Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Η Φλορέττα τού Φώτη. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


Στον Γιάννη Εφραιμίδη

 

 

Πρέπει να ήμουν δέκα χρονών, ακριβώς δεν θυμάμαι. Και πρέπει να ήταν ένα από εκείνα τα καλοκαίρια τής δεκαετίας τού '60, που με δυσκολία τώρα ανασύρω απ' την μνήμη μου και συγκινούμαι σαν τα σκαλίζω.

Εμείς τότε παραθερίζαμε οικογενειακά σ' ένα ψαροχώρι τής Βοιωτίας κοντά στην Αυλίδα, σ' εκείνον τον ιερό τόπο που οι ανόσιοι Έλληνες τον μετέτρεψαν σε τσιμεντάδικο, διαλυτήριο πλοίων, χημικές βιομηχανίες κι έναν δυσώδη βούρκο για θάλασσα. Μας πήγαινε ο πατέρας μου με το αυτοκίνητο και μας εγκαθιστούσε αρχές Ιουνίου και μας έπαιρνε αρχές Σεπτέμβρη με τις πρώτες βροχές – εκεί ένιωσα για πρώτη φορά πώς ευωδιά η βρεγμένη γη, πώς θυμώνει η θάλασσα, πώς αλλάζει χρώματα ο ουρανός. Γεννημένος στην Κυψέλη των Αθηνών δεν ήξερα πόσο ζέστη κάνει στην αμμουδιά, πόσο ψύχρα πέφτει τα βράδυα, έπρεπε να παίρνουμε τις καρέκλες από το σπίτι για να πάμε στον πλανόδιο κινηματογράφο και το ψωμί απ' τον φούρνο διέθετε μιαν άλλη θρεπτική μυρωδιά.

Έχω όμορφες αναμνήσεις από το Δράμεσι, όπως λεγότανε τότε η σημερινή καταχτισμένη Παραλία Αυλίδος. Χαράματα ψαρεύαμε σπάρους από τον ελάχιστο μώλο, το μεσημέρι παίζαμε κρυφτό στον λόφο με τα «αρχαία», το απόγευμα μάς περίμενε ποδηλατάδα εξαντλητική και το βράδυ καθόμασταν στην πλατεία, τρώγοντας ψητά καλαμπόκια και πειράζοντας τα κορίτσια – «σιγά τα ωά» θα μου πείτε. «Μα αυτά είναι τα βασικά» θα σας πω: όταν είσαι παιδί το κάθε τι είναι τεράστιο και ατέλειωτο, άγνωστο και υπέροχο, αχόρταστο μυθικό. (Κι εγώ δεν γνώριζα την διάσταση τούτης της τελευταίας μου λέξης, μέχρι την ημέρα που μπήκαν στην ζωή μου δύο στοιχειά: ένας άνθρωπος κι ένα δίκυκλο, ένας Φώτης και μία Φλορέττα.)

Ο πατέρας μου είχε δουλειές στην περιοχή, γνώριζε πολύ κόσμο και την δεκαετία τού '60 επικρατούσε σεβασμός και απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους που νιώθαν την τάξη τους και με τίποτα δεν την αλλάζαν. Όλοι βεβαίως θέλαν να γίνουνε πλούσιοι, μα ήταν δεμένοι με την γη το χωριό τους, την θάλασσα τις δουλειές τους, την γυναίκα την οικογένεια – λέξεις κι ιδέες, έννοιες και αξίες που σαρώθηκαν πια, να τις σκυλεύουν να τις περιγελούν στις σημερινές τηλεοπτικές σειρές οι διάφορες κου(δου)νίστρες κατόπιν υποδείξεως σεναρίου και «παραγωγής». Είχε ο άλλος λίγη γη, ένα σπίτι, κάποια δουλειά και πάλευε με αυτά το καλύτερο που μπορούσε να κάνει – αυτό ήταν όλο κι αυτή ήτανε όλη του η ζωή. Το Δράμεσι δυό χασαποταβέρνες διέθετε και ένα μοναδικό καφενείο, η «καφετέρια» δεν υπήρχε ούτε ως όνειρο, το «μπαρ» ανήκε στον απομακρυσμένο πλανήτη τής κυρίλας πρωτεύουσας, τα σπίτια ήταν ακόμη πλινθόκτιστα και στον κόλπο ήταν αγκυρωμένες λιγοστές βάρκες. Κάποια εξοχικά Αθηναίων «επώνυμων» είχαν κτιστεί προς το Γεραλί (τον Φάρο Αυλίδος) και τραβούσαν την φιλοπερίεργη προσοχή με τα χαμηλά και απέριττα οικήματα, τους κατάλευκους μαντρότοιχους, το κουρεμένο-ποτισμένο γκαζόν μέσα. Κάτι άλλα παιδιά «πλούσιων» παίζαν εκεί κάτι άλλα παιχνίδια που εμείς δεν διαθέταμε, είχανε κι ένα πλαστικό σκάφος και κάνανε βόλτες στα κύματα, τα ποδήλατά τους διέφεραν πολύ από τα μεταποιημένα-παλιά τα δικά μας, εμείς πάντως δεν τα ζηλεύαμε. Γυρνούσαμε όλη μέρα ημίγυμνα και ελεύθερα, μέσα στον ιδρώτα την σκόνη από πρωίας έως βαθείας νυκτός κι αγωνιζόμασταν πριν πέσουμε για ύπνο ψόφια απ' την κούραση, να γλυτώσουμε το καταναγκαστικό μπάνιο.

