαγος» βρε αμόρφωτοι, γιατί ως διπλωμάτης παλιός βαρυέμαι να σας εξηγήσω το λανθασμένα εθνικόν, όσο και δυσάρεστα νομικόν τού διεθνούς αυτού καθεστώτος – ξεχωρίζοντάς τα απ' την φραγκοκοπτική Μύκονο και τηλεοπτική Σαντορίνη, απ' την Τήνο τής ελληνικής κλιμακτήριου και την Σύρο τού εκκλησιαστικού νομισματοκοπείου, απ' την Άνδρο των λονδρέζων εφοπλιστών και την Πάρο των Βαρθακούρη-Ραγκούση...


Είναι αλήθεια και θα το ξαναπώ: Αμοργός stands alone here. Κι αφού τα σεπτά, κρύα και «κρεμαστά», «μαύρα» κι ενίοτε εφιαλτικά νερά της τα γύρισα και τα βούτηξα, τα ήπια και τα κατούρησα, τα κολύμπησα και τα ψάρεψα, μέσα τους έρωτα έκανα και μέσα τους κόντεψα να πνιγώ – θα το ξαναπώ: there's NO place like THIS one, όσο ο άνθρωπος δεν βγάζει βράγχια. (Ακόμα. Ξανά.) Και πολλές απ' τις τωρινές νύκτες μου τις περνώ άϋπνος καθώς τα μάτια μου απ' τ' αλάτι διψούν να καούν, τα χείλια μου σκάνε δίχως να γεύονται ύδωρ και η ψυχή μέσ' στο σώμα μου αλλυχτά, όπως δεν μπορεί πάλι να κάνει εδώ, φυσικά, στα μπετά.



Όταν στο νησί έφτασα με το πρώτο και μικρό – 4,20 μέτρων με 40ΗΡ ιπποδύναμη – ολοκαίνουργιο συμβατικό-στρατιωτικό φουσκωτό μου, ΟΛΗ την Αμοργό γύρισα εξερεύνησα, τρύπωσα κι άραξα, κοιμήθηκα ξύπνησα, βούτηξα μισοπνίγηκα, αγάπησα λάλησα... ώσπου μετά δύο λυσσασμένα χρονάκια ένα μεγαλύτερο «απέρτο» RIB πανάλαφρο φουσκωτό αγόρασα, (5,5 μέτρων με 90άρα τρικύλινδρη δίχρονη, να μου τρελλαίνει τα συκώτια απ' τα γκάζια). Ακόμα το θυμάμαι: έκανα μήνες μέχρι να τολμήσω απ' την «κόστα-κόστα, βράχο-βράχο» πορεία μου να ξανοιχτώ με το μικρό «ΠΝΕΥΜΑ» στην Δονούσα στην Κέρο, στην Γραμβούσα στο Αντικέρι, στα Κουφονήσια. Ποτέ μου να το ξεχάσω δεν πρόκειται: όταν αμέσως με την μεγάλη «ΨΥΧΗ» ξανοίχτηκα σε Λιάδι και Άνυδρο, σε Κίναρος Μάκαρες και Μαυριά, σε αξέχαστα Χτένια/Μπούβες/Μελάντιους βράχους. Άλλο να σπινάρεις εκκινώντας με την αγωνιστική σου μοτοσυκλέττα, μούσκεμμα στην αδρεναλίνη και το διχρονόλαδο και άλλο να πλέεις αργά-μαλακά δίπλα σε βράχους θεόρατους, παλεύοντας με το τιμόνι-και-γκάζι να μη σε πετάξει το εφτάρι επάνω τους, την ώρα που το ντεκ είναι τίγκα στ' αφρισμένα αρμυρόνερα, η εξωλέμβια κάνει ηλεκτρικές διακοπές, η γοργόνα που «φόρτωσες» έχει ξεράσει την μήτρα της κι εσύ μετράς κάθε αιώνιο λεπτό φορώντας το σωσσίβιο δαγκωτό, να δεις πού είναι πιο απάγκιο για να βουλιάξεις.


Την διετία 2003-2005 πήγα στο Κίναρος πολλές φορές. Είτε μόνος, είτε με παρεάκι το γυναικάκι, είτε με τον καπετάνιο τού τρεχαντηριού ΧΟΖΟΒΙΩΤΙΣΣΑ Κωνσταντή – που «το 'κοψε» ώστε να φραγκωθεί και πλαστική «μπανιέρα» για τον γιόκα-συνεχιστή του να πάρει, (και ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ αυτός έκανε, για λόγους που και να σας εξηγήσω δεν πρόκειται σεις να με/τον/το καταλάβετε) – είτε ουδέποτε μερικές-φορές να φτάσω κατάφερα, καθώς το Ικάριο εκεί-στο-μπουγάζι δεν αστειεύεται διόλου. (Ας ανοίξω λοιπόν εδώ και μερικά φύλλα Ληξιαρχείου, εκτός από Λιμεναρχείου – θ' αντιληφθείτε γιατί, κατωτέρω.)


