Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

Οι «ζωόφιλοι». (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)


(2012)

Κι ύστερα οι συμπολίτες μου διερωτώνται γιατί πήγε κατά διαόλου τούτη η χώρα. Λειώνουν στην πάρλα απ' το χαζόκουτο, αποψιλώνουν το σύμπαν με τις πολλές απόψεις τους, ανακαλύπτουν στην Σαχάρα νερό κι υποφέρουν από δίψα μέσ' στην Αγουλινίτσα. Οι Έλληνες – οι πολλοί Έλληνες, οι περισσότεροι – υποδύονται πως δεν ξέρουν τί τους συμβαίνει, την ίδια στιγμή που αυτοί-ακριβώς έχουν συνεργήσει κι απολύτως συμβάλλει τα μέγιστα για την σημερινή τους κατάντια. Και θ' ασχοληθώ με ένα θέμα σχετικά άσχετο, μα που στο δικό μου μυαλό δείχνει τα πάντα: Ότι πρωτίστως και κυρίως ο Έλληνας δεν ασχολείται με τίποτα, δεν ενδιαφέρεται για τίποτα, δεν υπολογίζει τίποτα και κάνει πάντοτε το τιποτένιο δικό του.

Γεννήθηκα στην Κυψέλη, έζησα στην Κυψέλη, ζω στην Κυψέλη. Δυό-τρία σπίτια άλλαξα πάντα εδώ, μα το πατρικό μου και το σημερινό απέχουν διακόσια μέτρα μεταξύ τους, μερικά δευτερόλεπτα δρόμος πεζή είναι άμα μπορέσει κανείς να τον διασχίσει απ' τα αμέτρητα καροτσάκια των μαύρων που σιωπηλοί τούς κάδους αδειάζουν. Ζω σ' ένα τυπικά αθηναϊκό διαμέρισμα τού 4ου ορόφου όπου ήρθαμε το 1968, τότε που οι ώρες κοινής ησυχίας ήτανε ιερές, οι βεράντες ανθίζαν από γιασεμιά και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα ήτανε λίγα. Σήμερα ώρες κοινής ησυχίας δεν υπάρχουνε μα μόλις βραδυάζει, πέφτει τέτοια ακινησία στους δρόμους μας, τέτοια νεκρική ερημιά που άντε να περάσει ενός ντελιβερά το παπί, ένας απονενοημένος ταξιτζής να σεργιανίσει για κούρσα. Οι βεράντες τής συνοικίας μου όμως εκτός από «ημιϋπαίθριες» τσαντιροκατασκευές, «πέργκολες» που γίναν δωμάτια και μπαλκόνια που ανοίκιαστα χάσκουν, έχουν γεμίσει από ένα νέο είδος ζωής – τα μπαλκονόσκυλα, (ο νεολογισμός είναι δικός μου).


Τούτα είναι μια καινούργια ράτσα σκυλιών, ελληνική απολύτως, αστική προπαντός, δυστυχισμένη τελείως. Σκυλιά κάθε είδους-μεγέθους-προέλευσης ζούνε και χέζουνε, τρώνε κοιμούνται κι ουρλιάζουνε, κλαίνε νυχθημερόν, κατουράνε αλλυχτούν και γαυγίζουνε σε ατελείωτα και ασκούπιστα, εξορίας και φυλακής, σιχαμένα καταδικαστικά μπαλκόνια αθηναϊκά κι όχι μόνο. («Τί να σου θυμηθώ βρε μάνα» που έλεγε κι η Ελένη Ζαφειρίου.) Οι Ελληνάρες, τούτες οι κατά-τα-άλλα ευαίσθητες μορφές και αδούλωτα είδη ανθρώπων, σκύλο πεθυμήσανε, σκύλο αποκτήσανε και τον πετάξαν κι αυτόν σε μία γωνιά, να τον θυμούνται όποτε τον θυμούνται, να τον φροντίζουν όποτε τούς πιάνουνε οι καλές, να τονε χαίρονται όποτε θέλουν να παίξουν. (Όπως ακριβώς κάνουν οι Έλληνες με τον εαυτό και στον εαυτό τους κυρίως.) Μα στην δική μου περίπτωση, στην δική μου ζωή επιφυλάχθηκε ιδιαίτερη εκλεκτή τύχη: να περιστοιχίζομαι από αμέτρητα περιορισμένα και σαλταρισμένα σκυλιά, δυστυχισμένα παραπεταμένα, ενοχλητικά και βασανιζόμενα – ας την πω όμως όλη την προσωπική ιστορία μου κι ο καθείς ας επιστρέψει στον υπνάκο του ανεπηρέαστος κι ανενόχλητος πάντα.

