Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019

Τζοάννα και Δανάη. (Γράφει ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ)

                                                                                                                                                                                       [1997]

Φέτος δεν έκανα καθόλου διακοπές. Διακοπές όπως τις αντιλαμβάνεται ο κόσμος δηλαδή, ξενύχτια ξερονήσια και ξίδια, μπάνια ντουμάνια τουρίστριες, ό,τι ο καθείς προαιρείται. Φέτος δεν έφυγα απ’ την Κυψέλη παρά για τρεις μόνο μέρες που κατέβηκα στην Μονεμβασιά να δω τον Άγγελο, τον ιδιοκτήτη μπαρ μέσα στο Κάστρο και φίλο από τα παλιά. (Θυμάμαι ήταν 21η Απρίλη 1967 και παίζαμε βώλους στην οδό Φαιδριάδων, όταν έκανε την μανούρα του η Γιωργάρα κι έπρεπε να ξεχάσουμε εμείς τα παιχνίδια μας έξω και οι Έλληνες την δημοκρατία τους μέσα.)

Τρείς μόνο μέρες που αφιερώθηκαν στην παρέα στο φαγητό, στις πλάκες στα γέλια, τελειώσαμε τις βότκες και τις σαμπάνιες του Άγγελου, λίγο ακόμα και θα πίναμε το νερό απ' το ατμοσίδερο κιόλας. Τρείς μόνο μέρες που τις αφιέρωσα σε δύο γυναίκες – την Τζοάννα και την Δανάη, τις μόνες γυναίκες μου τούτου του καλοκαιριού που είναι κι αδελφές κιόλας. Η Τζοάννα, ξανθιά γαλανομάτα, με καμπύλες κι ένα χαμόγελο να σου ψέλνει αργά και βασανιστικά την λέξη «ζαχαροδιαβήτης» και η Δανάη, μελαχροινή και αδύνατη, με κάτι γωνίες στο πρόσωπο και το σώμα που ο Ευκλείδης την γεωμετρία ξανάγραψε. Κι αν ο Θεός έχει μάτια ακόμα, δεν πρόκειται να ασχοληθεί άλλο μ’ εμένα, εγώ μπήκα πλέον σε άλλη διάσταση. Έζησα αυτές τις δύο θεές επί τρείς μέρες και σας διαβεβαιώ – ήταν πολλές, μιλάμε για satori κι επιφοίτηση και nirvana μαζί, σφραγισμένα από παθιασμένων γυναικών άλικα χείλη.

Κοιμόμασταν χώρια. Εκείνες στα μονά κολλητά κρεβατάκια τους κι εγώ στο άλλο δωμάτιο, αυτό με το μικρό πέτρινο παράθυρο που καδράριζε την θάλασσα και σκόρπιζε αξημέρωτα όλες τις ευλογημένες μυρωδιές της Πελοποννήσου – μια ξερή οσμή από χώμα κι αγριολούλουδα, αρμύρα πελάγους και πέτρες αιώνων νοτισμένες με αίμα ηρώων. Κοιμόμουν δίπλα στις κούκλες που σέβονταν τον δύσκολο ύπνο μου και δεν μ’ ενοχλούσαν, περίμεναν να πάω εγώ να τις ξυπνήσω κάθε πρωί, να τις βρω στα κρεβάτια τους να διαβάζει Μίκυ Μάους η μια, να χουζουρεύει η άλλη, δυο κορμιά θεσπέσια με αδιάλυτη των ονείρων την άχνα στα χείλη εμένα περίμεναν να ξυπνήσω.