Σε πανσιόν τής οικογένειας Βαγγέλη Θηραίου εκείνα τα συναπτά ένδεκα (11) χρόνια εγώ έμεινα, στην Αιγιάλη. Και κοντά-κολλητά-δίπλα στο λιτό μα ευτυχισμένο δωματιάκι μου ζούσε με τον άνδρα της και τον γιό της η Άννα Θηραίου, αδελφή τής κυρίας Ειρήνης Θηραίου – Ρηνιώς ή Ρηνούλας – τού Κίναρος, συζύγου Μικέ Κατσοτούρχη εκ Καλύμνου. Η Άννα αγαπούσε τις γάτες πολύ, εγώ διέθετα χάϊδευα, φρόντιζα και τάϊζα με σαργούς και ροφούς τις δεκαπέντε γάτες που έφτασα να μην ορίζω και να με αγαπούν, κι όταν έφευγα για ελάχιστο διάστημα τον χειμώνα, η συγχωρεμένη-πια Άννα τις τάϊζε μ' ό,τι έβρισκε και μπορούσε. Η Άννα ήταν μια ψηλή και περήφανη, σιωπηλή κι απλησίαστη, ωραία γυναίκα (όπως ΜΟΝΟ οι Αμοργιανές – είτε μικρές, είτε μεγάλες – είναι) και ψυχή κλειστή δυνατή. Μιλούσαμε συχνά, χαιρετιόμασταν καθημερινά κι από εκείνην γνώρισα την κυρία Ειρήνη, προτού ακόμη αποτολμήσω την «αργοναυτική» μου για Κίναρος.


Η κυρία Ειρήνη Θηραίου ήταν στην Γιάλη – όταν ερχόταν την αδελφή της να επισκεφθεί – σαν έξω από τα «νερά» της. Ο συγγενής της καπετάν-Βαγγέλης – σπιτονοικοκύρης μου και μακροσυγγενής της – την πείραζε έως κορόϊδευε, την θεωρούσε κάπως αλλοπαρμένη και ολίγον παράξενη, από βαρεμένη έως λωλή... χαχαχα. (Ποιός, ο καπετάνιος που κουβέντα καλή δεν χρωστούσε ουδενός, που χαμογελούσε-γκρινιάζων συνέχεια και όλο τα ευρώ του μετρούσε, που δεν κατέβηκε μία (1) φορά στον Γιαλό ένα (1) κρασάκι να πιεί μ' έναν (1) άνθρωπο και κοίταγε πώς απ' τα τουριστόνια να τα αρπάξει – δεν πειράζει, «... είναι κι αυτοί άνθρωποι» ο Μ. Καραγάτσης έχει πει και όχι μόνο για ρεντρουμάδες ή τους τουρίστες.)


Μια μέρα καθώς περνούσαν έξω απ' την μάντρα «μου» οι αδελφές Άννα κι Ειρήνη, σταμάτησαν να χαϊδέψουν τα «ραντισμένα» πάνω της τα γατάκια μου και πιάσαμε την κουβέντα. Με προσκάλεσε μάλιστα τότε «το Ρηνιώ» στο νησί της το Κίναρος και στην πρώτη μπουνάτσα που έκανε, για εκεί έβαλα εγώ πλώρη. Ήταν μια μέρα επιεικώς θεϊκή: η θάλασσα ένα γυαλισμένο μαλακό μάρμαρο, ο ήλιος εκτυφλωτικό σήμαντρο, ο αέρας πεσμένος ως πέος νεκρού και το ελληνικό καλοκαίρι εξοντωτικό, ως τηλεοπτικό σποτ σε σιβηρικό χειμώνα. Με το που καβατζάραμε το «φανάρι» τής Γιάλης κλείδωσα την γκαζιέρα στους 40 κόμβους, το κύτος τής «ΨΥΧΗΣ» πέταγε, η Μικρή και Μεγάλη Βλυχάδες μάς κουνήσανε το μαντήλι όλο ζήλεια, σε χρόνο ελάχιστο – έτσι μάς φάνηκε – το τρομερό-κάθετο-κοφτερό ακρωτήριο Ξώδοτο μάς χορήγησε «ελευθέρας» κι εμείς τρέχαμε ευτυχισμένοι και ευτυχείς προς το Λιάδι ως-σταθμό πρώτο. (Ένα τσιγάρο βιαστικό κι ένα καλύτερο δέσιμο των πραγμάτων, δύο φιλιά τραγανιστά-δαγκωτά και μία βουτιά για δροσιά – και μετά, βουρ για την αχνή «μύτη» τού Κίναρος.) Εγώ σκανάριζα τον ορίζοντα (τίποτα), ένα τάνκερ τετράφαρδο διέσχιζε αργά-μεγαλοπρεπώς το «στενό» και όταν πίσω-και-μακριά του πέρασα, τα απόνερα ήταν τόσο βαθιά και ψηλά, που αν τα περνούσε ο Μάνος με το surf του, θα προσγειωνόταν στον Ψηλορείτη τουλάχιστον!



