Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

Αιγαίου σπονδή . (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


[1997]

Γαλάζια νερά. Ένα σαγηνευτικό χρώμα, ένα υδάτινο ποίημα, μια αγκαλιά Ναϊάδων και Σειρήνων αναδυόμενων. Ένα πέλαγος κεντημένα νησιά, κόλποι και μήτρες που δεν θα πάψουν να γεννάνε ποτέ, φάροι και ακρωτήρια που δεν θα κουραστούνε ποτέ να γονιμοποιούνε.

Ώρες ανατολής και λεπτά δύσης, σκιές φωτεινές και έναστρες νύχτες, κύματα που αφρίζουν και υπογράφουνε τον ορίζοντα, βάρκες δεμένες αιώνια, λευτερωμένες για πάντα. Ένα αρχιπέλαγος πιο γνωστό απ' τον Όμηρο και πιο άγνωστο από τον Ελύτη, πέτρες θάμνοι και ελάχιστοι άνθρωποι στα νησιά – σιωπηλοί προπαντός, υπερήφανοι πάντα. Ένας όρμος κρυφός, μια παράγκα τραπέζια, χταπόδια που κρέμονται κι ένα λαμπιόνι που συνέχεια αμφιβάλλει.

Και σιωπή, επιτέλους σιωπή. Οι ώρες – μετά το απόγευμα – που κυλούν στην σιγή, όλη μέρα ο ήλιος ένα σφυρί, εκατομμύρια καθρέφτες η κάθε πέτρα ν' αντανακλά την θερμότητα, ένα καμίνι. Όταν έρχεται όμως το σούρουπο, όταν επιτέλους βγαίνεις από την θάλασσα και σκουπίζεσαι μ' αυτή την όλο κόμπους πετσέτα – τότε συνέρχεσαι, ανασαίνεις, υπάρχεις. Φοράς λινό παντελόνι, ένα πουκάμισο ανοιχτό και ξυπόλητος παίρνεις αναπτήρα, τσιγάρα και περιμένεις. Να βγει εκείνη απ' το μπάνιο, τα μαλλιά να στεγνώσει. Να ρίξει το βαμβακερό κολλητό φόρεμα πάνω της, να φορέσει τα πανάκριβα λεπτά πέδιλά της και να έρθει ολόρθη μπροστά σου και να στηθεί. Θα πέσεις εσύ τότε σαν σκύλος στα τέσσερα, θα φέρεις σε απόσταση αναπνοής το πρόσωπο και τα χέρια σου από τα ανάγλυφα σφυρά, τους τορνευτούς αστραγάλους και με τα δάχτυλα τρελαμένα τρεμάμενα θα δέσεις εκείνα τα μικρά κοφτερά νήματα δέρματος, με κρατημένη ανάσα. Εκείνη θα κάνει όλες τις μικρές κι απαραίτητες διαδρομές που κάνει πάντα η γυναίκα όταν ετοιμάζεται και θα βρεθεί κοντά σου ξαφνικά, "a sparkling sea of sertility" όπως δεν είχε γράψει ο Γιουκίο Μισίμα.


Στο βάθος η θάλασσα φρουμάζει και αλυχτά, γλείφει τα βράχια, χαϊδεύει θαλάμια και νοτίζει σπηλιές, το φεγγάρι δεν λέει να προβάλλει. Μια πνοή από τ' ανοιχτά, μια της θαλάσσης ανάσα φυσά, Τρίτωνες βίσωνες ρουθουνίζουν κι οργώνουν με τις οπλές τα νερά. Γοργόνες αλήτισσες αγκυλώνουν τα μπερδεμένα μαλλιά τους σε φύκια και στρείδια, φλυαρούν και γκρινιάζουνε. Νηρηίδες πριγκίπισσες, πενήντα φημισμένες κόρες του Νηρέα τηρούν τα κατάστιχα, ξεφυλλίζουν μητρώα ανθρώπων ημίθεων και θεών, αυτές κανονίζουν. Και έχουν πιο πίσω, στα μεγάλα βάθη τις εννιά θυγατέρες του Ωκεανού και της Τιθύος – μα μια, μόνο μια, ξεχωρίζει: η Καλυψώ. Αυτή που συμβολίζει το κρυφό σπήλαιο, το ιερό άδυτο, το σκοτεινό κρυφό, την πληγή που δεν κλείνει. Εκεί που κανείς βουτηχτής δεν θα πάει ποτέ, σ' αυτή την θαλάσσια στοά που κανένα χέρι ανθρώπινο, κορμί δίποδο και μυαλό πολυμήχανο δεν θα μπορέσει να φτάσει. Αυτό το ελάχιστο και συνάμα απόλυτο μυστικό, έτσι όπως μόνο τ' απλά και μεγάλα πράγματα είναι, μέσα σε διάφανα νερά, στενά σκοτεινά, για λίγους δοκιμασμένους. Αυτά ακριβώς παραστέκουνε και φυλούν οι γέροντες της θάλασσας Φόρκυς Πρωτεύς και Νηρεύς, αυτά ορίζει και τραγουδά η των θεοτήτων επιφανών τούτων επίκληση, ψάλλει και ωχριά αυτή η των αρχαίων Ελλήνων θρησκεία, η Μυθολογία.