Καλά όλα αυτά, το χρέος μου ως προς το κουλέρ-λοκάλ-γκρεκ το εξετέλεσα, πάμε λοιπόν στο ζουμί τώρα. Όπου το ζουμί, το ψητό και το ταψί ολόκληρο ήταν ο Φώτης. Ο οποίος Φώτης ήταν ένας «γύφτος» κοπής Μανώλη Αγγελόπουλου στο πιο κοντό του και πιο στρογγυλό του, στο εντελώς παράφωνο και το απολύτως φτωχό του. Εμφανίστηκε μια μέρα στο χωριό με την κούκλα γυναίκα του – γι' αυτήν ειδκώς κι αναλυτικώς παρακάτω – και με μια στριγκιά πεθερά που μιλιά δεν είχε κι όλο γλώσσα μέσα δεν έβαζε. Πότε και πώς ήρθαν, από πού και γιατί – τούτες είναι ερωτήσεις δίχως απάντηση και με απαντήσεις που δεν γουστάρουνε ερωτήσεις δεν ασχολείται κανείς, πόσω μάλλον όταν είναι 1965 και καίγεται η Αθήνα απ' τον «Ανένδοτο» του «Παπαντρέα-παπατζή» – με τον Φώτη το χωριό θ' ασχολιόταν; Εδώ όλοι διάβαζαν την ΑΚΡΟΠΟΛΗ που με καμάρι κρεμούσε κάθε πρωί ο τέως χωροφύλαξ και νυν περιπτεράς στο «κατάστημα», η οποία φυλλάδα πρωτοσέλιδες φωτογραφίες μοστράριζε από «τα έκτροπα των Λαμπράκηδων» αναδεικνύοντας μα καταδικάζοντας «τας οχλοκρατικάς εκδηλώσεις». (Αιώνια παραμένουν τα αίσχη τα ελληνικά, να κοπάσουν δεν λένε όσο υπάρχουνε κομματόσκυλα κι αφελείς, ψηφαλάκια και κοτζαμπάσηδες, παρακράτος μα ποτέ κράτος.)

Εμφανίστηκε ο Φώτης λοιπόν, νοίκιασε μια παράγκα παραλιακή έξω από το χωριό, σφήνωσε μέσα ένα θηριώδες τζουκ-μποξ που έψελνε ολημερίς Καζαντζίδη και έστρωσε πέντε τραπέζια πάνω στον φλοίσβο. Η γυναίκα στην κουζίνα μονίμως και σταθερά, η πεθερά φιμωμένη και με κοντή αλυσίδα στην διοικητική υποστήριξη (καθάρισμα πατατών και ψαριών, σκούπισμα πότισμα, παιδιού ξεσκάτωμα και γαμπρού σιχτίρισμα – αυτός είναι ρόλος κι αποστολή πεθεράς, όχι σαν σήμερα που οι κουφάλες την μισή Πανεπιστημίου νοικιάζουνε και σου ψήνουν εσένα Μιμάκο το ψάρι στα χείλη, χαρτζιλίκι για να σου δώσουν.) Εμφανίστηκε ο Φώτης λοιπόν, με το χρυσό δόντι του και το μονόπετρο στον παράμεσο, μελαψός παχουλός, με λαδωμένο μαλλί και μια σύζυγο... ο ορισμός και επιτομή και τα άπαντα τής ονείρωξης κάθε ορμονοπνιγμένου πιτσιρικά πέριξ του στενού τού Ευρίπου. (Απαιτείται μια στάση εδώ προς περιγραφή τής συζύγου, να καταθέσουμε τα δέοντα στο παναιώνιο θηλυκό και να ευλογήσουμε τα ανάλογα στο συγκεκριμένο το θήλυ.)