Το "Akr. Ango" καταπώς ορίζει ο χάρτης μου τού Αγγλικού Ναυαρχείου πλησίαζε ολοταχώς και ύστερα από λίγη ωρίτσα, μπήκαμε σιγανά στον βορεινό κόλπο, όπου έχει βυθιστεί – και τα κατάρτια του εξέχουν απ' τα νερά – ένα «τσιμεντάδικο» αρχές τού '80. (Στο οποίο – μόλις επέτρεψε ο καιρός – επέδραμαν οι Καλύμνιοι «σφουγγαράδες» και το έγδυσαν εντελώς και τελείως!) Δεν δέσαμε καν εκεί: άλλη μία γρήγορη-ελεύθερη κατάδυση κάναμε για τού υδάτινου «χώρου» πρώτη κατόπτευση και ελαχίστη απόλαυση, και ξανά βουρ για την πίσω μεριά τού νησιού, και τον ασφαλή και βαθύ όρμο. Σηκώσαμε το διάμηκες-υψωμένο φράγμα-σκοινί που είχε ο Μικές βάλει για να μην μπαίνουνε κόττερα «μέσα» και «με ενοχλούν», δέσαμε πρόχειρα δεξιά στο ντοκάκι κι αφού βγάλαμε τις προμήθειες και εμάς, σπεύσαμε να συναντήσουμε το ζευγάρι.



Ο Μικές Κατσοτούρχης ήταν ο ορισμός και το εικόνισμα τού κλασικού ενήλικα Καλύμνιου. Πάντα καπνίζων και καθιστός, διαρκώς ομιλητικός περιπαικτικός, ξερόλας κι αποπιαστικός, γκρινιάρης παραπονούμενος, κουτσομπόλης και δαγκανιάρης διέταξε το παριστάμενο και διακριτικό «Ρηνιώ», καφέ να μάς φτιάξει. Άνοιξα την τσάντα εγώ και τής έδωσα τις τρεις φραντζόλες ψωμί, τα δυό μεγάλα κομμάτια τυρί, μερικά κηπευτικά και πολλά φρούτα, δυο πακέττα μακαρόνια κι άλλα δυό ρύζι, καθώς και πέντε αυγά – που δεν σπάσανε φυσικά – απ' την Άννα δοσμένα. (Κι αυτά για πρώτη φορά.) Το ζετεμάκι μου είχε φτιάξει μάλιστα και ένα μεγάλο-περιποιημένο κέϊκ που περιφρονητικά το κοίταξε και «το 'κλασε» στο φτερό ο Μικές, (γιατί στην Κάλυμνο βλέπετε η patisserie τους είναι από παριζιάνικο Bleu Sucré κι επάνω, από βιεννέζικο Demel και πιο πάνω – μη χέσω). Κάτσαμε λοιπόν οι τέσσερίς μας στο απάγκιο τσιμεντένιο «βεραντάκι» δυό κουβέντες να πούμε να γνωριστούμε κι όταν ξεκίνησε να στρώσει την γνωριμιά το Ρηνιώ, την έκοψε απότομα και ασύγγνωστα ο Μικές, για το σκάφος – ως ειδικότατος φυσικά – να ρωτήσει. Του απάντησα μέσες-άκρες εγώ, με ρώτησε αν ψαρεύω και πόσα/τί ψάρια πιάνω, αν «δουλεύω μπουκάλες ή ναργιλέ», πού τα πουλάω και πόσα παίρνω, αν με γράφει το Λιμεναρχείο ή με κυνηγάει η «Καταδίωξη» και εάν σκέφτομαι εκεί να μείνω το βράδυ.


Κατάλαβα. Όσο Αθηναίος να 'μαι, όσο η Κυψέλη μου ουδέποτε από μένα θα ξεριζωθεί, αντιλήφθηκα ότι είχα μπροστά μου ΑΚΟΜΗ ΕΝΑΝ πολυϋμνημένο «ακρίτα» μας αμόρφωτο κι αγενή, άξεστο και αδιάφορο, του Κίναρος κολλημένο ισχυρογνώμονα και του LLOYD'S ακίνητο πραγματογνώμονα, επί παντός τού επιστητού, κινητού κι ακινήτου. (Πώς λέμε "instant dislike"; Ακριβώς ίδιο πράγμα.) Το να μου κάνει επιδεικτική τράκα από τα τσιγάρα μου – ενώ μπροστά του είχε τα δικά του – φυσικό το θεώρησα. Το να μου τουμπανιάσει τ' αυτιά με τα νεανικά-στρατιωτικά κατορθώματά του όταν υπηρετούσε στην Μ.Υ.Κ. – επί τρομερού μαχαιροβγάλτη και χουντικού Κιοσσέ μάλιστα – επόμενο το θεώρησα, αν και βαρετό. Το να μου πρήξει τα σκώτια με πολιτική ανάλυση αδειανού καφενείου νησιώτικου για τους έλληνες πολιτικούς που «...ούτε ένας δεν έχει έρθει εδώ να με δει, να με ρωτήσει τί κάνω, αν ζω αν πεθαίνω και αν έχω λεφτά» το θεώρησα όμως πραγματικά ρηξικέλευθο επαναστατικό, αφού κι εμείς στο Κολωνάκι και την Εκάλη έχουμε βαρεθεί τούς πολιτικούς μας να λακάνε από την Βουλή και να μπουκάρουνε σπίτια μας για να φτιάξουν το καζανάκι, να ξεσκατώσουνε τον παππού, να διαβάσουνε τα παιδιά, να ποτίσουν τον κήπο και φεύγοντας μάλιστα ν' αφήνουν διακριτικά την βουλευτική τους αποζημίωση αθόρυβα στο συρτάρι.



