Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

Η παρτούζα. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


[1996]

Πανδαισία χρωμάτων, αγγίγματα χεριών, κορμιών σφιξίματα. Χαστούκια και φωνές βογκητά, αναποδογυρίσματα να χτυπούν τα ιδρωμένα κορμιά, ήχοι κοφτοί και θόρυβοι, αυτά τα γλιστρήματα, τα σαρκικά ταιριάσματα, οι γωνιές και οι καμπύλες που χύνονται χάνονται, απαλύνονται και ποτέ δεν ξεχνιούνται.

Να κρατάς αυτό που σου φεύγει, σου δίνει σου δίνεται και τον λυτρωμό του ζητάει την ίδια στιγμή. Το πιάνεις το σφίγγεις το κρατάς κι αυτό χτυπιέται να δραπετεύσει, να μπει πιο βαθιά μέσα σου, να φύγει όσο το δυνατόν μακριά σου. Δανείζεσαι μια της πάλης λαβή και την κρατάς καθηλωμένη αιχμάλωτη, δεμένη γονατισμένη, σκυμμένη στα τέσσερα στα δεκατέσσερα, στα δυο της πόδια έστω κι όμως αυτή φρουμάζει και αλυχτά, να γλυτώσει θέλει να ξεγλιστρήσει, για να έρθει πάλι πίσω ξανά υποταγμένη πειθήνια δούλα, ζεστή και υγρή και δική σου.

Σηκώνεις το ιδρωμένο κεφάλι σου λίγο να ρίξεις μια ματιά δίπλα, τα ίδια βλέπεις. Ο άλλος κι η άλλη αγκαλιά, κολλημένοι σφιγμένοι πλεγμένοι, ρουφηγμένοι δοσμένοι ανύπαρκτοι μέσα στον δικό τους τον χρόνο, ο τόπος είναι κοινός, στο ίδιο κρεβάτι έχετε πέσει. Κι από εκεί ανάσες κοφτές και κινήσεις βίαιες, σπρωξίματα πλαταγίσματα και πιασίματα τολμηρά, έργα ακατανόμαστα πορνικά, "αισχρά" θέλουν να τα ονομάζουνε οι σεμνοί που 'χουνε ψυχικό τύφο πάθει.

Δεν βλέπεις, δεν θέλεις να δεις, είσαι πολύ απασχολημένος, προσηλωμένος σχεδόν κι εντελώς προσκυνημένος. Μισοκλείνεις τα μάτια, το σώμα σου αρπαγμένο πάνω στο άλλο άβουλο πλέον σώμα πάνω του επιβάλλεσαι (και ας βάλλεσαι εσύ), πάνω του εκτονώνεσαι (κακό δεν υπάρχει). Τα πάντα τού κάνεις – το ξέρεις αυτό μα αυτό σ' τα ζητά, το πετάς με δύναμη στην γωνιά κι αυτό ξανάρχεται πιστά ταπεινά, με την γλώσσα υγρή με τα σκέλια καυτά, στα κόκκινα η ανάσα. You 've been screwing her, so much and so hard, for so long που πραγματικά δεν ξέρεις άμα θ' αντέξει, έχει από ώρα αρχίσει τα τρικλίσματα τα ψαλιδίσματα τα τιτιβίσματα, δεν σε νοιάζει. Κι ο άλλος πιο πέρα, τα ίδια κι αυτός – τι να δεις και γιατί, κόπια φωτοτυπία, «δια γεωμετρικής ολισθήσεως» έργα τα αυτά τρομερά, τι να πεις, τι να γράψεις.

Κορμιά να κολλάνε, χέρια και πόδια ανάκατα μπερδεμένα, χείλια σφραγισμένα ισόβια. Μέλη σωμάτων χωρίς όνομα πια, δίχως ταυτότητα αποστολή και δουλειά, χύμα σάρκες σάλια μυαλά, νεύρα λαγόνες μαλλιά, νύχια και δάχτυλα που μαγκώνουν γαντζώνονται και αρπάζουν τυφλά, γράφουν και γδέρνουν, ξύνουν κι αφήνουν πληγές ανοιχτές που να κλείσουν δεν πρόκειται, καλύτερα έτσι. Χτυπήματα ξαφνικά, βαθυκύανοι μώλωπες σαν λιμάνια κρυφά, τάματα εικονίσματα σπαρμένα παντού, εδώ και εκεί, πάνω μου πάνω της, στον άλλο στης άλλης τα δώματα χαμηλά, στα υπόγεια στα ψηλά, ποιος τα ψάχνει αυτά;