Ξάπλωνα στο κρεβάτι τους, τις έπαιρνα αγκαλιά και μιλούσαμε, χαζολογούσαμε και γελούσαμε, ετοιμαζόμασταν να βγούμε μετά για το πρωινό μας. Τις κοιτούσα να ετοιμάζονται, να βάζουν αυτό να βγάζουν εκείνο, να δοκιμάζουν ετούτο να πετάνε το άλλο, η πιο χαρμόσυνη ώρα είναι όταν η γυναίκα ετοιμάζεται, πόσο μάλλον όταν ετοιμάζονται δύο. Ανεβαίναμε τα στενά δρομάκια του Κάστρου – η μια δεξιά η άλλη αριστερά μου, εγώ στην μέση άυπνος αξύριστος ατημέλητος κι εκείνες να λάμπουνε φρέσκες, νέες και όμορφες – με την ΔΕΗ και την ΕΥΔΑΠ έκανα διακοπές μωρέ, με τούτες τις μοναδικές και πολύτιμες πηγές ενέργειας περπατούσα και τους κρατούσα κιόλας τα χέρια, ευτυχισμένος ήμουν και το ‘ξερα. Κι όταν μπήκαμε στου Άγγελου για πρωινό, μαγκώσαν τα ρουλεμάν των πελατών στους λαιμούς τους. Η ξανθιά χαίτη της μιας, το κοντό καρέ της άλλης κι εγώ, ένα χαρμάνι Σερζ Γκαινσμπούργκ και Τσάρλς Μπουκόφσκι ήμουνα, σχεδόν δεν βλεπόμουνα, με τέτοια θεόμ….α! Ήπιαμε ό,τι ήπιαμε (ξανά), φάγαμε ό,τι φάγαμε (ξανά), κάπνισα ό,τι κάπνισα εγώ (συνεχώς) και μετά πρότεινα στις κυρίες μου μια βόλτα με το αυτοκίνητο. Με ποιο; Με το αυτοκίνητο είπα. (Ε, και;)

Ξέχασα να σας πω ότι στην παρέα βρισκόταν γνωστός έμπορος αυτοκινήτων παλιών με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Πλάτων». Αυτός μου είχε δανείσει μια δίπορτη και ανοιχτή Mercedes Benz 280 SL καραγαμάτη και καραμουράτη, ό,τι έπρεπε για να μας ματιάσουνε και τους τρεις. Ένα κλασικό, λιτό και λευκό αριστοκρατικό αυτοκίνητο που ταίριαζε απολύτως με τους γκρίζους κροτάφους μου, με το ανύπαρκτο μίνι φορεματάκι της Τζοάννας και το μεταξωτό μαντήλι του κεφαλιού της Δανάης. Μια αρτίστικη σπουδή στην ευθεία και την καμπύλη, που μετατράπηκε σε σαρκική υπερβολή άμεσα όταν οι κουκλίσες πήδηξαν πάνω απ’ τις πόρτες και μπήκανε μέσα – κουβέντα δεν είπα απ’ την θηλυκή προσβολή.

Οδηγούσα εγώ και οι κούκλες, καθισμένες και οι δυο αγκαλιά στο διπλανό κάθισμα, κάναν την εμβρόντητη Μονεμβασιά να ζητάει πολιτικό άσυλο στην Μπαρμπαριά. Φτάνουμε στην παραλία του Ξιφιά, πετάνε τα θηλυκά τα ρουχαλάκια τους και προτού γράψω ένα απλό και απέριττο εγκεφαλικό – μένουν με τα μαγιώ, δυο συνολάκια από κλωστές και οδοντονήματα, κάτι ναυτικά τριγωνάκια περασμένα σε βρόχους να κάνουν ρεσάλτο Σριλανκέζοι λοστρόμοι κι ανταρσία Μαλτέζοι λιπαντές για χάρη τους. Πέσαμε στην θάλασσα, εγώ στην μέση κι εκείνες στην αγκαλιά μου και μείναμε στο νερό τουλάχιστον δυο ώρες παίζοντας κολυμπώντας, ξαπλώνοντας εκεί που έσκαγε το κύμα και γελώντας συνέχεια από ευτυχία και χαρά (δεν χρειάζονται άλλες λέξεις), ευτυχία και χαρά (δεν χωρούν άλλες λέξεις). Τα σώματά τους μουσκεμμένα από το νερό, τα μαλλιά τους κολλημένα στο πρόσωπο, κάτι τσίνορα ματοτσίνορα ν’ αγκυλώνουνε την καρδιά μου. Φορέσαν τις μάσκες τους και βουτήξαμε στα ρηχά, ακουμπήσαμε στον βυθό κι εκεί γύρισα να θαυμάσω κορμιά θηλυκά να αιωρούνται, μέδουσες γοργόνες και θεές μαζί, σειρήνες, δελφίνια και κοχύλια ζωντανά – γυναίκες Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ. (Γυναίκες αληθινές βρε χαζούλι εσύ, που τριγυρνάς και λες ότι ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ μισεί τις γυναίκες. Για σένα το λέω κουτό, για σένα που ποτέ δεν θα καταλάβεις, γιατί δεν θέλεις να καταλάβεις, γιατί ακριβώς έχεις πολύ καλά καταλάβει, κατάλαβες;)