Τον βαρέθηκα, κιόλας. Πήγα μέσα να βοηθήσω το Ρηνιώ να βάλει τα λίγα πράγματα στα ντουλάπια, εκείνη ζεστά μ' ευχαρίστησε και «παρακαλώ σας πολύ» εγώ επίσης-ζεστά τής απάντησα, ενώ η σειρήνα μου έξω χαροπάλευε να καλύψει το στήθος και τις μασχάλες της, τα πόδια και την λεκάνη της, τον λαιμό και τα χείλια της, τα χέρια και το μεδούλι της απ' τα λιμασμένα μάτια και την γλώσσα στάζουσα, τα σάπια δόντια και ροζιασμένα χέρια τού αειθαλούς και σαλιάρη γεροκαλύμνιου τούτου. (Hahaha, do I know to tell the real story and bury a guy, or not?) Τέλος πάντων. Ο καιρός πήρε να φρεσκάρει αιφνίδια: ενώ το «πρόγραμμα» ήταν να πέσω για ένα ψαρεματάκι βιαστικό-αναγνωριστικό και να τηγανίσουμε-σχαροψήσουμε-βράσουμε ό,τι βγάλω, να μείνουμε στην μικρούλα παραλιούλα την βοτσαλωτή à la belle étoile όλο το βράδυ και να αναχωρήσουμε νωρίς την επόμενη μέρα πρωί, me-κάπταιν και la belle-μούτσα – το θηλυκό τού μούτσος – απεφάσισαν και εσήμαναν αμέσως «απόπλου». Ευχαριστήσαμε Μικέ και Ρηνιώ για την παρέα και τον καφέ, την φιλοξενία και την κουβέντα, λύσαμε κάβο και «ανάποδα» κάναμε, ζεσταίνοντας κινητήρα και φορώντας σωσσίβια – θα ξαναρχόμασταν στο νησί τους ξανά, με την πρώτη καλή ευκαιρία.


Έκτοτε πήγα πολλές φορές στο Κίναρος και ελάχιστες φορές στον Μικέ. (Το Ρηνιώ το 'βλεπα ταχτικά στην Αιγιάλη.) Τις περισσότερες φορές πιάναμε κάπου κοντά στις κρεμαστές του «ακτές», έριχνα άγκυρα προσεκτικά κι έπεφτα για ψαροντούφεκο για ό,τι είχαν αφήσει οι φονιάδες Καλύμνιοι, ή για ένα απλό ερωτιάρικο χαλαρωτικό κολυμπάκι με το ζετεμάκι. Λίγες φορές δέσαμε μέσα στον ξεκουραστικό μα «αφιλόξενο» κόλπο, καθώς βαρυόμουνα την μονόπαντη πάρλα Μικέ και ήμουνα τόόόσο ξεμυαλισμένος με τα τριγυριστά μου νερά, που ίσα κανά-δυό φορές περπάτησα μέχρι τα πάνω σπίτια και τον Άη Γιώργη τους. Ένα γυμνό βραχόνησο, με ανεπανάληπτες μυρωδιές, αέρα ξυραφιές και αγριάδα στα άντερά σου, να χωνεύεις αυτοστιγμεί έναν κουβά σιδερόπροκες! («Αφιλόξενο μέρος» λένε όλοι τους, λες και το σαλονάκι που στογγυλοκάθονται και κάθε σαββατοκύριακο σπαράζουν στο κλάμα είναι φιλόξενο... χαχαχα! Ευτυχώς όμως που ήλθε η καραντίνα και μάλιστα δις, και το γραικό παραμυθάκι με το γραφικό-μυθικό σαλονάκι, τούς τελείωσε – ΚΑΙ με τις δυό έννοιες τούτο! Λες κι η «γαμάτη» δουλειά που πάνε από Δευτέρα... έως Δευτέρα, 24/7 και 52/365 είναι ο ανθρώπινος παράδεισος επί γής και όχι η κόλαση μιας ζωής που ως σύνταξη θα σου δώσει συνταγή για ηρεμιστικά και υπνωτικά, χάπια για τον προστάτη την πίεση, την οστεοπόρωση και την κατάθλιψη, τον αλκοολισμό τον διαβήτη, την καθαρή τρέλλα και την αναβληθείσα αυτοκτονία τους. Ας είναι, γιατί έτσι είναι.)