Σηκώνεσαι ξαφνικά, σταματάς και κοιτάς. Κατεβαίνεις από πάνω της, την ξεκολλάς από πάνω σου και την αφήνεις στην άκρη. Αυτό το κορμί δες πώς αχνίζει, σε κοιτάζει στα μάτια βαθιά – περιμένει, θέλει, σε θέλει κι άλλο εσένα εσάς, όλους σας ταυτοχρόνως. Δυο βήματα κάνεις κι αρπάζεις την άλλη στα χέρια σου, τις αλλάζετε με τον άλλον – την βουτάει αυτός και κατευθείαν την στρώνει, την γυρίζει στα μπρούμυτα, της καλύπτει το πρόσωπο να μη βλέπει και ξανά από την αρχή, ξανά τα ίδια από την αρχή τα ολόιδια άλλα, τα αισχρά έργα αυτά τα επικίνδυνα πάλι, τα είπανε "πορνικά". Ένα δεμάτι κόκκαλα και κορμιά, σάρκες και αίμα, ζουμιά κι εκκρίσεις μοναδικές, ιδρώτας και η ίριδα των ματιών μια χαραμάδα αγωνίας, καύλας ο θούριος και επινεφριδιακού τρόμου. Γιατί όταν το σώμα δοκιμάζεται και πονά, φοβάται και τρέμει, σπαρταράει χτυπιέται και γυρεύει ν' ανυψωθεί, τότε η ματιά του ανθρώπου γίνεται κοφτερή, αμείλικτη και σκληρή, μοναδική τελευταία. Πανικόβλητη και τρελή, αρπαγμένη και βιαστική, επικίνδυνη στην στροφή, στην ευθεία λαχανιασμένη.

Για ώρες, ώρες αμέτρητες αχρονομέτρητες, ανύπαρκτες ώρες που στην ζωή, στις ζωές δεν καταγράφονται. Στιγμές μοναδικές που η σάρκα, το σώμα γλυτώνει απ' του Χάρου την μέγγενη, του Χρόνου τον μετρονόμο καθώς παλεύει ν' αγαπηθεί να γαμηθεί, να υπάρξει και να σωθεί, να σβήσει και να δικαιωθεί, να χαθούνε τα πάντα, για πάντα, στο τέλος. Η μόνη προσπάθεια του κορμιού να διαβεί την Αθανασία είναι η ώρα του Έρωτα, η ώρα του πόνου του πέραν, του σπασμού ο λυγμός, ο τελευταίος σφυγμός, το αμόλυντο Χαίρε.

(Λόγια κι αισθήματα αυτά λέξεις του συγγραφέα, ενός μετατροπέα αποκυήματα, αυτός τι να ξέρει; Ποιος άλλος να νιώσει να δει, να μασήσει να φτύσει, να γράψει να καταλάβει;)

Όταν δυο άντρες κρατούν δυο γυναίκες στα χέρια τους και τις ασπάζονται, τις γαμούν. Όταν δυο γυναίκες κρατάνε δυο άντρες στα πόδια τους και τους δέχονται, τους αδειάζουν. Όταν δυο άντρες τρέχουν, αναπνέουν και ζουν μέσα σ' ένα κρεβάτι καμένο ολάνθιστο, μυρωμένο οργιαστικό, άλλη τέτοια αίσθηση δεν υπάρχει. Όταν δυο γυναίκες ακινητούν, κρατούν την ανάσα τους και οργάζονται μέσα σ' ένα κρεβάτι πυρπολημένο υγρό, μουσκεμένο ερωτικό, οι αισθήσεις έχουν από ώρα τελειώσει. Ας το γράψει και πάλι τούτος δω ο φτωχός συγγραφέας: Ο έρωτας του κορμιού και η δίνη του έρωτα μοιάζουνε, μοιάζουν πολύ, επικίνδυνα μοιάζουν. Η αίσθηση αυτή δυο λαχανιασμένων ανδρών και δυο αναψοκοκκινισμένων γυναικών που κυλούν και κυλιούνται στο πάτωμα – μια πανδαισία ερωτική είναι ή κάτι άλλο από «πι», μια παρτούζα μια ανταλλαγή, απογείωση και μία στο πάθος καταφυγή, ένα αμείλικτο εφετείο. Χωρίς συνηγόρους κι ελαφρυντικά, δίχως αγορεύσεις και παραπεμπτικά, μια ηδονή σαρκικής φυλακής μόνο. (Και το «φυλακής» με την έννοια του φυλάττω και όχι του τιμωρώ.) Ένα συναίσθημα σπάνιο απόλυτο και προσωπικό, σιωπηλό απαιτητικό καταναλωτικό, σκληρό ανθρωποβόρο καταδικαστικό, συναίσθημα λυσσαλέο και πολύ επικίνδυνο, ανθρώπινο μοναδικό τελευταίο. Ναι, αυτό μόνο είναι και τίποτε άλλο.

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2013

Διαβάστηκε 1905 φορές Παρασκευή, 03 Ιανουαρίου 2014 02:09