Η Αρτεμισία μόνο Αρτεμισία δεν ήτανε, ούτε θύμιζε ούτε έμοιαζε βέβαια με αρχαία γυναίκα. Εγώ ο φιλομαθής ήδη γνώριζα ότι η Αρτεμισία ήταν η κόρη τού σατράπη των Καρών Εκατόμνου, που όταν πέθανε ο αδελφός και σύζυγός της ονόματι Μαύσωλος, όχι μόνο προς τιμήν του έχτισε το Μαυσωλείο (ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου), αλλά και σε ένδειξη αιωνίας αγάπης ήπιε και την στάχτη του (όπως μαρτυρά ο πίνακας του Φραντσέσκο Φουρίνι). Και αργότερα έμαθα ότι η άλλη Αρτεμισία ήταν η κόρη τού Λυγδαμέα και βασίλισσα τής Αλικαρνασσού που εκστράτευσε με τον Ξέρξη κατά της Ελλάδας και έλαβε μέρος στην ναυμαχία τής Σαλαμίνας με πέντε πλοία δικά της. (Εμ η πολλή μόρφωση μ' έφαγε εμένα τελικά, αυτό τελικώς λέω.) Όλα όμως σβηστήκαν από τον παιδικό-κοντοκουρεμένο εγκεφαλικό δίσκο μου όταν πρωταντίκρυσα την Αρτεμισία τού Φώτη... να κάνει στην αυλή την μπουγάδα της... Με είχε στείλει ο πατέρας μου να φέρω μπύρρες, απ' αυτές που είχε στοιχισμένες ακίνητες ο Φώτης κατάβαθα στο τεράστιο ξύλινο ψυγείο τού πάγου, (ως εδώ καλά). Όταν όμως είδα την τσίγκινη σκάφη δίπλα στην μουριά, δυο στραβοπασούμια από κάτω της και δυο αναπεπταμένες βυζάρες από πάνω της να γράφουνε πιρουέττες ανάμεσα στα βουτηγμένα στους αφρούς τής μπουγάδας χεράκια, ποιός είδε την σινιόρα Μαλένα και δεν την προσπέρασε επιδεικτικά. Η Αρτεμισία – άκου όνομα για μια γύφτισα, και μάλιστα του Φώτη γυναίκα – έπλενε με μανία και δύναμη, τινάζονταν οι αφροί καθώς πέφτανε μέσα τους τα μακριά της μαλλιά, είχε μισανοίξει η ρόμπα της και είχε ιδρώσει το στέρνο της, επί τόπου έπαθα την πρώτη και μόνη και τελευταία μου ρεύση. (Δεν συζητώ ότι διαμιάς μεταβλήθηκα στον προθυμότερο γιο που ο πατέρας μου θα μπορούσε να φανταστεί, όταν μάλιστα κάποια δουλειά ήταν προς Φώτη-μεριά, ο πτερώος Ερμής ερχότανε δεύτερος, ο Μπεν Τζόνσον τ' αναβολικά πέταξε μόλις με είδε.)

«Τί θες μάνα μου;» μού έσκασε η Αρτεμισία κι έκτοτε ακούω το όνομα αυτό και τον Ματθαίο Γιωσάφατ παίρνω τηλέφωνο να μου φέρει τις πίτσες. (Τί θέλω μάνα μου; Μα να πεθάνω εδώ και τώρα για πάντοτε θέλω μάνα μου, αφού ΕΣΕΝΑ αντίκρυσα, ΕΤΣΙ.) Εκείνη τσέκαρε αμέσως την βρόντα «εμού του ιδίου», σήκωσε τα χέρια από τους αφρούς, έκλεισε τα κρουστά φύλλα τής ρόμπας καλύπτοντας την πιο σάρκινη σάρκα απ' όσες σάρκες μέχρι σήμερα έχω δει, φύσηξε τα τσουλούφια τ' ατίθασα με σκέρτσο και νάζι και κατευθύνθηκε τσαχπίνικα προς το ψυγείο τού πάγου. (Ρε μέχρι και το ψυγείο μόλις το άνοιξε – άχνισε, πέταξε κάτι χνώτα κι ατμούς, είμαι σίγουρος πως καρδιακό ψυγείο πάγου σαν τούτο στα ιατρικά χρονικά δεν υπάρχει.) Γυρίζει η Αρτεμισία μετά, σκύβει όλο μαλαγανιά και καπατσιτά κάτω απ' τον πάγκο, τσιμπάει μια σακκούλα εν είδει ντορβά και μου χώνει παγωμένες και ντούρες μέσα τις μπύρρες. Εγώ τα χέρια μου από τις τσέπες μου μέσα δεν έβγαζα, όχι γιατί δεν είχα χρήματα αλλά γιατί έτσι και τα 'βγαζα, φοβόμουν πως θα 'παιρνα του Τζον Χολμς ολόκληρη την porn industry απ' το πέος. (Όταν λέμε για στύση, καλό είναι να διαθέτουμε και ένα πανδήμως αξιόπιστο μέτρο για σύγκριση, κι όταν μιλάμε για παιδική στύση, καλό είναι να στεκόμαστε προσοχή μπροστά σε ένα παιδί που δεν ξέρει τί του συμβαίνει, ιδίως όταν του συμβαίνει ΑΥΤΟ.) Γύρισα σπίτι άφωνος, ακούμπησα στο τραπέζι τις μπύρρες αμίλητος, έκανα αυτομάτως κι υπνωτισμένος μεταβολή και πήγα και έπεσα όπως ήμουν στην θάλασσα – άφρισε αυτομάτως κι αυτή η συνένοχη η καριόλα. (ΟΚ, ώρα αποπίεσης τώρα.)