Το 2005 πούλησα το «μεγάλο» μου φουσκωτό και πάνω που ήμουνα έτοιμος στο νησί οριστικά να εγκατασταθώ, να αγοράσω ένα οκτάμετρο-βαθύγαστρο-διπλομήχανο, ανοίξαν οι πύλες τής θηλυκής μαλακίας και οι πόρτες τής οικονομικής κολάσεως και... βρέθηκα μετά τρία ολόκληρα-«άσκαφα»-δυστυχισμένα χρονάκια μ' ένα μικρούλι-μαυρούλι-κουκλάκι "Commando C4" συμβατικό – το δίδυμο αδελφάκι τού "Grand Raid" τής ZODIAC – σε BOMBARD τώρα. Η «ναυτική» μου ζωή ξανά άλλαξε, οι καιροί είχαν στο πέλαγος αδικαιολόγητα και συνεχώς αγριέψει, οι καιροί με την μουτσάτσα στο σπίτι είχαν αδικαιολόγητα μα διαρκώς λυσσάξει, δυό χρόνια μετά έγραψα εγώ το «τα τρία μι» and I put my inflatable boat career to a permanent rest, έως σήμερα τώρα. To Κίναρος ενδύθηκε μέσα μου τον μανδύα τού μύθου, συχνά-πυκνά κοιτώ φωτογραφίες που το παθιάρικό μου αμόρε συνεχώς έπαιρνε – καθώς δεν διαθέταμε βιντεοκάμερα τότε, ούτε καθόμουνα να φωτογραφίζω αυτοδιαφημιστικά τα ψαρέματά μου – και κάθε φορά που θ' ακούσω ή θα διαβάσω κάτι τσιχλωμένα σαχλά, κάτι μαλακισμένα και άσχετα περί «ακρίτα» και «ήρωα», περί «αγωνιστή και φύλακα του Αιγαίου» ή διάφορους σαλταρισμένους-φραγκάτους-τεμπέληδες, χαζοτζαμπέ «δημοσιογράφους» και γκομενοΜΚΟφρικιά που του χαρίζουν σκαφάκια ή τού φτιάχνουν τις μηχανές, τους καθαρίζουνε τον βυθό ή τους επιδιορθώνουνε τις κεραίες, την πηγαινοφέρνουνε στην Αμοργό ή τής στέλνει ο Α/ΓΕΕΘΑ ελικόπτερο σαν φτερνιστεί τούτη – γελάω. Ναι, επαναλαμβάνω, γελάω. Γελώ τρανταχτά κι ηχηρά, πικρά και ειρωνικά, διόλου ελληνικά και καθόλου γραικά – μια κι εγώ κατάγομαι απ' την Κυψέλη και στην Κυψέλη εμείς δεν λέμε ψέμματα... (Χαχα, τα πράγματα είναι ΠΑΝΤΑ απλά, όταν είναι ΑΛΗΘΙΝΑ κι όπως ακριβώς ποτέ δεν είναι στην Ψωροκώσταινα σταθερά και δια βίου, οι λογής «μισθοί και συντάξεις» να βγαίνουνε και να πάει να γαμηθεί το Συμπανοσύστημα [sic] όλο.)


Ώπα, και ώπα ρε!


Ουδείς ποτέ έχει πει – καθώς δεν γνωρίζει φυσικά ή γνωρίζει αλλά σκόπιμα αποκρύπτει – ότι το ευλογημένο νησί Κίναρος ΑΝΗΚΕΙ καθ' ολοκληρίαν και αποκλειστικά στην εν-ευρεία-εννοία Οικογένεια Θηραίου! (Πρώτο χα!) Νησί ο Αριστοτέλης Ωνάσης κι ο Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ, νησί κι ο γέρο-Θηραίος. Νησί ο Σταύρος Νιάρχος και ο Ρίτσαρντ Μπράνσον; Νησί κι ο Μικές Κατσοτούρχης! (Δεύτερο χα!) Μωρέ ΑΠΑΝΤΕΣ να είναι ΠΑΝΤΑ ΚΑΛΑ, μα άμα το μάθουνε οι λογής παραληρηματικοί-αυτοπαραμυθιαζόμενοι και εξωτικάδες-ταξιδιάρηδες, οι πλουμιστοί «αγαθόν έργον προσφέροντες» και λυσσαλέοι «γερήν μπάζαν ταμείου» τσιμεντώνοντες, θ' αναχωρήσουν απ' του Κινάρου τον βοριαχτυπημένο παράδεισο κι αυτοί οι αιγαιόγλαροι τούτοι! Μικρόψυχος ζηλόφθονος και κακόψυχος δεν ήμουν ποτέ και στης Παλλάδος την θεϊκή πόλη μάς έμαθαν υποχρεωτικά-και-από-μικρά να χαιρόμαστε με την ευμάρεια και ιδιοκτησία τού άλλου, να κομπλιμεντάρουμε την ευτυχία και του άλλου απόλαυση, να μην κρίνουμε πράξεις άλλων και να μην επιβάλλουμε τις όποιες δικές μας εμείς. Το ότι κάθε Έλληνας έχει τα ειδικά-τοπικά, γεωγραφικά-ψυχικά και σιχτίρικα-θαυμαστά χαρακτηριστικά του αποτελεί κολορατούρα εθνική και δείγμα υγείας ανθρώπινης, μα όταν σύσσωμοι κι αύτανδροι οι Κύπριοι έχουνε «βάλει στο τσουβάλι» την Ελλάδα ολόκληρη, δεν θα βάλει την Ευρωπαϊκή Ένωση, το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, τον ΟΤΕ και την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών ένας παρλαπίπας και τεμπελιός Κατσοτούρχης; (Άσε δε τα πουρά καμεράκια, με τα φουσκωτάκια και τα βιντεάκια στα γιουτιουμπάκια, που με την συνταξιοδοτημένη βαρυεστημάρα τους παραμυθιάζουνε κόσμο-κοσμάκη...)