Πριν δέκα χρόνια εμφανίστηκε πουρός επαρχιώτης στο διαμέρισμα από πάνω μου και πάρκαρε στην βεράντα του μονίμως έναν σκύλο. (Και δυό χρόνια μετά, εμφανίστηκε κι η κορούλα του που πάρκαρε και αυτή στην βεράντα της από πάνω μου, και αυτή τον δικό της τον σκύλο.) Ε λοιπόν, η περήφανη και αδάμαστη γεροντάρα βγάζει βόλτα το πρώτο τετράποδο όποτε τού καυλώσει (πράγμα που λόγω της ηλικίας της συμβαίνει άπαξ ή δις εντός έτους) και η εναλλάχτα και προχώ κόρη του δεν έχει βγάλει ποτέ της τον σκύλο της έξω, (φαίνεται τούτη καύλες δεν έχει ποτέ). Επί δέκα (10) χρόνια λοιπόν τα δυο ανωτέρω ζώα κοπρίζουν κι ουρούν στις βεράντες, βγαίνουν οι απολίτιστοι ιδιοκτήτες τους με το λάστιχο(!) και καταιωνίζουν τα κάτουρα απ' τις υδρορροές(!) και με το φαράσι μαζεύουνε τις κουράδες(!) όποτε το θυμηθούν, όποτε δεήσουν κι ασχοληθούν – να φανταστείτε το καλοκαίρι η μπόχα η σήψη και το σκουλήκι ακούγεται και μυρίζεται δυό ορόφους πιο κάτω. Τα ημίαιμα τρελλαμένα εντελώς – το πρώτο πέρασε κι από μιά τριετία αλυσοδέματος στα κάγκελλα – γαυγίζουν και ουρλιάζουν συνέχεια, τώρα πια στα γεράματα έχουν παραιτηθεί κι απ' αυτό, μόνο όταν σπάνια βγω εγώ στην βεράντα μου να κρεμάσω τα ρούχα μου θεωρούνε καθήκον τους να το παίξουνε φύλακες μπάστακες και φρουροί τού γέρου και της κορούλας. (Το ότι επί έτη προσπάθησα να συν-κινήσω συγκατοίκους και διαχειριστή πολυκατοικίας, Αστυνομικό Τμήμα Κυψέλης, Άμεση Δράση, Φιλοζωική Εταιρεία, Δημοτική Αστυνομία, Νομαρχία Αττικής, Διεύθυνση Υγειονομικού και Εισαγγελέα υπηρεσίας δεν έφερε κανένα-μα κανένα αποτέλεσμα, στην μία και μόνη δίκη που τους ενήγαγα η πρόεδρος τα πάντα παρέβλεψε, τους αθώωσε βιαστικά στην ξεπέτα της πάνω!)