Ήταν – το θυμάμαι καλά – απόγευμα. Από εκείνα τα ράθυμα και τεμπέλικα μεξικάνικα απογεύματα όταν ο ήλιος δεν λέει να δύσει, η ώρα δεν λέει να περάσει, η ζωή δεν λέει να προχωρήσει κι ο μικρός Ντανάκος να ησυχάσει δεν έλεγε. Πετούσα πετραδάκια στην θάλασσα, στις γάτες που τοίχο-τοίχο πηγαίνανε, στους γλάρους που στα βράχια αράζανε, μόνο στο κεφάλι μου δεν πετούσα πέτρες μπας και κάτι προκύψει. Από μακριά σαν ν' ακούστηκε όμως ένας ήχος – δεν έδωσα σημασία. Από πιο κοντά σαν ν' ακούστηκε ένας τριγμός και κλαγγή, μια μακρόσυρτη μυτερή σαν κραυγή – δεν ξανάδωσα σημασία. Τώρα ο θόρυβος ακούστηκε πιο σιμά και κάτι διέκρινα, ένα τζιτζίκι μπροστά απ' την μικροφωνική των Led Ζeppelin θα μπορούσε να ήτανε, ο ίδιος ο Ρόμπερτ Πλαντ υποδυόμενος ένα τζιτζίκι ίσως – άκρη όμως δεν έβγαζα, (γιατί ακόμη δεν ήξερα τί σήμαιναν τα ονόματα τούτα). Εκτός από τον αχό τώρα έβλεπα κι ένα σύννεφο χαμηλό, μέσα στην θολούρα τού απογεύματος ένας σκονισμένος ανεμοστρόβιλος τσούλαγε, κάλπαζε και πλησίαζε μέσα σ' έναν χωρόχρονο που ούτε ο Στήβεν Χώκινγκ θα μπορούσε να ξεμπερδέψει. Και για να μην αναγκάσω σακάτη άνθρωπο να πεταχτεί πάνω πετάχτηκα ενοχλημένος εγώ, στήθηκα στην μέση τού έρημου δρόμου, έβαλα το δεξί χέρι στα φρύδια μου – όπως είχα δει να κάνει σε μια ταινία ο Τζων Γουέην, (ασχέτως αν φορούσε καπέλο αυτός) – και με τα μάτια μισόκλεισα προσπαθούσα να διακρίνω τούτο το φάντασμα που επέλαυνε κατά παντός κινητού κι ακινήτου, κατά παντός ζωντανού και νεκρού, κατά παντός θνητού και θεού παρομοίως.

It was my man, Φώτης. And it became mah' main man, ο Φώτης. Γιατί αυτός υπήρξε το πρώτο μου ίνδαλμα, άντρας κι ημίθεος, καβαλάρης επικός μυθικός, ένας Σάντσο Πάντσα και Δον Κιχώτης μαζί, ένας εστέτ Αποστόλης Σουγκλάκος και μαυροτσούκαλος Νίκος Κούνδουρος σε μια στιγμή μέσα. Και πρώτα ξεπρόβαλε το τσουλούφι του: ένα νευρικό κοκοράκι ανάμεσα σε λονδρέζο ροκαμπιλά και νιό Έλβις Πρίσλεϋ, μια «τούγκλα στο μουστάκι» ανάμεσα Παναγιώτη Μιχαλόπουλο και Σαλβαδόρ Νταλί, εγώ ξέμεινα από μπριγιαντίνικα δάνεια καθώς απ' τον κουρνιαχτό ξεμύτισαν δύο ρόδες που γύριζαν – αχ και πώς γύριζαν Άγνωστέ μου Θεέ μου. Δυό ρόδες στενές που κυλούσανε, ένα φτερό πλατύ κουρμπάτο μπροστά, ένα μοτεράκι υστερικό πιο μετά κι από πάνω μια σέλλα και ένα ντεπόζιτο – αχ εκείνο το ντεπόζιτο σαν ένα δάκρυ βιδωμένο στην μέση τού σκελετού, σαν μία σάρκα κούφια και τσίγκινη που γουργούριζε μαγκωμένη εντός μηρών Φώτη. (Ένα μηχανάκι απλώς ήταν μωρέ, πώς κάνεις έτσι;) (Ένα μηχανάκι απλώς ΔΕΝ ήταν μωρέ, ΓΙ' ΑΥΤΟ κάνω έτσι.) Και ξεπρόβαλε τελικά μέσα απ' την κατακεκαυμένη κουρτίνα τής παραισθησιογόνας σκόνης ο Φώτης πάνω σε μία KREIDLER Florett (ως απεδείχθη και πληροφορήθηκα χρόνια μετά), ένα πενηντάρι γερμανικό μηχανάκι κατακόκκινο και τζιτζάτο, ζόρικο και σπηντάτο που ερχότανε καταπάνω μου με τον Φώτη αλαλάζοντα μόλις με είδε. Ο ήχος του ήτανε πλέον μπροστά μου, το σχήμα του είχε πλέον εκτυπωθεί στην καρδιά μου κι έκτοτε, "Ι got scar tissue on my soul" όπως είπε ο Μίκυ Ρουρκ στο Year of the Dragon.