Ώπα, και ξαναώπα, ρε!


Εάν ήθελε η ΚΑΘΕ ευλογημένη-με-τέτοια-γη οικογένεια Θηραίου-Κατσοτούρχη π.χ., εάν συμφωνούσε μονιασμένα και παραγωγικά, με φαντασία και πολλή δουλειά το υπέροχο και λαμπρό ΤΗΣ νησί να προκόψει και ν' αναδείξει, θα το 'χε κάνει Μαλδίβες και Φίτζι. (Φταίει ΒΕΒΑΙΩΣ και η ληστρική ελληνική Διοίκηση που έτσι και είς ιδιοκτήτης νησιού «κουνηθεί», επενδύσει και τ' αναπτύξει, ΑΜΕΣΩΣ – απ' ό,τι έψαξα κι έμαθα, εκ των έσω με πληροφόρησαν και εκ των έξω μού σφράγισαν – το 50% θα πάει σε φόρους στο τρομερόν Κράτος! ) (Τρίτο χαχα: Κι εγώ που νόμιζα ότι ΜΟΝΟΝ οι Αθηναίοι κι οι Θεσσαλονικείς πληρώνουμε εφορία...) Ένας γνωστός μου που ζει επί είκοσι έτη στην Κάλυμνο μού έχει εκμυστηρευτεί ότι από όόόλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, το μέρος ΑΝΑΛΟΓΙΚΑ με τα περισσότερα διαζύγια είναι η Λέρος και το μέρος με τις περισσότερες αστικές διαφορές/δικαστικές αγωγές η... Κάλυμνος είναι! (Τέτοια – και άλλες – κατάρα ελληνική, τύφλα ο κορωνοϊός να 'χει.) Να διαθέτουμε οι Έλληνες ένα εκλεκτό «οικόπεδο» μέσα στην αειθαλή και υγρή Μήτρα τής Γης, στο φωτεινό και μοναδικό Αιγαίο και να αποκαλούμε τον Παράδεισο τούτον... «οικόπεδο» – ε, τότε άξιοι τής τυφλής και διχαστικής μοίρας μας είμαστε - πού, πώς και γιατί «να φταίει» μετά ένας τσαμπουκοπαραπονιάρης Μικές Κατσοτούρχης.



Εδώ την Μακρόνησο – δυό απλωτές απ' την Αττική – που νταβατζοειδώς την «προστατεύει» το ΚΚΕ και επιστημονικοξερολικώς την «προσέχει» το υπουργείο Πολιτισμού των κάθε Ζορμπά-και-Μενδώνη (τέταρτο χαχαχα) κι έχει γεμίσει αυθαίρετα, περιμένει κανείς απ' τον τυχερό κι άτυχο, λύκο και πρόβατο Κατσοτούρχη να μετατρέψει το Κίναρος σε Amalfi; Είναι τέτοια η γενική και κολλητική «πίκρα» κι «επαγγελματική» γκρίνια στην χώρα μας, που ο ίδιος ο Θεός να κατεβεί και να μάς ρωτήσει «Ρε μούλοι, τί ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ μα ΑΚΡΙΒΩΣ θέλετε;», θα τού απαντήσουνε ευθαρσώς και αυθάδικα τα αδάμαστα ελληνόπουλα: «Πιάσε δυό κρύες ρε παππούλη όπως έρχεσαι, και τσάκω και δυό χαρτάκια για τρίφυλλα»! Έχουμε μια πανέμορφη χώρα και το μόνο που τα πολυπληθή δεξιά «πασόκια» και μουλωχτά αριστερά «μπαόκια» τα νοιάζει είναι να μπούνε πλακάκια στην πισίνα τού εξοχικού στο χωριό, να βγει ημιϋπαίθριος στην μαιζονέττα τού σπιτιού στα προάστια και ουδείς ν' ακουμπήσει «μισθούς και συντάξεις», μετά από συντριπτικά-δεκαπέντε χρόνια αραλίκι Δημόσιου. Οι «αγωνιστές» ρεντρουμάδες νησιώτες κάνουν ΤΡΕΛΛΟΥΣ και ΔΙΧΩΣ-ΑΠΟΔΕΙΞΗ τζίρους ΚΑΘΕ καλοκαίρι σε ΑΠΑΝΤΑ τα νησιά (been there, seen that), ακούν απ' την τηλεόραση ότι ΤΟΥΤΟΙ αποτελούν «τη βαριά Bιoμηχανία του τόπου, μαζί με τον Eφοπλισμό» κι έτσι ο κάθε τέως ψαράς, νυν βοσκός και μελλοντικός στουντιάς αισθάνεται ότι είναι τουλάχιστον Αγγελικούσης και Λιβανός, Τσάκος και Κούστας.