Μα το κακό στην Ελλάδα έχει χειρότερη συνέχεια πάντα:
1/ Οι αλλοδαποί κάτοικοι τού από κάτω μου διαμερίσματος διαθέτουνε σκύλο που του ανοίγουν την πόρτα τους το πρωί, κατεβαίνει ο σκύλος στην εξώπορτα κι όποιος κάτοικος τής πολυκατοικίας βγει, τον ελευθερώνει στον δρόμο. Όπου αλητεύει ο ημίαιμος γαυγίζοντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα κι όταν βαρεθεί, στήνεται μόνος του στην εξώθυρα και περιμένει κάποιον άλλον στην πολυκατοικία να μπει, να τον βάλει.
2/ Οι ημεδαποί κάτοικοι τού φάτσα-απέναντι διαμερίσματος διαθέτουν σκυλίτσα που κυκλοφορεί κι αλλυχτά, γαυγίζει και χεζοκατουρά στην βεράντα τους μέρα-νύχτα, χρόνια-σειρά σαλταρισμένη κι αυτή, τελικιασμένη κι αυτή, απογνωσμένη και τούτη. (Τσεκάρετε ανωτέρω φωτό για να καμαρώσετε εσείς καθαριότητα τάξη, πολιτισμό κι αρχοντιά, ευγένεια και αρρώστια αντάμα.)
3/ Ο νιόφερτος ένοικος τού πλάϊ-απέναντι διαμερίσματος όταν δεήσει και σηκωθεί βιδωμένος απ' την τηλεόραση, μια φορά το δεκαήμερο, θα βγει να σκουπίσει τα τσιμετωμένα σκατά από την βεράντα του, κλωτσώντας την σκυλίτσα που τρίβεται ζητώντας ένα χάδι επάνω του, για να επιστρέψει ταχέως ο νέος στον καναπέ του.


(Και τώρα μπαίνουμε στο κλου τής βραδυάς):
4/ Ο απέθαντος τρόμπας τού πίσω διαμερίσματος στον ακάλυπτο έχει δύο (2) σκυλιά σε ένα μπαλκόνι διαστάσεων τρία επί μισό (3 Χ 0,5) τα οποία κλαίνε κι ουρλιάζουνε συνεχώς, συνεχώς, συνεχώς. Όλη την μέρα, όλες τις νύχτες, συνέχεια. Μια φορά την εβδομάδα ο «ζωόφιλος» τούτος θα βγει με το κλασσικό λάστιχο, θα ξεμπαζώσει στερεοποιημένα ούρα και σκελετωμένα σκατά φυσικά μέσω υδρορροών – εξάκτλυ σαν τον «δικό» μου «ζωόφιλο» από πάνω – και θα ξανακλείσει ταχέως τα παντζούρια του αδιαφορώντας σκαιώς για ΟΛΟΝ και ΣΥΜΠΑΝΤΑ τον υπόλοιπο κόσμο. (Που "τον πίνει" και δεν μιλά, δεν κάνει τίποτα και μέσα στον ύπνο του πετάγεται ξαφνικά, αλλάζει πλευρό και ξανακοιμάται.)
5/ Για τα δυο κανισάκια πιο κοντά δεν σας γράφω, έχουν φύγει αυτά πια. Για το περιποιημένο-μεν μα λυσσασμένο-δε λυκόσκυλο πιο μακρυά δεν σας γράφω, αλλάζουνε πεζοδρόμιο γριές και παιδιά όταν οι κυρίες ιδιοκτήτριες το βγάζουνε βόλτα σπανίως. Για το κόκερ σπάνιελ το ψυχοπαθές τής γωνίας ούτε που σας γράφω γι' αυτό, μας έχει κάνει ψυχασθενείς όλους.