Ο Φώτης πάνω στην Φλορέττα του απ' την Χαλκίδα επέστρεφε κι είχε στο κασόνι της πίσω πράγματα κι εμπορεύματα, αντικείμενα ατάκτως ερριμμένα μα δεμένα επιμελώς που χτυποκοπανιόντουσαν και δεν λέγαν να φύγουν. Γιατί όποιος με τον Φώτη μιά φορά έκατσε, ποτέ δεν ξεκόλλησε. Γιατί όποιος τον Φώτη μιά φορά γνώρισε, δεν λέει να τον ξεχάσει: είτε γιατί ο Φώτης τον «δάγκωσε» και για πάντα θα του χρωστάει, είτε γιατί ο Φώτης πολύ τον αγάπησε και εκείνος για την αγάπη του πάντα διψάει. Ο Φώτης λοιπόν ήταν ένας τριαντάρης κατά Βέγγο «τουρκόγυφτος» – αυτό το 'παμε, πάμ' παρακάτω. Το ότι έμοιαζε στον Μανώλη Αγγελόπουλο ήταν φυσικό και επόμενο καθώς όλοι οι γύφτοι τότε, κι αν δεν μοιάζανε, θέλαν στον «Άρχοντα» να μοιάσουνε, τέλος. Ένας Μανώλης Αγγελόπουλος στο «Άγγελος Μανωλόπουλος» ο Φώτης ήτανε, στο αντίθετο δηλαδή, στο πιο του γκροτέσκο, όσο γκροτέσκος μπορεί να είναι «Ο άρχοντας». (Τον οποίο πρωτότυπο και ασύγκριτο γνώρισα στον Λυκαβηττό σε μιαν ιστορική συναυλία κι ό,τι γράφω εδώ είναι για σεμινάριο, ξέρω τί περιγράφω.) Κοντός και χοντρός ο Φώτης λοιπόν, ιδρωμένος και φωνακλάς, ενθουσιώδης και τσαμπουκάς – τα μάτια και τα μυαλά ενός παιδιού δεν γουστάρουν περιορισμούς και συγκρίσεις. Μ' ένα ρεγιόν πουκάμισο απροσδιόριστου χρώματος, καθαρότητας και προέλευσης, με τα μανικέτια του και τα πέτα τού γιακά να χλαπατακίζουνε στον αέρα. Μια τρέσα σκέτη-λόρδωση να τσιτώνει κουμπιά, ένα γαζί από πάνω έως κάτω με μόνο μοτοκροσσάδικο άλμα την περιοχή τής κοιλούμπας, η οποία κοιλούμπα υπερκάλυπτε μια ζώνη τόσο κιτς, που την είδε ο Ζαν Πωλ Γκωτιέ και στα τέσσερα έπεσε να του τηνε πάρει. (Την ζώνη εννοώ.) Μ' ένα ντρίλινο παντελόνι απροσδιορίστου χρώματος, καθαρότητας και προέλευσης, μια μοδάτη σκελέα να τεζάρει γοφούς και ν' ανεμίζει μπατζάκια, μια «καμπάνα» χυτή και γλυπτή από πάνω ως κάτω που την είδε ο Τζων Τραβόλτα και την αντέγραψε για το Saturday Night Fever καμμιά δεκαπενταριά χρόνια μετά. Και τέλος, δυό πατούσες δυό λερά πενταδάχτυλα άνευ υποδημάτων, δύο πέλματα κατάμαυρα σκονισμένα να πατούν γυμνωμένα στα μαρσπιέ τής Φλορέττας και ν' αλλάζουν ταχύτητες νευρικά, να πατάνε το φρένο ξαφνικά, να σπινάρει πουτανιάρικα και να φρενάρει καυλιάρικα η Φλορέττα. («Φαντάσου τί θα 'κανε η Αρτεμισία ανάμεσα σε τέτοια πόδια αντρικά και μαγκιόρικα» πολλά χρόνια αργότερα κατάφερα να σκεφτώ, χωρίς ποτέ να μπορέσω να φανταστώ τί ακριβώς εννοώ, κι εδώ κλείνω.)