Τί έχω από ετών πει κι έχω βαρεθεί να το γράφω; «Ο έλληνας σ' αφήνει να πεις και να κάνεις την μαλακία σου, αφού τον αφήνεις κι εσύ να πει και να κάνει φυσικά την δικιά του.» Ακόμη και εάν οι γόνοι Κατσοτούρχη π.χ. διέθεταν κουράγια και όρεξη, φράγκα και πλάνα, οικογενειακή σύμπνοια κι επενδυτική εύνοια, το τεμπελοληστρικό Ελληνικό Δημόσιο θα προτιμούσε να το πουλήσει μπιρ-παρά σε δανειολάβους «επενδυτές» - την μιζάρα του βγάζοντας – παρά να στηρίξει την οικογένεια Κατσοτούρχη π.χ. ως ιδιοκτήτες τού Κίναρος, ώστε Παράδεισο και Μύκονο να το κάνουν. Ή νήσο εναλλακτικού τουρισμού να το σιάξουνε, ή να στήσουνε γραφείο "extreme military sports" και θέρετρο "adventure training camp" να το κάνουν! (Γιατί κάάάτι ΤΕΤΟΙΟ πρότεινα εγώ σε δύο δικούς μου να ξεκινήσουμε στην Αμοργό το 2001 κι ο ένας των ΛΟΚ υποστράτηγος μαζεύει ελιές κι ο άλλος ο ΟΥΚάς τα παιδάκια του μεγαλώνει – να 'ναι και οι δύο καλά, φιλιά.) Απ' την άλλη βέβαια – μια και διαθέτω πλήρη και βαθεία γνώση των καθέκαστων πέριξ Αμοργού-νήσων, καθώς και των «εσωτερικών» τους αληθειών – γιατί στα ΕΠΙΣΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΑ Λέβιθα τής οικογένειας Καμπόσου, εκείνοι ζούνε και θάλλουνε, υποδέχονται σκάφη και απολαυστικά τα ταΐζουνε, το παλεύουνε κι αγωνίζονται, την μια να μην τούς κάτσουνε στο νησί ντε-και-καλά πάρκα αιολικά και την άλλη να σώσουνε το νησί τους, μη και χάσει «δικαιώματα υφαλοκρηπίδας και αποκλειστική οικονομική ζώνη» καταπώς κοπιάρουνε pop-ιστοσελίδες πουλώντας μπάφο και «συμπάθεια», κομπάσσιον και «ήμουν κι εγώ εκεί»;


Να το μαζεύω. Το καθεστώς των ελληνικών ιδιόκτητων νησιών είναι «κάρβουνο αναμμένο», όσο και λαμπερό: εάν δεν είσαι μορφωμένος, δραστήριος και connected, θα κάτσεις στ' αυγά σου καπνίζοντας και γκρινιάζοντας προκειμένου να σε «φτιάξουν» οι ψωνισμένοι κουλτουριάρηδες άλλοι (όπως Μικές) ή θα ανάβεις το καντηλάκι των τριών-ηρωϊκώς-πεσόντων (όπως Ρηνούλα), μέχρι να χορτάσει το Αιγαίο αθώους πολεμιστές ή να φτάσει ο Τούρκος στο Σύνταγμα. Το Κίναρος δεν είναι παρά ένας υπέροχος μα αφιλόξενος βράχος, δύσκολος κι εχθρικός για τους ιδιοκτήτες του και ονειρεμένος και ποθητός για αυτούς που το καλοκαίρι εκδράμουν με τα πανάκριβα φουσκωτά και τον χειμώνα αλληλοστέλνουν βιντεάκια δίπλα στο τζάκι. Κανείς δεν θέλει στην Ελλάδα κανένανε, το 'χω κι αυτό εγώ πει κι έχω κι αυτό βαρεθεί να το γράφω: εάν θέλαν σύσσωμες οι ελληνικές οικογένειες – είτε κατέχοντας εξωτικά ανεμοδαρμένα νησιά, είτε κατέχοντας πλημμυρισμένες υπόγειες γκαρσονιέρες – θα την είχανε κάνει την Ελλάδα παράδεισο και υπόδειγμα, όχι να ζητάνε απ' τον κάθε ευρωπαίο βοήθεια για να ξεκαυλώσουν τον Ερντογάν ή να του βάλουν γαμάτα φωτοβολταϊκά στο κωλόνησο τζάμπα.