Αυτό για το οποίο σάς γράφω εγώ όμως σήμερα και εδώ είναι το πόσο ο σημερινός Έλληνας «γράφει» το σύμπαν ολόκληρο κάνοντας απλώς το δικό του. Βλέπω στα ακτοπλοϊκά καράβια που πηγαινοέρχομαι στο νησί τόόόσες καλοκαιρινές γκομενίτσες με τόόόσα τετράποδα ως αξεσσουάρ, που δεν έχω άλλη χολή να ξεράσω. Βλέπω στην Φωκίωνος Νέγρη συνεχώς τόόόσα αγοράκια που και χρυσαυγίτες το παίζουνε, με ταττού πολυνησιακά, παντελόνια παραλλαγής κι από 'να πιτ-μπουλ παρά-πόδα, που δεν μου 'χουνε μείνει άντερα να αδειάσω. Περπατώ στα πεζοδρόμια τής Κυψέλης μου κι οι κουράδες είναι πολλαπλάσιες από τα πλακάκια, τα κάτουρα στις γωνιές τρέχουν κυλούν και μυρίζουνε, τα χαρμόσυνα γαυγίσματα των Γκουαντανάμο-σκυλιών – είναι νέα αυτή, ελληνική ράτσα – χαρακώνουνε διαρκώς την ημέρα μου και οι ευτυχείς ιδιοκτήτες μοδέρνοι και αμέριμνοι, ζωόφιλοι τσαμπουκάδες, με όψη-άποψη-πρόσοψη-κάτοψη γαμάνε το σύμπαν προκειμένου εκείνοι να απολαύσουνε, εκείνοι να ζήσουνε, εκείνοι να κάνουνε πάντοτε το δικό τους.

Απ' το 2001 που πρωτάρχισα το ιδιάζον τούτο φαινόμενο να παρατηρώ, μία (1) φορά έμεινα έκπληκτος, από μία (1) αληθώς ζωόφιλη και πολιτισμένη φορά μόνον. Ήμουνα στην Αιγιάλη τής Αμοργού όπου μοιράζω τον χρόνο μου κι είχα βγει για το πρωινό μου τρεξιματάκι. Καλοκαιράκι και μια δροσιά, η αύρα τού πελάγους παντού και οι κατσίκες να μασάνε τις πέτρες. Ελάχιστη κίνηση τουριστών και τί βλέπω μπροστά μου; Ένα παλικαράκι είχε βγάλει βόλτα τον σκύλο του, με λουρί φυσικά τον είχε κοντά του κι ο τετράποδος άνθρωπος δεν τσίναγε, δεν τράβαγε, δεν κλώτσαγε μα περπατούσε γαλήνιος και χαρούμενος δίπλα στ' αφεντικό του. (Σημασία δεν έδωσα, «άλλος ένας μαλάκας» είπα μέσα μου και συνέχισα για να γράψω τα καθιερωμένα εφτά μου χιλιομετράκια.) Ο σκυλάκος πηδούσε εδώ-μύριζε εκεί και κάποια στιγμή σταμάτησε εντελώς για το χοντρό του να κάνει. Είχα στο μεταξύ κόψει κι εγώ, γιατί λησμόνησα να σας πω πως όταν τρέχω, ανά πεντακόσια μέτρα πέφτω στο χώμα στην άσφαλτο και βαράω κι από μια εικοσάρα push-ups, «παίρνω κάμψεις» που λέγαμε στον Στρατό δίνοντας χρόνο στα πιασμένα και κουρασμένα ποδάρια μου να ξαποστάσουν. Και μόλις σηκώθηκα, τί παρατήρησα; Τί είδα μωρέ; Ποιοί θεοί και ποιοί διάβολοι με ανέμεναν να μου κάνουν τούτο το δώρο; Το παλικαράκι είχε βγάλει απ' την τσέπη του μία σακκούλα νάϋλον και έσκυψε να μαζέψει τα κακάκια τού σκύλου! Στην μέση τού Αιγαίου στην μέση τού πουθενά, στην μέση τής Φύσης στην μέση τής Ύπαρξης, ο νέος κι ωραίος τούτος Έλληνας ο υπέροχος συνέλεξε προσεκτικά κι αποκόμισε πολιτισμένα τα περιττώματα τού δικού του τετράποδου, την ίδια στιγμή που τον κοιτούσαμε εμβρόντητος πρώτος εγώ, εμβρόντητες δυό κατσίκες πιο πέρα, εμβρόντητος ο Όρμος Αιγιάλης Αμοργού, Αιγαίου και Μεσογείου, Γης και Σύμπαντος ακριβώς.