Κάθεσαι στην ψάθινη καρέκλα και δεν μιλάς. Κρατάς το χέρι της, κοιτάς τα γαλάζια νερά και ανάβεις τσιγάρο. (Κατάλαβες ότι αγάπησες μόνον όταν κατάφερες ν' ανάψεις τσιγάρο με το ένα σου χέρι.) Εκείνη ανασαίνει δίπλα σου ζεστή χαλαρή, μια χαίτη στιλπνή μια κόμη νωπή, ένα εφήβαιο οδαλίσκης. Μια καμπύλη γραμμή είναι το σώμα της γυναίκας, που ξεκινά απ' την κορφή τα μαλλιά και καταλήγει στα δάχτυλα των ποδιών, σ' αυτά τα δέκα μικρά μαδεράκια τα δεμένα με απαράμιλλη τέχνη. Τέσσερα μάτια φλόγες μικρές, οκτώ άκρα δεσμίδες σκληρές, σαράντα σπίρτα έτοιμα για τα πάντα, δυο άνθρωποι – ναι, και αρκούν.

«Δεν υπάρχει τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει», ψιθυρίζει το πέλαγος. «Δεν υπάρχει τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει», τουρτουρίζουν οι ώμοι της. Τραβά με τους βραχίονες χιαστί να ξεσκαλώσουνε οι μπρετέλες από τους ώμους, πέφτει το φόρεμα στους αστραγάλους, γυρνά και με κοιτάζει αυτή, με μια κίνηση το πετά πέρα και λειώνει τούτο πάνω σε βότσαλα που αχνίζουνε. Μια γυναίκα μπροστά μου γυμνή με καλεί, τείνει το χέρι και με ζητεί, πετάγομαι πάνω. Χαράματα μπαίνουμε στο νερό – είναι ακόμα ζεστό, εγώ ζωντανεύω. Βουτώ αργά τελετουργικά και βαπτίζομαι, κρατώ την ανάσα μου και βυθίζομαι, αλλάζω σήμερα τ' όνομά μου. Ο βυθός είναι ένα κρεβάτι θολό, το νερό είναι ένα σεντόνι στριφτό, η επιφάνεια είναι ένα χάδι γυναίκας. Μ' αγκαλιάζει και με βουλιάζει φορές τρείς – εγώ τής ανήκω, αλλαξοπίστησα, ταυτότητα έχασα και επάγγελμα άλλαξα, θρήσκευμα παρομοίως. Μια νεράιδα ψηλή και γυμνή, μια γυναίκα ωμή και θερμή μ' αναβάπτισε σε αυτή του Αιγαίου την λαμπρή κολυμβήθρα, με παίρνει μαζί της τώρα βαθιά, κολυμπώ αθόρυβα σιγανά, κολλάω επάνω της, γαντζώνομαι μέσα της, σαν να μόλις γεννιέμαι.

Είναι μια ώρα δική μας κρυφή που δεν έχει λεπτά, ούτε δείκτες. Δυο κορμιά λάμνουν βουτούν, δυο κορμιά παντρεύονται και γλεντούν, δυο κορμιά αγκαλιάζονται και γαμιούνται. Και πιο πέρα κάπου μακριά, ανάμεσα στα ψάρια στις πέτρες και τα νερά, ένας πλοίαρχος Γάλλος κοιτά, παραστέκει γροικά, δαγκώνει την πίπα του και σιωπά. Μια μορφή λαξεμένη, ο Πάτρων και Πρύτανης του νερού, ο Προστάτης και Πολιούχος του βυθού χαμογελά, εμάς κήδεται εμάς μεριμνά και προσμένει. Γι' αυτό από τότε βαθιά μέσα μου κρατώ το εγκόλπιο του Κουστώ, του Αιγαίου το φυλαχτό, μια για πάντα. Αυτή την στιγμή δεν ξεχνώ, γιατί εκεί, είμαι σίγουρος κάποτε θα γυρίσω. Στου Αιγέα την θάλασσα, την μεγάλη την μήτρα. Στην πηγή της ψυχής, στην ευχή της ζωής, στην αρχή και το τέλος – εκεί, σ' αυτά τα νερά τα γαλάζια να εμβαπτιστώ να χαθώ και να ζήσω για πάντα.

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2013

Διαβάστηκε 1546 φορές Παρασκευή, 03 Ιανουαρίου 2014 03:54