Το 2012 είχε έλθει για μένα τού χρόνου το πλήρωμα, και επιπλέον είχε γεμίσει ο «φάκελλος» ΚΑΙ με τ' αληθή «αρνητικά» Αμοργού-πέριξ-νήσων. Η Γιαλίτσα είχε αποκτήσει ολοχρονίς τέσσερις (4) «λιμενόμπατσους» πού όσο τα ξύνανε, τόσο πιο συνοφρυωμένοι κυκλοφοράγανε και άπαντες «γράφανε». Οι άλλοι τέσσερις (4) «μπάτσοι» μοιράζανε πρόστιμα σε ό,τι εκινείτο και όπου παρκάριζε, κι ο Τουρισμός – γκρέκος και ξένος – είχε αρχίζει να αηδιάζει με τα 120ευρώ/το δωμάτιο/την βραδυά (με το ψυγείο ως κομοδίνο) και το νησί να αδειάζει με το mojitάκι των 8 ευρώ (φτιαγμένο-χτυπημένο απ' το μεσημέρι) – χαχαχα! Το καινούργιο βιβλίο μου «τα τρία μι» έσπρωχνε για την δική του ζωή και ας έκανε την δική μου κομμάτια, το γυναικάκι that was in for the ride απέβη τού ζευγαράτου μηχανοκίνητου σκάφους «μας» και σαλπάρισε για νέα κατάρτια νεανικά εναλλαχτικά, ώσπου σε κάποια τρύπα να καβώσει ξανά και ν' αρμέξει τον παλιό, σιγουράκο και πανάρχαιο γκομενάκο... χαχαχα! (Άπαντα τέλος διαθέτουνε, εκτός από την ανθρώπινη μαλακία, την ανδρική την πουστιά και την πουτανιά τής γυναίκας – να το υπογράψω κιόλας αυτό, ώστε να μην μπορείτε στην παρέα σας εσείς να το πείτε.) Ας το στάξω όμως εδώ, ΚΑΙ αυτό: τα βράχια ετούτα έχουν «αλέσει» τόόόσους αιώνες κυριολεκτικά, πού ό,τι κι αν γράψω εγώ, ούτε μια κουτσουλιά γλάρου δεν αξίζει μπροστά του και χαίρομαι ιδιαίτερα και απόλυτα για αυτό. (Γιατί; Διότι ΑΥΤΟ μ' έκανε ό,τι είμαι κι ό,τι απέφυγα να μην είμαι εγώ.)


Ένα όμως προλέγω, θα πω: όπως θα πεθάνω εγώ, έτσι θα κλείσει τα αγνά μάτια του και το Ρηνάκι. Και τότε ή θ' αναγκαστεί κάποιος άλλος Κατσοτούρχης να πιάσει στασίδι πάλι καπνίζοντας και γκρινιάζοντας (μη του το φάνε οι «τουρκαλάδες» μας το νησί), ή θα το λύσουνε απ' τους πέτρινους κάβους του το ρημάδι και θα τ' αφήσουν τα μελλοντικά κι απασχολημένα με το instagram και το tik-tοk θηραιοκατσοτουρχόπουλα να το «ψαρέψουν» μεσοπέλαγα οι οθωμανοί, αυτοί που κουλαντρίζουνε σβέλτα και μπέϊκα έναν Τραμπ κι έναν Πούτιν. (Πώς το 'πε θυμόσοφα, μα ολόσωστα μία γκόμενα; «Άμα δε μπορείς να κάτσεις εσύ, σήκω να κάτσει κάνας άλλος.») Άμα λοιπόν εσείς ρε ημισέλληνες δεν «θέτε» να την κάνετε την Ελλάδα τίποτε άλλο απ' το να την μικραίνετε (προκειμένου ν' αυξήσετε τα παράνομα ιδιόκτητα προσωπικά τετραγωνικά σας), ακολουθείστε το λαμπρό κι επιτυχές παράδειγμα των Κυπρίων «αδελφών σας» (που αγωνίζονται να μη λύσουνε το Κυπριακό, μπας και χάσουνε τα τρελλά τους ριάλια).


Είπα και έγραψα κι ανεβαίνω τώρα το βράδυ αργά στης σπηλιάς το υπερώο μου, ν' ανοίξω τον φεγγίτη ώστε η μικρή μουριά τού ακάλυπτου, μαζί με το νυχτολούλουδο, να με ναρκώσουν. Και να ονειρευτώ πως έχω ξαπλώσει εγώ σ' έναν λείο τού Αιγαίου «μου» βράχο, πένης πτωχός, ελεύθερος και κουτός, δίχως ιδιοκτησία και γκρίνια, μα με αναμνήσεις σεπτές κι ιερές που αγγίζουνε την μαγεία. Που εάν πιστέψεις στον εαυτό σου, παλέψεις ριψοκινδυνέψεις και την αναζητήσεις εσύ – ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΜΑΓΕΙΑ – θα έλθει στην αγκαλιά σου εκείνη ΜΙΑ φορά, μα θα 'ναι ικανή κι αρκετή σου για πάντα.

 

 

 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2020

Διαβάστηκε 254 φορές Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2020 19:29