Ένιωσα άνθρωπος ξανά, για μια στιγμή επιτέλους. Φτάνει για μια στιγμή το Καλό να συμβεί, για να σκουπίσει να διαγράψει το Κακό όλο. Δέκα χρόνια προσωπικής δυστυχίας μου και βασανισμού των ξένων σκυλιών απαλείφτηκαν σε μια στιγμή μέσα, σε μια σκηνή μέσα, από ένα παλικαράκι αμούστακο που αληθινά το Ζώο του αγαπούσε και φρόντιζε, που αληθινά τούς Ανθρώπους αγαπούσε και φρόντιζε, που αληθινά την Φύση αγαπούσε και φρόντιζε, που αληθινά την Ζωή αγαπούσε και φρόντιζε με τον ίδιο απλό πάντα τρόπο. Για μια στρατιά αμέτρητη απείθαρχων κι απολίτιστων, καννίβαλων και αδιάφορων «φιλόζωων» υπάρχει ένας (1) μόνον ευγενής και πολιτισμένος, λεπτός καλλιεργημένος, ψυχούλα-ζωόφιλος που με μιαν απλή κίνησή του στα μπάζα στ' αζήτητα όλον τον ελληνικό τούτον κοπρώνα αποστέλνει. Δεν χάρηκα που τον είδα, μα αναπαύτηκα. Δεν ικανοποιήθηκα που το είδα, μα πήρα κουράγιο και δύναμη ν' αντέξω τον ψυχικό βόθρο των «φιλόζωων» τής Κυψέλης μου, χάρις σε τούτο το άγνωστό μου παλικαράκι. (Που όταν σταμάτησα κι ιδρωμένος ασθμαίνων το ευχαρίστησα, είχε μείνει εμβρόντητο, καλά να 'ναι.)


Η ζωή στην Ελλάδα έχει πεθάνει προ πολλού, μόλις στην Ελλάδα τελειώσαν τα φράγκα. Γιατί ο Έλληνας τούτος ο απαίδευτος θεωρεί ότι τού ανήκουν τα πάντα – γι' αυτό ψηφίζει ΑΥΤΟΥΣ τους πολιτικούς, γι' αυτό αψηφάει ΤΟΥΤΟΥΣ τους νόμους. Γι' αυτό κάνει ΑΥΤΑ τα πράγματα, γι' ΑΥΤΟ κάνει ΕΚΕΙΝΑ που πρωτίστως ΔΕΝ πρέπει. Εδώ ο Έλληνας χέζει και κατουρά το ίδιο το σπίτι του, το ίδιο το σώμα του, την ίδια την ψυχή του, δεν θα βάλει τον κόπρο του να κάνει το ίδιο; (Άσε που το θεωρεί και μαγκιά.) Απ' την ώρα που εξαφανίστηκε η αιδώς, απ' την στιγμή που χάθηκε η ντροπή, ο νεοέλληνας «έγινε» «φτιάχτηκε», πλούτισε και αρπάχτηκε, πήρε αμάξι και σκύλο. Πούλησε ο δύστυχος την ψυχή του στην Τράπεζα προκειμένου να «προοδεύσει», να μοιάσει κάπου κι αυτός να φανεί να ξεχωρίσει να διακριθεί, να μαϊμουδίσει να κοπιάρει να μιμηθεί, να μπει στου γειτόνου το μάτι. Κι όσο πιο τον γείτονα ενοχλεί, τόσο το ελληνάκι πόντους μαζεύει. Όσο διακρίνει το μίσος στα μάτια των άλλωνε, τόσο τής ελληνάρας το πέος μακραίνει. Τα πάντα ξεφτιλίζοντας ο Ηomo Ηellenicus νομίζει πως προχωρά, εξαπατώντας Ευρωπαίους και κοροϊδεύοντας Αμερικανούς, γλείφοντας Τούρκους και πνίγοντας Αφρικανούς, σφαλιαρίζοντας Ασιάτες και σφάζοντας Πακιστανούς ο σκατόσπορος τούτος τού Φαλμεράϋερ και του Σουλεϊμάν επιθυμεί να ζει και να προχωράει.