Ο Φώτης. Μιά ιστορία κι ένα κεφάλαιο μόνος του, ένα βιβλίο και μία βιβλιοθήκη για πάρτη του, η Ζωή και ο Θάνατος έχουν πιάσει στασίδι και τον κοιτούν, έχουν πάρει και τον γουρλωμένο Μποντιντάρμα να τους μεταφράζει αυτά που με την πρώτη δεν πιάναν. Γιατί ο Φώτης ήταν αυτός – με το ίδιο παντελόνι και το πουκάμισο φυσικά – είτε την Φλορέττα καβάλαγε, είτε τον έβλεπες να βγαίνει απ' την θάλασσα μ' ένα καλάθι μύδια στην μασχάλη του, να χαμογελάει για την ψαριά του. Γιατί ο Φώτης ήταν αυτός – με το ίδιο παντελόνι και το πουκάμισο φυσικά – είτε έβαφε με ασβέστη τις πέτρες που τα εκτάρια τής ταβέρνας του όριζαν, είτε κατέβαινε από την συκιά μ' ένα καλάθι σύκα στα χέρια, χαμογελαστός να τ' απιθώνει μπροστά σου. «Φάε αφεντικό συκαλάκι να με θυμηθείς, θ' αναστενάξει απ' τα ζουμιά η κυρία γυναίκα σου» τολμούσε ν' απευθυνθεί εν έτει 1965 ο «γύφτος» στ' «αφεντικό» – έτσι μιλούσαν οι ταξικοί ρόλοι τότε – τότε που οι Ελληνότατοι γύφτοι δεν είχαν ούτε ένα χαρτί πάνω τους. (Όχι σαν σήμερα που «οι αλλοεθνείς βάρβαροι» σαλτάροντας απ' την Λέσβο αράζουνε στην πλατεία Βικτωρίας, επιβάλλουν ένα ποινικό-μεν εθνοκτόνο-δε αλισιβερίσι και σπεύδουν αμέσως οι ευαίσθητες πολυπολιτισμικές σουσούδες να διαγωνισθούν, ποιά θα τους θεωρήσει ως «το άνθος της ελληνικής κοινωνίας».) Όταν ο Φώτης γέλαγε – φορώντας πάντα το ίδιο παντελόνι και πουκάμισο φυσικά – γελούσε μαζί του η Φύσις και η Χάρις ολόκληρη, θα ήθελε να γελά κι ο Θεός αλλά τον σιάξαν οι Εβραίοι τρομακτικό κι ανελέητο τιμωρό, τον καλλωπίσαν οι Χριστιανοί σε πολυεύσπλαχνο ελπίδων χορηγό, ο Φώτης ούτε που τον γνώριζε τον κύριο και ούτε επιθυμούσε «να συνάψει χειραψίες μαζί του» που έλεγε τότε live ο Χατζηχρήστος. Το γέλιο τού Φώτη ήταν κάτι ανάμεσα σε χασμουρητό τού Πολύφημου και σε γάργαρο παφλασμό τού Νιαγάρα, κάτι ανάμεσα σε κακάρισμα οπλοπολυβόλου FN και σε καλλικέλαδη πρόσκληση Νύμφης, κάτι ανάμεσα σε ρεκασμό τού Εγκέλαδου και σε τιτίβισμα σκλαβωμένου αηδονιού πριν το μαγιάτικο σούρουπο δύσης. Το περπάτημα του Φώτη ήταν κάτι ανάμεσα σε φιγούρα τής capoeira από χασικλή στα Μανιάτικα και σε ακροβολισμό ελεύθερου σκοπευτή των S.A.S., κάτι ανάμεσα σε διονυσιακό μπάλο και σε stampede αμερικάνικων βούβαλων που οσμίστηκαν ινδιάνικο τόξο, κάτι ανάμεσα σε υπόσχεση ότι όπου να 'ναι θα σου τυλίξει τα άντερα στην λαδόκολλα να τα πάρεις take-out στο σπίτι και σε πορεία βουδδιστή μοναχού στο υπερβατικό kinhin του μέσα. (Όλα τούτα, με μιαν ανάσα τα έγραψα και δεν παίρνω λέξη μου πίσω.)

Είπα πολλά; (Ούτε καν έχω προθερμανθεί.) Γιατί είναι κάποιοι άνθρωποι μοναδικοί, που άμα η θωριά κι η πνοή τους πέσουν πάνω σε μάτια παιδιού γίνονται Supermen – οι ήρωες των κόμικς δεν σχεδιάστηκαν σε γραφεία τεχνοκρατικά, γεννήθηκαν από παιδιά που είχαν μείνει και θα μείνουν παιδιά και σ' αυτά απευθύνονται αποκλειστικά, πάντα. Ο Φώτης για μένα ήτανε ο πρώτος μου ΗΡΩΑΣ, ένας άνθρωπος larger than life γιατί η ζωή τότε ήταν μικρή, δεν προβλεπόταν να καταντήσει η σημερινή οπιοπαραγωγή των ειδήσεων των εννιά, απ' όπου η ξεζουμισμένη μάζα ντιρεκτίβες ρουφά, πού θα γελάσει θα κλάσει, θα κλάψει ή θα πάψει να ζει. Ο Φώτης για μένα ήταν ο ΠΡΩΤΟΣ μου άνθρωπος ΣΤΗΝ ΓΗ που πατούσε ταυτοχρόνως και ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ, τότε που εγώ είχα ανακαλύψει τον νυχτερινό ουρανό και τον χάζευα – αυτόν και τ' αστέρια του, εκείνον και τους σχηματισμούς τους – επί ώρες. Ο Φώτης ήταν για μένα ένας ΑΝΤΡΑΣ που πολύ αργότερα έδωσε σάρκα κι οστά στο τί πρέπει να είναι ένας άντρας, καθώς ακολούθησαν κάτι δικά μου περάσματα από Γιουκίο Μισίμα και Δημήτρη Χατζή, πατέρα Παΐσιο και Mοριχέϊ Ουεσίμπα, πανεύχαρι Όσσο και σκύλο Διογένη μαζί. Ο Φώτης ήταν για μένα ο ΙΠΠΟΤΗΣ που με μία του κίνηση – κατόπιν πρωτάκουστης και άνετης άδειας από τον πατέρα μου – με πήρε στα χέρια του και με έβαλε στην Φλορέττα του πάνω.