Κι όταν στην επιστροφή αποφάσισαν να οδηγήσουν οι δυο τους το αυτοκίνητο, ποιος είμαι εγώ για να φέρω αντιρρήσεις; Έκατσε η ψηλούλα Τζοάννα στο τιμόνι μπροστά και ασχολιότανε με αυτό και το γκάζι, την ώρα που η κοντούλα Δανάη δίπλα της άλλαζε ταχύτητες κι άναβε και τα φλας. Εγώ μετακόμισα πειθήνια και υπάκουα στο στενό πίσω κάθισμα, άλλοτε η Τζοάννα μπροστά μου να με πνίγει με τα μαλλιά της που μύριζαν αλάτι και αντηλιακό και άλλοτε η Δανάη μπροστά μου – καθώς συνέχεια θέση άλλαζα απ’ την αγωνία την έγνοια – συγκεντρωμένη και αφιερωμένη συνοδηγός στον ρόλο της μέσα. Κυλούσε το λαμπερό αυτοκίνητο με μία ταχύτητα παρελάσεως τέτοια που η όλη φάση ήταν ακίνδυνη τόσο, όσο ακριβώς επικίνδυνη μού φαινόταν. Ο κόσμος τις χαιρετούσε τους φώναζε, εγώ καταπράσινος-κατακόκκινος γνωρίζοντας ότι καμμιά τους δίπλωμα δεν κατέχει, υπεύθυνος για το αυτοκίνητο όσο και πάμπτωχος σε περίπτωση ατυχήματος, είχα κανονικώς παραδώσει. Εαυτόν και ψυχή, καρδιά και φωνή, είχα αφεθεί κυριολεκτικά κι υπαρξιακά στις κούκλες ετούτες που οδηγούσαν την Μερσεντές, σαν να έβγαζε βόλτα στο Μονακό απόγευμα καλοκαιρινό... η Γκρέης Κέλυ την Άβα Γκάρντνερ! Κι αν η Τζοάννα Κέλυ υποδυόταν την χειρίστρια πανακρίβου οχήματος φορώντας μια ελάχιστη λαχανιά φούστα, η Δανάη Γκάρντνερ δίπλα της, με μια σοβαρή στέκα στα μαλλιά άλλαζε σταθμούς στο ραδιόφωνο, μάσαγε τσίχλα και τραγουδονιαούριζε ταυτοχρόνως. Κι εγώ πίσω τους, τι άλλο να μείνει που ν’ αξίζει να ζητήσω από την ζωή; Ένα μόνο: η Τζοάννα και η Δανάη να κρατήσουν μια μικρή ελάχιστη μηδαμινή γωνιά για μένανε στην καρδιά στο μυαλό τους, στην ψυχή και στο κορμάκι τους πάντοτε, πάντα, για πάντα.

(Απαραίτητο υστερόγραφο. Η Τζοάννα και η Δανάη ήταν δεκαεφτά χρονών, αλλά και οι δύο μαζί: εννέα κι οκτώ αντιστοίχως.)

ronin-danis-fotos-stampsdanis-fotos-signature

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2013

Διαβάστηκε 623 φορές Παρασκευή, 06 Δεκεμβρίου 2013 19:24