Όταν ο Έλληνας δεν αγαπάει τα ζώα, δεν αγαπάει τους συνανθρώπους του. Όταν ο Έλληνας δεν αγαπάει τους συνανθρώπους του, δεν αγαπάει τον εαυτό του. Κι όταν ο Έλληνας δεν αγαπάει κανένανε, ο Έλληνας έχει μετατραπεί στην απόλυτη μηχανή τού θανάτου – σημειώστε τις λέξεις μου, τέλος. Ο αλκοολισμός τα ναρκωτικά και τα ψυχοφάρμακα είναι ο μόνος μισθός που ο Έλλην πλέον αποζητά, χορταίνει μόνο με πανωτόκια αφορολόγητα, τακτοποιήσεις αυθαίρετων και απόσυρση για τ' αμάξι. Κανείς άλλος δεν φταίει ποτέ για τον Έλληνα, γιατί τούτος είναι τόσο παρτάκιας κι εγωιστής, μόνο που το φταίξιμο το θέλει να είναι των άλλων. Και στο μονόχνωτο διάβα του παρασέρνει γυναίκες παιδιά, σκυλιά και γατιά, πολιτικά κόμματα και Υπηρεσίες Δημόσιες, εθνικά συμφέροντα κι ευρωπαϊκά πλάνα. Αν ζούσε ο Φρόϋντ από μία γωνιά θα διαπίστωνε πόσο ο Έλληνας περί τον δακτύλιο τού πρωκτού του είναι κολλημένος εξαρτημένος, μόνο που δεν χέζει πλέον τούτος παντού, βάζει τον δύστυχο σκύλο του να το κάνει. Με την κουραδοστόλιστη τούτη ζωή που οι σημερινοί Έλληνες κάνουν, οι Έλληνες αποφάσισαν: αυτοκτονούν μαζικά από μέσα προς έξω. Γι' αυτό και η Μέρκελ μερικές ώρες μόνο μάς έκατσε κι ο Ομπάμα δεν πατάει το πόδι του στην Ελλάδα: γιατί κανείς άλλος σώφρων πολιτισμένος στον πλανήτη μας άνθρωπος δεν μπορεί να διανοηθεί να πιστέψει ότι η περιώνυμη κοιτίς τής Δημοκρατίας έχει γίνει μια χέστρα ελληνική πανεθνική τετραπόδων που ακόμα όρθια στέκονται, φόρους πληρώνουν και δέρνουνε την γυναίκα τους, παρατούν τα παιδιά τους και βγαίνουν στα μπαλκόνια τ' απόγευμα και με το τσιγάρο στο στόμα, τον φραππέ στο ένα κουλό και το λάστιχο εις το άλλο σαλαγούν στις υδρορροές τα σκατά των ζώων που ΚΙ αυτά βασανίζουνε. (Τα οποία τα ίδια τούτα ζωάκια με το πόδι τους την ίδια τούτη στιγμή τα κλωτσούν, καθώς τούτοι θέλουν να σηκώσουν το πόδι τους για να κλάσουν ν' αεριστούν, να ελαφρώσουν να ξαλαφρώσουνε, να ξεδώσουν να χαλαρώσουνε οι φιλόζωοι κι απολίτιστοι, αήθεις και ανίεροι, υπερπληθείς κι απαράλλαχτοι Έλληνες πάντα.)

(Υστερόγραφο: Όχι, φόλα δεν ρίχνω εγώ. Αγαπώ τα ζώα αγαπώ την ζωή, δεν αγαπώ τους μαλάκες και σιχαίνομαι τους απολίτιστους μα προτιμώ να τρελλαθώ ή να πουλήσω το σπίτι μου, παρά να βάψω τα χέρια μου μ' αφρούς σπαράγματος, να στιγματίσω την ψυχή μου μ' έναν δίκαιο-έστω θάνατο ενός αθώου τετράποδου που για μισή ώρα θα σφαδάζει μέχρι να του βγει η άδολη ψυχή του απ' το στόμα.)

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2013

Διαβάστηκε 2433 φορές Παρασκευή, 03 Ιανουαρίου 2014 03:31