Γιατί δεν ξέρω για σας, εμένα όμως η δική μου ζωή ξεκίνησε τρεις (3) φορές, όχι μία: την πρώτη όταν η μάνα μου παιδούλα ακόμη με κράτησε στα χεράκια της μ' ένα χαμόγελο θηλυκό και νεανικό, μητρικό γυναικείο εκεί στο μαιευτήριο στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου. Την δεύτερη όταν ο Φώτης με άρπαξε και μ' ανέβασε με μία του κίνηση στην Φλορέττα, έβαλε μπρος διαμιάς κι έκτοτε εγώ δεν επιθυμώ να κατέβω. Και η τρίτη φορά ήταν όταν πρωτοβούτηξα στης σεπτής Αμοργού τα νερά, πίσω στο Βιόκαστρο ξυριστά στα πόδια τής Χοζοβιώτισσας δίπλα κι ένιωσα τί σημαίνει να προέρχεται η ζωή απ' την θάλασσα, τί σημαίνει να προέρχεσαι εσύ απ' την θάλασσα και τί σημαίνει να μπορεί οποιαδήποτε στιγμή το νερό να σε πάρει. Ας συγκεντρωθώ όμως στην δεύτερη τούτη φορά, όταν ένιωσα ανάμεσα στα κοντά ποδαράκια μου το δίχρονο μοτεράκι να πάλλεται, να δουλεύει. Την εξάτμιση καυσαέρια να φυσά, τους τροχούς να τσουλάνε γλυκά, το τιμόνι να τρεμοπαίζει επίτηδες για να με «τρομάξει» ο Φώτης. Το ντεπόζιτο να μυρίζει ε(ρε)θιστικά – τύφλα να 'χουν η Κολομβία το Αφγανιστάν κι η Αλβανία μαζί, το λαδοβένζινο ξεχείλιζε απ' την τάπα και μ' έκαιγε, μ' έκαψε έκτοτε το ευλογημένο εσωτερικά ψυχικά, (μέχρι σήμερα μέχρι τώρα). Η ταχύτητα που πηγαίναμε μού φάνηκε από υστερική έως αστρική, η ταχύτητα που ρολάραμε μού φάνηκε μηδαμινή έως μηδενική, ακίνητοι νόμιζα πως ήμασταν παγωμένοι κι αναπεπταμένοι διακτινιζόμασταν από ένα τής Αυλίδας χωριό σ' ένα Σύμπαν ασύλληπτο και φανταστικό – έτσι όπως μόνο μετά ανακάλυψα όταν κάρφωσα τα γόνατά μου στην seiza-θέση τού Αϊκίντο, όταν έξυσα την πύλη τού Ζεν Βουδδισμού ακινητώντας στην zazen-θέση, μέσα σ' ένα παγωμένο τίποτα όπου τα πάντα κοχλάζουνε, μέσα σε μια κόλαση παραδείσια όπου ποτέ άλλοτε το «τίποτα» δεν είναι τόσο «τα πάντα». (Όλα τούτα, με μιαν ανάσα τα έγραψα και δεν παίρνω – πάλι – λέξη μου πίσω.)

Κι αν κρατιέμαι ακόμα σ' αυτήν την ζωή, είναι γιατί θέλω να γράψω ετούτα για τον Φώτη και την δική του Φλορέττα. Αν καβαλλώ ακόμα δίκυκλο, είναι γιατί ύστερα από καμμιά πενηνταριά μοτοσυκλεττάρες δικές μου, έχω ακόμα στην αποθήκη μου ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ μία Φλορέττα τού '65 κατακόκκινη και τζιτζί – τζιτζί όπως τζιτζίκι και τζιτζί καθόλου όπως τζιβιτζιλίκι που κατάντησαν όλα τους σήμερα. Τα ίδια φτερά, η αυτή σέλλα. Το μικρό κινητηράκι με την δαιμόνια φτερωτή, το απλό τιμονάκι με την οθονίτσα τού κοντέρ πάνω του και μ' εκείνα τα αχνά ψηφία του μέσα. Ροδούλες στενές, μια σχάρα νικελωμένη, το πίσω φως να λάμπει και να φωτά, το φαναράκι της μπρος να τρεμοδείχνει πού πάω, τί κάνω. Και συχνά-πυκνά κατεβαίνω στην αποθήκη μου προφασιζόμενος οτιδήποτε, να πάρω ένα εργαλείο ή ν' αφήσω την ψησταριά – ψέμματα βρε όλα. Κατεβαίνω εκεί για να εξομολογηθώ, με τον Φώτη να συνδεθώ, να δω τί θ' απογίνω τώρα εγώ που όλα έχουνε γκρεμιστεί και άπαντες ουρλιάζουν συνέχεια, την δική τους οφειλή κι ενοχή για να κρύψουν. Τώρα που όλοι αποκτήσαν χαρτιά – αν για τους μετανάστες ένα ταξιδιωτικό έγγραφο είναι πολύτιμο κι αρκετό, για την δική μου πουλημένη γενιά, «χαρτιά» ονομάζονται οι μετοχές τα ομόλογα τα λεφτά, αυτά που ακριβώς την μετέτρεψαν σε ζητιάνα πουτάνα – τώρα εγώ νιώθω μιαν ορφάνια βαριά, έχει ερημώσει η ζωή μου από ανθρώπους. Γι' αυτό κατεβαίνω εκεί, ανοίγω την πόρτα και δεν ανάβω το φως, τραβάω ένα κασόνι από μπύρρες-φυσικά και κάθομαι πάνω του, στρίβω τσιγάρο και μένω εκεί – μιά καύτρα επί ώρες, δυό μάτια να τρέχουν απαρηγόρητα και δυό δάχτυλα να χαϊδεύουν απαραμύθευτα την δική μου Φλορέττα. Εκείνη αναπαυμένη στο σταντ, εγώ σιωπηλός στο καφάσι κι οι δυό μας μόνοι-ολομόναχοι-καταμόναχοι μέσα στο Σύμπαν ολόκληρο τον Φώτη περιμένουμε ρε – μια μιζιά, έστω φωνή, κάποια πνοή να μας δώσει. Γιατί τί είμαστε επιτέλους μωρέ, δυό ψυχές είμαστε μέσα στην Ζωή και τον Χώρο, έξω από την Ζωή και τον Χρόνο, δυό ψυχές – η Φλορέττα κι εγώ – που δεθήκαμε από έναν Φώτη θεόμουρλο και γροικάμε τα τραχιά του χέρια να νιώσουμε, την αγριοφωνάρα του να μας τραγουδήσει. Την κορμοστασιά την μπατάλικη ν' αντικρύσουμε, τις βρωμοποδάρες του να μας σιγουρέψουν στην σέλλα κι ας στον γκρεμό ντουγρού πέσουμε, αυτό ευχή θα 'ναι. (Γιατί έχει φτωχύνει ρε Φώτη πολύ η ζωή, φαλίρισε πλέον η σκρόφα ξένη ξεφτιλισμένη ρηχή, φτηνή μαλακισμένη σβηστή – τούτο είναι το ενήλικο παράπονο το δικό μου.)


Ως εδώ όμως, μέχρις εδώ. Όσο την Φλορέττα μου εγώ την κρατώ, εγώ τον Φώτη τον έχω. Δικόν μου έτσι όπως τον έζησα εγώ, έτσι όπως αυτός με διαμόρφωσε κι ύστερα χάθηκε, όπως χαμένος σήμερα εγώ είμαι. Γιατί χωρίς να το ξέρει, να το υποψιάζεται ή να ενδιαφέρεται καν, ο Φώτης τούτο το ένα μού έμαθε, μου το σκάλισε μου το χάρισε κι έκτοτε το κρατώ εγώ ως ακριβό φυλαχτό μου: «Ένα τίποτα είναι Ντάνη μου η ζωή, ένα μέγιστο τίποτα ένα τιποτένιο τα πάντα» και ζάφτι, κουμάντο και φόβητρο τα κάνεις μόνο με την φωνή, την πνοή την κλαγγή, το τιτίβισμα τής Φλορέττας. Όλα τα άλλα ήρθαν και έρχονται, θα έρθουν και θα χαθούν οπωσδήποτε, εάν θεωρήσεις εαυτόν ευτυχή που ο Φώτης σε άρπαξε και στην Φλορέττα του σε ταξίδεψε – ανάκλιντρο στον Όλυμπο έκλεισες, ντιβάνι στον Παράδεισο έστρωσες, ξαπλώστρα στην Νιρβάνα διαθέτεις. «Δεν είναι μικρό δώρο αυτό» λέω και σβήνω το τσιγάρο μου, σηκώνομαι και κλείνω απαλά την πόρτα τής αποθήκης. Κι ανεβαίνω ελαφρύς και ήρεμος σπίτι μου και γράφω το κείμενο τούτο για τον Γιάννη Εφραιμίδη και την Φλορέττα του, για εμένα και την Φλορέττα μου, για τον Φώτη και την δική «μας» Φλορέττα. Για τους ανθρώπους εμάς και για της ζωής μας τα δίκυκλα, για τους ήρωες των ψυχών μας και τις μηχανές των ονείρων μας που πάντοτε-ευτυχώς, φωτεινά ζωντανά και αληθινά όνειρα μένουν. Γιατί μόνον τότε η Ζωή γίνεται αιώνια κι η Αιωνιότητα κολυμπά στην ζωή: όταν ο δίχρονος ήχος τον Χάρο μεθά, όταν το ευχαριστιών δάκρυ μου τον Φώτη ξυπνά, όταν η ανασταθείσα Αγάπη όλους μας μάς ενώνει.

 

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2016

Διαβάστηκε 510 φορές Δευτέρα, 06 Φεβρουαρίου 2017 19:43